Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Κριταίκεφάλαιο 8

Ερμηνεία του κεφαλαίου (στα ρωσικά)

1-3. Недовольство ефремлян против Гедеона. 4-9. Отказ жителей Суккофа и Пенуэла Гедеону в хлебе. 10-12. Пленение царей Зеваха и Цалмуны. 13-17. Наказание старейшин Суккофа и Пенуэла. 18-21. Казнь царей Зеваха и Цалмуны. 22-23. Предложение израильтянами Гедеону царской власти над ними и его ответ им. 24-27. Изготовление Гедеоном Эфода и поставление его в Офре. 28-29. Состояние израильтян при Гедеоне. 30-35. Потомство Гедеона и отношение к нему со стороны израильтян.

1Και είπον προς αυτόν οι άνδρες Εφραΐμ, Τι είναι το πράγμα τούτο, το οποίον έκαμες εις ημάς, ότι δεν εκάλεσας ημάς ότε υπήγες να πολεμήσης εναντίον του Μαδιάμ; και ελογομάχησαν σφόδρα μετ' αυτού.

2Ο δε είπε προς αυτούς, Τι έκαμα τώρα ως προς εσάς; δεν είναι καλήτερον το αποτρύγημα του Εφραΐμ παρά τον τρυγητόν του Αβί-εζέρ;

3παρέδωκεν ο Θεός εις τας χείρας σας τους αρχηγούς του Μαδιάμ, τον Ωρήβ και τον Ζήβ· και τι ηδυνάμην να κάμω ως προς εσάς; Τότε το πνεύμα αυτών ησύχασε προς αυτόν, ότε ελάλησε τον λόγον τούτον.

Ερμηνεία, στ. 1–3 (στα ρωσικά)

. Ефремляне, стоявшие во время Судей во главе прочих колен, так как в одном из городов их, именно Силоме, в это время находилось святилище Господне (Суд XVIII:31), заносчиво и несправедливо выразили Гедеону неудовольствие за кажущееся невнимание к себе (ср. Суд XII:1). Но Гедеон своим любезным ответам смягчил их раздражение против себя.

4Και ελθών ο Γεδεών εις τον Ιορδάνην, διέβη, αυτός και οι τριακόσιοι άνδρες οι μετ' αυτού, αποκαμωμένοι, όμως καταδιώκοντες.

5Και είπε προς τους ανθρώπους της Σοκχώθ, Δότε, παρακαλώ, άρτους τινάς εις τον λαόν τον ακολουθούντά με· διότι είναι αποκαμωμένος, και εγώ καταδιώκω οπίσω του Ζεβεέ και του Σαλμανά, των βασιλέων του Μαδιάμ.

6Και απεκρίθησαν οι αρχηγοί της Σοκχώθ, Μήπως αι χείρες του Ζεβεέ και του Σαλμανά είναι τώρα εις την χείρα σου, ώστε να δώσωμεν άρτους εις το στράτευμά σου;

7Και είπεν ο Γεδεών, Διά τούτο, αφού παραδώση ο Κύριος τον Ζεβεέ και τον Σαλμανά εις την χείρα μου, τότε εγώ θέλω καταξάνει τας σάρκας σας με τας ακάνθας της ερήμου και με τους τριβόλους.

8Και ανέβη εκείθεν εις Φανουήλ και ελάλησεν ωσαύτως προς αυτούς· και απεκρίθησαν οι άνδρες της Φανουήλ προς αυτόν καθώς απεκρίθησαν οι άνδρες της Σοκχώθ.

9Ο δε είπε και προς τους άνδρας της Φανουήλ, λέγων, Όταν επιστρέψω εν ειρήνη, θέλω κατασκάψει τον πύργον τούτον.

Ερμηνεία, στ. 4–9 (στα ρωσικά)

. Жители Суккофа и Пенуэла отказали Гедеону, боровшемуся за спасение Израиля, даже в хлебе, чем навлекли на себя справедливый гнев его. О Суккофе см. Быт XXXIII:17; о Пенуэле см. Быт XXXII:30-32.

10Ο Ζεβεέ δε και ο Σαλμανά ήσαν εν Καρκόρ και τα στρατεύματα αυτών μετ' αυτών, ως δεκαπέντε χιλιάδες, πάντες οι εναπολειφθέντες όλου του στρατεύματος των κατοίκων της ανατολής· διότι έπεσον εκατόν είκοσι χιλιάδες ανδρών συρόντων ρομφαίαν.

11Και ανέβη ο Γεδεών από της οδού των κατοικούντων εν σκηναίς, από ανατολών της Νοβά και της Ιογβέα, και επάταξε το στρατόπεδον· ήτο δε το στρατόπεδον εν αφοβία.

