Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Ημέρα 330 από 365

Ιεζ 40:1–41:26, Εβρ 4:1–16, Ψαλ 137:1–9

Παλαιά Διαθήκη

Ιεζ 40:1–41:26

40:1 Εν τω εικοστώ πέμπτω έτει της αιχμαλωσίας ημών, εν τη αρχή του έτους, τη δεκάτη του μηνός, τω δεκάτω τετάρτω έτει μετά την άλωσιν της πόλεως, εν τη αυτή ημέρα χειρ Κυρίου εστάθη επ' εμέ και με έφερεν εκεί.

40:2 Δι' οραμάτων του Θεού με έφερεν εις γην Ισραήλ και με έθεσεν επί όρους υψηλοτάτου, εφ' ου ήτο προς μεσημβρίαν ως οικοδομή πόλεως.

40:3 Και με έφερεν εκεί και ιδού, άνθρωπος του οποίου η θέα ήτο ως θέα χαλκού, και είχεν εν τη χειρί αυτού νήμα λινούν και μέτρον καλάμινον, και αυτός ίστατο εν τη πύλη.

40:4 Και ο άνθρωπος είπε προς εμέ, Υιέ ανθρώπου, ιδέ με τους οφθαλμούς σου και άκουσον με τα ώτα σου και θέσον την καρδίαν σου επί πάντα όσα εγώ σοι δείξω· διότι, διά να σοι δείξω ταύτα, εισήχθης ενταύθα· απάγγειλον πάντα όσα βλέπεις προς τον οίκον Ισραήλ.

40:5 Και ιδού, περίβολος έξωθεν του οίκου κύκλω, και εν τη χειρί του ανθρώπου μέτρον καλάμινον εξ πηχών και μιας παλάμης· και εμέτρησε το πλάτος του οικοδομήματος, ένα κάλαμον, και το ύψος, ένα κάλαμον.

40:6 Τότε ήλθε προς την πύλην την βλέπουσαν κατά ανατολάς, και ανέβη τας βαθμίδας αυτής και εμέτρησε το κατώφλιον της πύλης, πλάτος ενός καλάμου, και το ανώφλιον, πλάτος ενός καλάμου.

40:7 Και έκαστον οίκημα ήτο μακρόν ένα κάλαμον και πλατύ ένα κάλαμον· και μεταξύ των οικημάτων ήσαν πέντε πήχαι· και το κατώφλιον της πύλης πλησίον της στοάς της προς την πύλην την έσωθεν ήτο ενός καλάμου.

40:8 Τότε εμέτρησε την στοάν της πύλης της έσωθεν και ήτο ενός καλάμου.

40:9 Έπειτα εμέτρησε την στοάν της πύλης, οκτώ πήχας, και τα μέτωπα αυτής, δύο πήχας· η στοά δε της πύλης ήτο έσωθεν.

40:10 Και τα οικήματα της πύλης προς ανατολάς ήσαν τρία εντεύθεν και τρία εκείθεν· και τα τρία ενός μέτρου, και τα μέτωπα είχον εν μέτρον, εντεύθεν και εκείθεν.

40:11 Και εμέτρησε το πλάτος της εισόδου της πύλης, δέκα πήχας, και το μήκος της πύλης, δεκατρείς πήχας.

40:12 Ήτο δε έμπροσθεν των οικημάτων διάστημα μία πήχη εντεύθεν και διάστημα μία πήχη εκείθεν· και τα οικήματα ήσαν εξ πηχών εντεύθεν και εξ πηχών εκείθεν.

40:13 Έπειτα εμέτρησε την πύλην από της στέγης του ενός οικήματος μέχρι της στέγης του άλλου· το πλάτος ήτο εικοσιπέντε πηχών και θύρα απέναντι θύρας.

40:14 Και έκαμε τα μέτωπα εξήκοντα πηχών μέχρι του μετώπου της αυλής κύκλω κύκλω του πυλώνος.

40:15 Και από του προσώπου της πύλης της εισόδου έως του προσώπου της στοάς της εσωτέρας πύλης ήσαν πεντήκοντα πήχαι.

