Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Ημέρα 68 από 365

Αρ 4:1–49, Μκ 12:1–14, Παρ 15:28–16:4

Παλαιά Διαθήκη

Αρ 4:1–49

1 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν και προς τον Ααρών, λέγων,

2 Λάβε το κεφάλαιον των υιών Καάθ εκ μέσου των υιών Λευΐ, κατά τας συγγενείας αυτών, κατά τους οίκους των πατέρων αυτών,

3 από τριάκοντα ετών και επάνω έως πεντήκοντα ετών, πάντων των εισερχομένων εις το τάγμα διά να κάμνωσιν εργασίας εν τη σκηνή του μαρτυρίου.

4 Αύτη θέλει είσθαι η υπηρεσία των υιών Καάθ εν τη σκηνή του μαρτυρίου· τα άγια των αγίων.

5 Και όταν σηκόνηται το στρατόπεδον, θέλουσιν έρχεσθαι ο Ααρών και οι υιοί αυτού και θέλουσι καταβιβάσει το καλυπτήριον καταπέτασμα και θέλουσι σκεπάζει δι' αυτού την κιβωτόν του μαρτυρίου·

6 και θέλουσι βάλει επ' αυτήν κάλυμμα εκ δερμάτων θώων και επάνωθεν θέλουσιν εφαπλώσει ύφασμα όλον κυανούν και θέλουσι διαπεράσει τους μοχλούς αυτής.

7 Και επί της τραπέζης της προθέσεως θέλουσιν εφαπλώσει ύφασμα όλον κυανούν και θέλουσι βάλει επ' αυτήν τους δίσκους, και τα θυμιαματοδόχα, και τα λεκάνια, και τα σπονδεία, διά να σπένδωσι· και οι παντοτεινοί άρτοι θέλουσιν είσθαι επ' αυτής·

8 και θέλουσιν εφαπλώσει επ' αυτά ύφασμα κόκκινον και τούτο θέλουσι σκεπάσει διά καλύμματος εκ δερμάτων θώων και θέλουσι διαπεράσει τους μοχλούς αυτής.

9 Και θέλουσι λάβει ύφασμα κυανούν, και θέλουσι περισκεπάσει την λυχνίαν του φωτός, και τους λύχνους αυτής, και τα λυχνοψάλιδα αυτής, και τα υποθέματα αυτής, και πάντα τα ελαιοδόχα αγγεία αυτής, διά των οποίων εκτελούσι τας υπηρεσίας αυτής·

10 και θέλουσι θέσει αυτήν μετά πάντων των σκευών αυτής εντός καλύμματος εκ δερμάτων θώων και θέλουσιν επιθέσει αυτήν επί τους μοχλούς.

11 Επί δε το θυσιαστήριον το χρυσούν θέλουσιν εφαπλώσει ύφασμα κυανούν και τούτο θέλουσι σκεπάσει διά καλύμματος εκ δερμάτων θώων και θέλουσι διαπεράσει τους μοχλούς αυτού.

12 και θέλουσι λάβει πάντα τα σκεύη της υπηρεσίας, διά των οποίων υπηρετούσιν εις τα άγια, και βάλει εις ύφασμα κυανούν και θέλουσι σκεπάσει αυτά διά καλύμματος εκ δερμάτων θώων και επιθέσει εις μοχλούς.

13 Και θέλουσι καθαρίσει το θυσιαστήριον από της στάκτης, και θέλουσι περισκεπάσει αυτό διά υφάσματος πορφυρού·

14 και θέλουσι βάλει επ' αυτό πάντα τα σκεύη αυτού, διά των οποίων εκτελούσι τας υπηρεσίας αυτού, τα θυμιατήρια, τας κρεάγρας, και τα πτυάρια, και τας λεκάνας· πάντα τα σκεύη του θυσιαστηρίου, και θέλουσιν εφαπλώσει επ' αυτό κάλυμμα εκ δερμάτων θώων και διαπεράσει τους μοχλούς αυτού.