12Ο δε Ζεβεέ και ο Σαλμανά έφευγον, και αυτός κατεδίωκεν οπίσω αυτών, και συνέλαβε τους δύο βασιλείς του Μαδιάμ, τον Ζεβεέ και τον Σαλμανά, και άπαν το στρατόπεδον κατετρόπωσε.

Ερμηνεία, στ. 10–12 (στα ρωσικά)

. О Нове см. Чис XXXII:42; о Иогбеге - ibid., 34-35. Каркор или Каркар Евсевий и Иероним помещают к северу от Петры, на расстоянии дневного пути (Оnom 272, 62), а Буркгарат отождествляет с Каркагейш (Syrie, p. 612).

13Και επέστρεψεν ο Γεδεών ο υιός του Ιωάς εκ της μάχης από της αναβάσεως της Αρές.

Ερμηνεία, στ. 13 (στα ρωσικά)

. Возвышенность "Xерес" (по LXX Αρες) полагается где-либо около Суккофа. Таргум и Вульгата переводят: "до восхода солнца" (ante solis ortum), понимая слово hechares через "heharim" (горы), почему переводит: "с вершины гор", т. е. Галаадских.

14Και συλλαβών νέον τινά εκ των ανδρών της Σοκχώθ, ηρώτησεν αυτόν· ο δε περιέγραψε προς αυτόν τους αρχηγούς της Σοκχώθ και τους πρεσβυτέρους αυτής, εβδομήκοντα επτά άνδρας.

15Και ήλθεν ο Γεδεών προς τους άνδρας της Σοκχώθ και είπεν, Ιδού, ο Ζεβεέ και ο Σαλμανά, διά τους οποίους με ωνειδίσατε, λέγοντες, Μήπως αι χείρες του Ζεβεέ και του Σαλμανά ήναι τώρα εις την χείρα σου, ώστε να δώσωμεν άρτους εις τους ανθρώπους σου, τους αποκαμωμένους;

16Και έλαβε τους πρεσβυτέρους της πόλεως και τας ακάνθας της ερήμου και τους τριβόλους, και επαίδευσε με αυτά τους άνδρας της Σοκχώθ.

17Και τον πύργον της Φανουήλ κατέσκαψε και εθανάτωσε τους άνδρας της πόλεως.

Ερμηνεία, στ. 14–17 (στα ρωσικά)

. После плена мадиамских царей Гедеон наказал старейшин Суккофа и Пенуэла за их несочувствие народному делу (ср. выше, ст. 7-8).

18Τότε είπε προς τον Ζεβεέ και τον Σαλμανά, Οποίοι ήσαν οι άνθρωποι τους οποίους εθανατώσατε εν Θαβώρ; Οι δε είπον, Οποίος συ, τοιούτοι ήσαν· έκαστος ώμοίαζεν υιόν βασιλέως.

19Ο δε είπεν, Αδελφοί μου, υιοί της μητρός μου ήσαν· ζη Κύριος, εάν ηθέλετε φυλάξει την ζωήν αυτών, εγώ δεν ήθελον σας θανατώσει.

20Και είπε προς τον Ιεθέρ τον πρωτότοκον αυτού, Σηκωθείς θανάτωσον αυτούς· αλλ' ο νέος δεν έσυρε την ρομφαίαν αυτού, διότι εφοβείτο, επειδή ήτο έτι παιδίον.

21Τότε είπεν ο Ζεβεέ και ο Σαλμανά, Σηκώθητι συ και πέσον εφ' ημάς· διότι κατά τον άνθρωπον και η δύναμις αυτού. Και σηκωθείς ο Γεδεών εθανάτωσε τον Ζεβεέ και τον Σαλμανά, και έλαβε τους μηνίσκους τους περί τον τράχηλον των καμήλων αυτών.

Ερμηνεία, στ. 18–21 (στα ρωσικά)

. Согласно закону о мести за кровь убитого родственника, широко применявшемуся у народов востока (ср. Втор XIX:5-6; Исх XXI:12-14), Гедеон предал смертной казни царей Зеваха и Цалмуна за убиение его родных братьев, после чего взял бывшие на шеях их верблюдов цепочки, сделанные из драгоценного металла, подобные которым, по свидетельству путешественников, и теперь часто встречаются на шеях арабских верблюдов.

22Και είπον οι άνδρες Ισραήλ προς τον Γεδεών, Γενού άρχων εφ' ημάς, και συ και ο υιός σου και ο υιός του υιού σου, διότι έσωσας ημάς από της χειρός του Μαδιάμ.