40:16 Και ήσαν παράθυρα αδιόρατα εις τα οικήματα και εις τα μέτωπα αυτών έσωθεν της πύλης κύκλω κύκλω, και ωσαύτως εις τας στοάς· ήσαν παράθυρα και έσωθεν κύκλω κύκλω, εφ' εκάστου δε μετώπου φοίνικες.

40:17 Και με έφερεν εις την εξωτέραν αυλήν και ιδού, θάλαμοι και λιθόστρωτον κατεσκευασμένον εν τη αυλή κύκλω κύκλω· τριάκοντα θάλαμοι επί του λιθοστρώτου.

40:18 Και το λιθόστρωτον το επί τα πλάγια των πυλών, κατά το μήκος των πυλών, ήτο το κατώτερον λιθόστρωτον.

40:19 Και εμέτρησε το πλάτος από του προσώπου της κατωτέρας πύλης μέχρι του προσώπου της εσωτέρας αυλής έξωθεν, εκατόν πήχας προς ανατολάς και προς βορράν.

40:20 Και την πύλην της εξωτέρας αυλής την βλέπουσαν προς βορράν εμέτρησε, το μήκος αυτής και το πλάτος αυτής.

40:21 Και τα οικήματα αυτής ήσαν τρία εντεύθεν και τρία εκείθεν, και τα μέτωπα αυτής και τα τόξα αυτής ήσαν κατά το μέτρον της πρώτης πύλης, το μήκος αυτής πεντήκοντα πηχών και το πλάτος αυτής εικοσιπέντε πηχών.

40:22 Και τα παράθυρα αυτών και τα τόξα αυτών και οι φοίνικες αυτών ήσαν κατά το μέτρον της πύλης της βλεπούσης προς ανατολάς· και ανέβαινον προς αυτήν δι' επτά βαθμίδων· και τα τόξα αυτής ήσαν έμπροσθεν αυτών.

40:23 Και η πύλη της εσωτέρας αυλής ήτο απέναντι της πύλης της προς βορράν και προς ανατολάς· και εμέτρησεν από πύλης εις πύλην, εκατόν πήχας.

40:24 Και με έφερε προς νότον, και ιδού, πύλη βλέπουσα προς νότον· και εμέτρησε τα μέτωπα αυτής και τα τόξα αυτής, κατά τα αυτά μέτρα.

40:25 Και ήσαν παράθυρα εις αυτήν και εις τα τόξα αυτής κύκλω κύκλω, ως τα παράθυρα εκείνα· το μήκος πεντήκοντα πηχών και το πλάτος εικοσιπέντε πηχών.

40:26 Και η ανάβασις αυτής ήτο επτά βαθμίδες και τα τόξα αυτής ήσαν έμπροσθεν αυτών· και είχε φοίνικας, ένα εντεύθεν και ένα εκείθεν, επί των μετώπων αυτής.

40:27 Και ήτο πύλη εις την εσωτέραν αυλήν προς νότον· και εμέτρησεν από πύλης εις πύλην, προς νότον, εκατόν πήχας.

40:28 Και με έφερεν εις την εσωτέραν αυλήν διά της νοτίου πύλης· και εμέτρησε την νότιον πύλην κατά τα αυτά μέτρα.

40:29 Και τα οικήματα αυτής και τα μέτωπα αυτής και τα τόξα αυτής κατά τα αυτά μέτρα· και ήσαν παράθυρα εις αυτήν και εις τα τόξα αυτής κύκλω κύκλω· πεντήκοντα πηχών το μήκος και εικοσιπέντε πηχών το πλάτος.

40:30 Και τα τόξα κύκλω κύκλω ήσαν εικοσιπέντε πηχών το μήκος και πέντε πηχών το πλάτος.

40:31 Και τα τόξα αυτής ήσαν προς την εξωτέραν αυλήν, και φοίνικες επί των μετώπων αυτής, και οκτώ βαθμίδες η ανάβασις αυτής.

40:32 Και με έφερεν εις την εσωτέραν πύλην προς ανατολάς, και εμέτρησε την πύλην κατά τα αυτά μέτρα.