15 Και αφού τελειώσωσιν ο Ααρών και οι υιοί αυτού να περισκεπάζωσι τα άγια και πάντα τα σκεύη τα άγια, όταν μέλλη να σηκωθή το στρατόπεδον, τότε θέλουσι πλησιάσει οι υιοί του Καάθ διά να βαστάσωσιν αυτά· και δεν θέλουσιν εγγίσει τα άγια, διά να μη αποθάνωσι· ταύτα είναι τα όσα θέλουσι βαστάζει οι υιοί του Καάθ εν τη σκηνή του μαρτυρίου.

16 Και η επιστασία του Ελεάζαρ υιού του Ααρών του ιερέως θέλει είσθαι το έλαιον του φωτός, και το ευώδες θυμίαμα, και η καθημερινή εξ αλφίτων προσφορά, και το έλαιον του χρίσματος, η επιστασία πάσης της σκηνής, και πάντων των εν αυτή, του αγιαστηρίου, και πάντων των σκευών αυτού.

17 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν και προς τον Ααρών, λέγων,

18 Μη εξολοθρεύσητε την φυλήν των συγγενειών των Κααθιτών εκ μέσου των Λευϊτών·

19 αλλά τούτο κάμετε εις αυτούς, διά να ζήσωσι και μη αποθάνωσι προσεγγίζοντες εις τα άγια των αγίων· ο Ααρών και οι υιοί αυτού ας εισέρχωνται και ας διορίζωσιν αυτούς έκαστον εις το έργον αυτού και εις το φορτίον αυτού·

20 ας μη εισέρχωνται όμως να ίδωσιν, όταν περισκεπάζωνται τα άγια, διά να μη αποθάνωσι.

21 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων,

22 Λάβε το κεφάλαιον και των υιών Γηρσών, κατά τους οίκους των πατέρων αυτών, κατά τας συγγενείας αυτών·

23 από τριάκοντα ετών και επάνω έως πεντήκοντα ετών θέλεις απαριθμήσει αυτούς, πάντας τους εισερχομένους εις το τάγμα, διά να κάμνωσιν εργασίας εν τη σκηνή του μαρτυρίου.

24 Αύτη είναι η υπηρεσία των συγγενειών των Γηρσωνιτών, να υπηρετώσι και να βαστάζωσι·

25 θέλουσι λοιπόν βαστάζει τα παραπετάσματα της σκηνής και την σκηνήν του μαρτυρίου, το κάλυμμα αυτής και το κάλυμμα το εκ δερμάτων θώων το επάνωθεν αυτής και το καταπέτασμα της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου,

26 και τα παραπετάσματα της αυλής και το καταπέτασμα της θύρας της πύλης της αυλής, τα οποία είναι διά την σκηνήν, και διά το θυσιαστήριον κύκλω, και τα σχοινία αυτών και πάντα τα σκεύη της υπηρεσίας αυτών και πάντα τα χρησιμεύοντα εις αυτά· ούτω θέλουσιν υπηρετεί.

27 Κατά προσταγήν του Ααρών και των υιών αυτού θέλουσι γίνεσθαι πάσαι αι υπηρεσίαι των υιών των Γηρσωνιτών, εις πάντα τα φορτία αυτών και εις πάσας τας υπηρεσίας αυτών· και σεις θέλετε διορίζει εις αυτούς πάντα όσα οφείλουσι να βαστάζωσιν.

28 Αύτη είναι η υπηρεσία των συγγενειών των υιών των Γηρσωνιτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου· και η φυλακή αυτών θέλει είσθαι υπό την επιστασίαν του Ιθάμαρ υιού του Ααρών του ιερέως.

29 Θέλεις απαριθμήσει και τους υιούς του Μεραρί κατά τας συγγενείας αυτών, κατά τους οίκους των πατέρων αυτών·

30 από τριάκοντα ετών και επάνω έως πεντήκοντα ετών θέλεις απαριθμήσει αυτούς πάντας τους εισερχομένους εις το τάγμα, διά να κάμνωσιν εργασίας εν τη σκηνή του μαρτυρίου.

31 Και ταύτα είναι, τα οποία οφείλουσι να βαστάζωσι καθ' όλην την υπηρεσίαν αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου· αι σανίδες της σκηνής και οι μοχλοί αυτής και οι στύλοι αυτής, και τα υποβάσια αυτής,

32 και οι στύλοι της αυλής κύκλω και τα υποβάσια αυτών και οι πάσσαλοι αυτών και τα σχοινία αυτών, μετά πάντων των σκευών αυτών και πάντα τα προς υπηρεσίαν αυτών· και θέλετε διορίσει κατ όνομα τα σκεύη τα οποία οφείλουσι να βαστάζωσιν.