23Ο δε Γεδεών είπε προς αυτούς, Δεν θέλω γείνει άρχων εφ' υμάς εγώ, αλλ' ουδέ ο υιός μου θέλει γείνει άρχων εφ' υμάς· ο Κύριος θέλει είσθαι άρχων εφ' υμάς.

Ερμηνεία, στ. 22–23 (στα ρωσικά)

. Строго относясь к теократическому началу, Гедеон признавал правителем Израиля одного Господа, Которому Одному народ израильский обязан своим спасением.

24Και είπεν ο Γεδεών προς αυτούς, θέλω ζητήσει από σας ζήτημα· να μοι δώσητε έκαστος τα ενώτια εκ των λαφύρων αυτού· διότι οι εχθροί είχον ενώτια χρυσά, όντες Ισμαηλίται.

25Και απεκρίθησαν, Θέλομεν δώσει αυτά μετά χαράς. Και ήπλωσαν φόρεμα και έρριπτεν εκεί έκαστος τα ενώτια εκ των λαφύρων αυτού.

26Και το βάρος των χρυσών ενωτίων, τα οποία εζήτησεν, ήτο χίλιοι και επτακόσιοι σίκλοι χρυσοί· εκτός των μηνίσκων και των περιδεραίων και των πορφυρών, τα οποία ήσαν επί τους βασιλείς του Μαδιάμ, και εκτός των περιλαιμίων, τα οποία ήσαν εις τους τραχήλους των καμήλων αυτών.

27Και έκαμεν ο Γεδεών εφόδ εξ αυτών και έθεσεν αυτό εν τη πόλει αυτού, εν Οφρά· και επόρνευσε πας ο Ισραήλ οπίσω αυτού εκεί· και έγεινε παγίς εις τον Γεδεών και εις τον οίκον αυτού.

Ερμηνεία, στ. 24–27 (στα ρωσικά)

. Из подаренных Гедеону израильтянами золотых серег, снятых ими с убитых неприятелей, всего весом до 1700 золотых сиклей (более 70 фунтов), а также цепочек, ожерелий и драгоценных одежд, Гедеон сделал эфод наподобие первосвященнического эфода (ср. Исх XXVIII:6-12; XXXIX:2-5), или, как догадываются некоторые, облачение к поставленному им в Офре жертвеннику "Иегова Шалом" (Суд VI:24), куда, вместо Силома, где была Скиния, народ стал ходить на поклонение.

28Και εταπεινώθη ο Μαδιάμ έμπροσθεν των υιών Ισραήλ, και δεν εσήκωσε πλέον την κεφαλήν αυτού. Και ανεπαύθη η γη τεσσαράκοντα έτη εν ταις ημέραις του Γεδεών.

29Τότε υπήγεν ο Ιεροβάαλ υιός του Ιωάς και κατώκησεν εν τω οίκω αυτού.

30Είχε δε Γεδεών εβδομήκοντα υιούς εξελθόντας εκ των μηρών αυτού· διότι είχε γυναίκας πολλάς.

31Και η παλλακή αυτού, η εν Συχέμ, και αυτή εγέννησεν εις αυτόν υιόν, τον οποίον αυτός ωνόμασεν Αβιμέλεχ.

32Και απέθανεν ο Γεδεών ο υιός του Ιωάς εν γήρατι καλώ και ετάφη εν τω τάφω Ιωάς του πατρός αυτού, εν τη Οφρά των Αβί-εζεριτών.

33Αποθανόντος δε του Γεδεών, επέστρεψαν οι υιοί Ισραήλ και επόρνευσαν κατόπιν των Βααλείμ και έστησαν εις εαυτούς τον Βάαλ-βερίθ διά Θεόν.

34Και δεν ενεθυμήθησαν οι υιοί Ισραήλ Κύριον τον Θεόν αυτών, τον σώσαντα αυτούς εκ της χειρός πάντων των εχθρών αυτών κυκλόθεν.

35Και δεν έκαμον έλεος εις τον οίκον του Ιεροβάαλ Γεδεών, αναλόγως προς πάντα τα αγαθά, τα οποία έκαμεν εις τον Ισραήλ.

Ερμηνεία, στ. 28–35 (στα ρωσικά)

. По смерти Гедеона, израильтяне опять впали в идолопоклонство, почитая Ваал-берита (Ваал-покровитель завета, ср. Суд IX:4), не вспоминали Господа и не оказывали милости потомству Гедеона, которое было довольно многочисленным. В числе потомков Гедеона, между прочим, был Авимелех, прижитый от наложницы, родом сихемлянки, который потом оказался виновником гибели почти всего прочего потомства Гедеонова.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850. Ερμηνεία: «Ερμηνευτική Βίβλος», επιμ. Α. Π. Λοπουχίν (στα ρωσικά).