40:33 Και τα οικήματα αυτής και τα μέτωπα αυτής και τα τόξα αυτής ήσαν κατά τα αυτά μέτρα· και ήσαν παράθυρα εις αυτήν και εις τα τόξα αυτής κύκλω κύκλω, πεντήκοντα πηχών το μήκος και εικοσιπέντε πηχών το πλάτος.

40:34 Και τα τόξα αυτής ήσαν προς την εξωτέραν αυλήν, και φοίνικες επί των μετώπων αυτής, εντεύθεν και εκείθεν, και οκτώ βαθμίδες η ανάβασις αυτής.

40:35 Και με έφερεν εις την βόρειον πύλην και εμέτρησεν αυτήν κατά τα αυτά μέτρα·

40:36 τα οικήματα αυτής, τα μέτωπα αυτής και τα τόξα αυτής και τα παράθυρα αυτής κύκλω κύκλω· το μήκος πεντήκοντα πηχών και το πλάτος εικοσιπέντε πηχών.

40:37 Και τα μέτωπα αυτής ήσαν προς την εξωτέραν αυλήν, και φοίνικες επί των μετώπων αυτής, εντεύθεν και εκείθεν, και οκτώ βαθμίδες η ανάβασις αυτής.

40:38 Και οι θάλαμοι και αι είσοδοι αυτής ήσαν πλησίον των μετώπων των πυλών, όπου έπλυνον το ολοκαύτωμα.

40:39 Και εν τη στοά της πύλης ήσαν δύο τράπεζαι εντεύθεν και δύο τράπεζαι εκείθεν, διά να σφάζωσιν επ' αυτών το ολοκαύτωμα και την περί αμαρτίας προσφοράν και την περί ανομίας προσφοράν.

40:40 Και εις το έξω πλάγιον, καθώς ανέβαινέ τις προς την είσοδον της βορείου πύλης, ήσαν δύο τράπεζαι, και εις το άλλο πλάγιον, το προς την στοάν της πύλης, δύο τράπεζαι.

40:41 Τέσσαρες τράπεζαι ήσαν εντεύθεν και τέσσαρες τράπεζαι εκείθεν παρά τα πλάγια της πύλης· οκτώ τράπεζαι, εφ' ων έσφαζον τα θύματα.

40:42 Και αι τέσσαρες τράπεζαι του ολοκαυτώματος ήσαν εκ λίθου πελεκητού, μιας πήχης και ημίσεος το μήκος και μιας πήχης και ημίσεος το πλάτος και μιας πήχης το ύψος· και επ' αυτών έθετον τα εργαλεία, δι' ων έσφαζον το ολοκαύτωμα και την θυσίαν.

40:43 Και έσωθεν ήσαν άγκιστρα, μιας παλάμης το πλάτος, προσηλωμένα κύκλω κύκλω· επί δε των τραπεζών έθετον το κρέας των προσφορών.

40:44 Και έξωθεν της πύλης της εσωτέρας ήσαν οι θάλαμοι των μουσικών, εν τη εσωτέρα αυλή τη επί τα πλάγια της βορείου πύλης· και τα πρόσωπα αυτών ήσαν προς νότον, εν επί το πλάγιον της ανατολικής πύλης βλέπον προς βορράν.

40:45 Και είπε προς εμέ, Ο θάλαμος ούτος ο βλέπων προς νότον είναι διά τους ιερείς τους φυλάττοντας την φυλακήν του οίκου,

40:46 ο δε θάλαμος ο βλέπων προς βορράν είναι διά τους ιερείς τους φυλάττοντας την φυλακήν του θυσιαστηρίου· ούτοι είναι οι υιοί Σαδώκ, μεταξύ των υιών Λευΐ, οίτινες προσέρχονται εις τον Κύριον, διά να λειτουργώσιν εις αυτόν.

40:47 Και εμέτρησε την αυλήν, μήκος εκατόν πηχών και πλάτος εκατόν πηχών, εις τετράγωνον· και το θυσιαστήριον ήτο έμπροσθεν του οίκου.