33 Αύτη είναι η υπηρεσία των συγγενειών των υιών Μεραρί, καθ' όλην την υπηρεσίαν αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου, υπό την επιστασίαν του Ιθάμαρ υιού του Ααρών του ιερέως.

34 Ο Μωϋσής λοιπόν και ο Ααρών και οι άρχοντες της συναγωγής απηρίθμησαν τους υιούς των Κααθιτών κατά τας συγγενείας αυτών και κατά τους οίκους των πατέρων αυτών,

35 από τριάκοντα ετών και επάνω έως πεντήκοντα ετών, πάντας τους εισερχομένους εις το τάγμα, διά να κάμνωσιν εργασίας εν τη σκηνή του μαρτυρίου·

36 και οι απαριθμηθέντες αυτών κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν δύο χιλιάδες επτακόσιοι πεντήκοντα.

37 Ούτοι είναι οι απαριθμηθέντες των συγγενειών των Κααθιτών, πάντες οι υπηρετούντες εν τη σκηνή του μαρτυρίου, τους οποίους απηρίθμησαν ο Μωϋσής και ο Ααρών, καθώς προσέταξε Κύριος διά χειρός του Μωϋσέως.

38 Οι δε απαριθμηθέντες των υιών Γηρσών κατά τας συγγενείας αυτών και κατά τους οίκους των πατέρων αυτών,

39 από τριάκοντα ετών και επάνω έως πεντήκοντα ετών, πάντες οι εισερχόμενοι εις το τάγμα διά να κάμνωσιν εργασίας εν τη σκηνή του μαρτυρίου,

40 οι απαριθμηθέντες αυτών κατά τας συγγενείας αυτών, κατά τους οίκους των πατέρων αυτών, ήσαν δύο χιλιάδες εξακόσιοι τριάκοντα.

41 Ούτοι είναι οι απαριθμηθέντες των συγγενειών των υιών Γηρσών, πάντες οι υπηρετούντες εν τη σκηνή του μαρτυρίου, τους οποίους απηρίθμησαν ο Μωϋσής και ο Ααρών κατά την προσταγήν του Κυρίου.

42 Οι δε απαριθμηθέντες των συγγενειών των υιών Μεραρί κατά τας συγγενείας αυτών, κατά τους οίκους των πατέρων αυτών,

43 από τριάκοντα ετών και επάνω έως πεντήκοντα ετών, πάντες οι εισερχόμενοι εις το τάγμα διά να κάμνωσιν εργασίας εν τη σκηνή του μαρτυρίου,

44 οι απαριθμηθέντες αυτών κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν τρεις χιλιάδες και διακόσιοι.

45 Ούτοι είναι οι απαριθμηθέντες των συγγενειών των υιών Μεραρί, τους οποίους απηρίθμησαν ο Μωϋσής και ο Ααρών, καθώς προσέταξε Κύριος διά χειρός του Μωϋσέως.

46 Πάντες οι απαριθμηθέντες των Λευϊτών, τους οποίους απηρίθμησαν ο Μωϋσής και ο Ααρών και οι άρχοντες του Ισραήλ, κατά τας συγγενείας αυτών και κατά τους οίκους των πατέρων αυτών,

47 από τριάκοντα ετών και επάνω έως πεντήκοντα ετών, πάντες οι εισερχόμενοι διά να υπηρετώσιν υπηρεσίαν και να βαστάζωσι το φορτίον εν τη σκηνή του μαρτυρίου,

48 οι απαριθμηθέντες αυτών ήσαν οκτώ χιλιάδες πεντακόσιοι ογδοήκοντα.

49 Απηριθμήθησαν καθώς προσέταξεν ο Κύριος διά χειρός του Μωϋσέως, έκαστος κατά την υπηρεσίαν αυτού και κατά το φορτίον αυτού. Ούτως απηριθμήθησαν υπ' αυτού, καθώς προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν.