40:48 Και με έφερεν εις την στοάν του οίκου και εμέτρησεν έκαστον μέτωπον της στοάς, πέντε πηχών εντεύθεν και πέντε πηχών εκείθεν· και το πλάτος της πύλης τριών πηχών εντεύθεν και τριών πηχών εκείθεν.

40:49 το μήκος της στοάς ήτο είκοσι πηχών και το πλάτος ένδεκα πηχών· και με έφερε διά των βαθμίδων, δι' ων ανέβαινον εις αυτήν· και ήσαν στύλοι παρά τα μέτωπα, εις εντεύθεν και εις εκείθεν.

41:1 Έπειτα με έφερεν εις τον ναόν και εμέτρησε τα μέτωπα, εξ πήχας το πλάτος εντεύθεν και εξ πήχας το πλάτος εκείθεν, το πλάτος της σκηνής.

41:2 Και το πλάτος της εισόδου ήτο δέκα πηχών· και τα πλευρά της θύρας πέντε πηχών εντεύθεν και πέντε πηχών εκείθεν· και εμέτρησε το μήκος αυτού, τεσσαράκοντα πήχας, και το πλάτος είκοσι πήχας.

41:3 Και εισήλθεν εις το εσώτερον και εμέτρησε το μέτωπον της θύρας, δύο πήχας, και την θύραν, εξ πήχας, και το πλάτος της θύρας, επτά πήχας.

41:4 Έπειτα εμέτρησε το μήκος τούτου, είκοσι πήχας, και το πλάτος είκοσι πήχας, έμπροσθεν του ναού· και είπε προς εμέ, τούτο είναι το άγιον των αγίων.

41:5 Και εμέτρησε τον τοίχον του οίκου, εξ πήχας· και το πλάτος εκάστου των εις τα πλάγια οικημάτων, τέσσαρας πήχας, κύκλω κύκλω του οίκου κύκλω.

41:6 Και τα πλάγια οικήματα ήσαν ανά τρία, οίκημα επί οικήματος, και τριάκοντα κατά τάξιν· και εισεχώρουν εις τον τοίχον του ναού, εκτισμένον κύκλω κύκλω διά τα πλάγια οικήματα, διά να κρατώνται στερεά, χωρίς να επιστηρίζωνται όμως επί τον τοίχον του οίκου.

41:7 Και ο οίκος επλατύνετο, και ήτο κλίμαξ ελικοειδής αναβαίνουσα εις τα πλάγια οικήματα· διότι η ελικοειδής κλίμαξ του οίκου ανέβαινε προς τα άνω κύκλω κύκλω του οίκου· όθεν ο οίκος εγίνετο πλατύτερος προς τα άνω, και ούτως ηύξανεν από του κατωτάτου πατώματος έως του ανωτάτου διά των μέσων.

41:8 Και είδον το ύψος του οίκου κύκλω κύκλω· τα θεμέλια των πλαγίων οικημάτων ήσαν εις ολόκληρος κάλαμος εξ πηχών διάστημα.

41:9 Το πλάτος του τοίχου διά τα έξωθεν πλάγια οικήματα ήτο πέντε πηχών· και το εναπολειφθέν κενόν ήτο ο τόπος των έσωθεν πλαγίων οικημάτων.

41:10 Και μεταξύ των θαλάμων ήτο διάστημα είκοσι πηχών κύκλω κύκλω, περί τον οίκον.

41:11 Και αι θύραι των πλαγίων οικημάτων ήσαν προς το μέρος το εναπολειφθέν μία θύρα προς βορράν και μία θύρα προς νότον· και το πλάτος του εναπολειφθέντος μέρους ήτο πέντε πηχών κύκλω κύκλω.

41:12 Η δε οικοδομή η κατά πρόσωπον του κεχωρισμένου μέρους, προς το δυτικόν πλάγιον, ήτο εβδομήκοντα πηχών το πλάτος· και ο τοίχος της οικοδομής, πέντε πηχών το πάχος κύκλω κύκλω· το δε μήκος αυτής ενενήκοντα πηχών.

41:13 Και εμέτρησε τον τοίχον, εξ εκατόν πηχών το μήκος· και το κεχωρισμένον μέρος και την οικοδομήν και τους τοίχους αυτής, εκατόν πηχών το μήκος·

41:14 και το πλάτος του προσώπου του οίκου και του κεχωρισμένου μέρους προς ανατολάς, εκατόν πηχών.

41:15 Και εμέτρησε το μήκος της οικοδομής της κατά πρόσωπον του κεχωρισμένου μέρους όπισθεν αυτού, και τας στοάς αυτού εντεύθεν και εκείθεν, εκατόν πηχών, και τον ενδότερον ναόν και τα πρόθυρα της αυλής·

41:16 τους παραστάτας της θύρας και τα αόρατα παράθυρα και τας στοάς κύκλω κατά τα τρία αυτών πατώματα, κατά πρόσωπον της θύρας, εστρωμένα με ξύλον κύκλω κύκλω· και το έδαφος έως των παραθύρων και τα παράθυρα ήσαν εσκεπασμένα·

41:17 έως επάνωθεν της θύρας και έως του εσωτέρου οίκου και έξωθεν και δι' όλου του τοίχου κύκλω έσωθεν και έξωθεν, κατά τα μέτρα.

41:18 Και ήτο ειργασμένον με χερουβείμ και με φοίνικας, ώστε φοίνιξ ήτο μεταξύ χερούβ και χερούβ, και έκαστον χερούβ είχε δύο πρόσωπα·

41:19 και πρόσωπον ανθρώπου προς τον φοίνικα εντεύθεν και πρόσωπον λέοντος προς τον φοίνικα εκείθεν· ούτως ήτο ειργασμένον δι' όλου του οίκου κύκλω κύκλω.

41:20 Από του εδάφους έως επάνωθεν της θύρας ήσαν ειργασμένα χερουβείμ και φοίνικες και εις τον τοίχον του ναού.

41:21 Οι παραστάται του ναού ήσαν τετράγωνοι και το πρόσωπον του αγιαστηρίου, η θέα του ενός ως η θέα του άλλου.

41:22 Το ξύλινον θυσιαστήριον ήτο τριών πηχών το ύψος, το δε μήκος αυτού δύο πηχών· και τα κέρατα αυτού και το μήκος αυτού και οι τοίχοι αυτού ήσαν εκ ξύλου· και είπε προς εμέ, Αύτη είναι η τράπεζα η ενώπιον του Κυρίου.

41:23 Και ο ναός και το αγιαστήριον είχον δύο θυρώματα.

41:24 Και τα θυρώματα είχον δύο φύλλα έκαστον, δύο στρεφόμενα φύλλα· δύο εις το εν θύρωμα και δύο φύλλα εις το άλλο.

41:25 Και ήσαν ειργασμένα επ' αυτών, επί των θυρωμάτων του ναού, χερουβείμ και φοίνικες, καθώς ήσαν ειργαμένα επί των τοίχων· και ήσαν δοκοί ξύλιναι επί το πρόσωπον της στοάς έξωθεν.

41:26 Και ήσαν παράθυρα αδιόρατα και φοίνικες εντεύθεν και εκείθεν εις τα πλάγια της στοάς και επί τα πλάγια οικήματα του οίκου και δοκοί ξύλιναι.

Καινή Διαθήκη

Εβρ 4:1–16

1 Ας φοβηθώμεν λοιπόν μήποτε, ενώ μένει εις ημάς επαγγελία να εισέλθωμεν εις την κατάπαυσιν αυτού, φανή τις εξ υμών ότι υστερήθη αυτής.

2 Διότι ημείς ευηγγελίσθημεν, καθώς και εκείνοι· αλλά δεν ωφέλησεν εκείνους ο λόγος, τον οποίον ήκουσαν, επειδή δεν ήτο εις τους ακούσαντας ηνωμένος με την πίστιν.

3 Διότι εισερχόμεθα εις την κατάπαυσιν ημείς οι πιστεύσαντες, καθώς είπεν· Ούτως ώμοσα εν τη οργή μου, δεν θέλουσιν εισέλθει εις την κατάπαυσίν μου· αν και τα έργα αυτού ετελείωσαν από καταβολής κόσμου.

4 Διότι είπεν εν μέρει τινί περί της εβδόμης ούτω· Και κατέπαυσεν ο Θεός εν τη ημέρα τη εβδόμη από πάντων των έργων αυτού·

5 και εν τούτω πάλιν· Δεν θέλουσιν εισέλθει εις την κατάπαυσίν μου.

6 Επειδή λοιπόν μένει να εισέλθωσί τινές εις αυτήν, και οι πρότερον ευαγγελισθέντες δεν εισήλθον δι' απείθειαν

7 πάλιν διορίζει ημέραν τινά, Σήμερον, λέγων διά του Δαβίδ, μετά τοσούτον καιρόν, καθώς είρηται· Σήμερον, εάν της φωνής αυτού ακούσητε, μη σκληρύνητε τας καρδίας σας.

8 Διότι εάν ο Ιησούς σου Ναυή είχε δώσει εις αυτούς κατάπαυσιν, δεν ήθελε μετά ταύτα λαλεί περί άλλης ημέρας.

9 Άρα μένει κατάπαυσις εις τον λαόν του Θεού.

10 Διότι ο εισελθών εις την κατάπαυσιν αυτού και αυτός κατέπαυσεν από των έργων αυτού, καθώς ο Θεός από των εαυτού.

11 Ας σπουδάσωμεν λοιπόν να εισέλθωμεν εις εκείνην την κατάπαυσιν, διά να μη πέση τις εις το αυτό παράδειγμα της απειθείας.

12 Διότι ο λόγος του Θεού είναι ζων και ενεργός και κοπτερώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν και διέρχεται μέχρι διαιρέσεως ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών, και διερευνά τους διαλογισμούς και τας εννοίας της καρδίας·

13 και δεν είναι ουδέν κτίσμα αφανές ενώπιον αυτού, αλλά πάντα είναι γυμνά και τετραχηλισμένα εις τους οφθαλμούς αυτού, προς ον έχομεν να δώσωμεν λόγον.

14 Έχοντες λοιπόν αρχιερέα μέγαν, όστις διήλθε τους ουρανούς, Ιησούν τον Υιόν του Θεού, ας κρατώμεν την ομολογίαν.

15 Διότι δεν έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον να συμπαθήση εις τας ασθενείας ημών, αλλά πειρασθέντα κατά πάντα καθ' ομοιότητα ημών χωρίς αμαρτίας.

16 Ας πλησιάζωμεν λοιπόν μετά παρρησίας εις τον θρόνον της χάριτος, διά να λάβωμεν έλεος και να εύρωμεν χάριν προς βοήθειαν εν καιρώ χρείας.

Ψαλμός

Ψαλ 137:1–9

1 Επί των ποταμών Βαβυλώνος, εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν, ότε ενεθυμήθημεν την Σιών.

2 Επί τας ιτέας εν μέσω αυτής εκρεμάσαμεν τας κιθάρας ημών.

3 Διότι οι αιχμαλωτίσαντες ημάς εκεί εζήτησαν παρ' ημών λόγους ασμάτων· και οι ερημώσαντες ημάς ύμνον, λέγοντες, Ψάλατε εις ημάς εκ των ωδών της Σιών.

4 Πως να ψάλωμεν την ωδήν του Κυρίου επί ξένης γης;

5 Εάν σε λησμονήσω, Ιερουσαλήμ, ας λησμονήση η δεξιά μου

6 Ας κολληθή η γλώσσα μου εις τον ουρανίσκον μου, εάν δεν σε ενθυμώμαι· εάν δεν προτάξω την Ιερουσαλήμ εις την αρχήν της ευφροσύνης μου

7 Μνήσθητι, Κύριε, των υιών Εδώμ, οίτινες την ημέραν της Ιερουσαλήμ έλεγον, Κατεδαφίσατε, κατεδαφίσατε αυτήν έως των θεμελίων αυτής.

8 Θυγάτηρ Βαβυλώνος, η μέλλουσα να ερημωθής, μακάριος όστις σοι ανταποδώση την ανταμοιβήν των όσα έπραξας εις ημάς

9 Μακάριος όστις πιάση και ρίψη τα νήπιά σου επί την πέτραν

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.