Καινή Διαθήκη

Μκ 12:1–14

1 Και ήρχισε να λέγη προς αυτούς διά παραβολών· Άνθρωπος τις εφύτευσεν αμπελώνα και περιέβαλεν εις αυτόν φραγμόν και έσκαψεν υπολήνιον και ωκοδόμησε πύργον, και εμίσθωσεν αυτόν εις γεωργούς και απεδήμησε.

2 Και εν τω καιρώ των καρπών απέστειλε προς τους γεωργούς δούλον, διά να λάβη παρά των γεωργών από του καρπού του αμπελώνος.

3 Εκείνοι δε πιάσαντες αυτόν έδειραν και απέπεμψαν κενόν.

4 Και πάλιν απέστειλε προς αυτούς άλλον δούλον· και εκείνον λιθοβολήσαντες, επλήγωσαν την κεφαλήν αυτού και απέπεμψαν ητιμωμένον.

5 Και πάλιν απέστειλεν άλλον· και εκείνον εφόνευσαν, και πολλούς άλλους, τους μεν έδειραν, τους δε εφόνευσαν.

6 Έτι λοιπόν έχων ένα υιόν, αγαπητόν αυτού, απέστειλε και αυτόν προς αυτούς έσχατον, λέγων ότι θέλουσιν εντραπή τον υιόν μου.

7 Εκείνοι δε οι γεωργοί είπον προς αλλήλους ότι ούτος είναι ο κληρονόμος· έλθετε, ας φονεύσωμεν αυτόν, και θέλει είσθαι ημών η κληρονομία.

8 Και πιάσαντες αυτόν εφόνευσαν και έρριψαν έξω του αμπελώνος.

9 Τι λοιπόν θέλει κάμει ο κύριος του αμπελώνος; Θέλει ελθεί και απολέσει τους γεωργούς και θέλει δώσει τον αμπελώνα εις άλλους.

10 Ουδέ την γραφήν ταύτην δεν ανεγνώσατε, Ο λίθος, τον οποίον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος έγεινε κεφαλή γωνίας·

11 παρά Κυρίου έγεινεν αύτη και είναι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών.

12 Και εζήτουν να πιάσωσιν αυτόν και εφοβήθησαν τον όχλον· επειδή ενόησαν ότι προς αυτούς είπε την παραβολήν· και αφήσαντες αυτόν ανεχώρησαν.

13 Και αποστέλλουσι προς αυτόν τινάς των Φαρισαίων και των Ηρωδιανών, διά να παγιδεύσωσιν αυτόν εις λόγον.

14 Και εκείνοι ελθόντες, λέγουσι προς αυτόν· Διδάσκαλε, εξεύρομεν ότι είσαι αληθής και δεν σε μέλει περί ουδενός· διότι δεν βλέπεις εις πρόσωπον ανθρώπων, αλλ' επ' αληθείας την οδόν του Θεού διδάσκεις. Είναι συγκεχωρημένον να δώσωμεν δασμόν εις τον Καίσαρα, ή ουχί; να δώσωμεν ή να μη δώσωμεν;

Σοφία

Παρ 15:28–16:4

15:28 Η καρδία του δικαίου προμελετά διά να αποκριθή· το δε στόμα των ασεβών εξερεύγεται κακά.

15:29 Ο Κύριος είναι μακράν από των ασεβών· εισακούει δε της δεήσεως των δικαίων.

15:30 Το φως των οφθαλμών ευφραίνει την καρδίαν· και η καλή φήμη παχύνει τα οστά.

15:31 Το ωτίον, το οποίον ακούει τον έλεγχον της ζωής, διατρίβει μεταξύ των σοφών.

15:32 Όστις απωθεί την διδασκαλίαν, αποστρέφεται την ψυχήν αυτού· αλλ' όστις ακούει τον έλεγχον, αποκτά σύνεσιν.

15:33 Ο φόβος του Κυρίου είναι διδασκαλία σοφίας· και η ταπείνωσις προπορεύεται της δόξης.

16:1 Του ανθρώπου είναι αι προπαρασκευαί της καρδίας· παρά δε του Κυρίου η απόκρισις της γλώσσης.

16:2 Πάσαι αι οδοί του ανθρώπου φαίνονται ορθαί εις τους οφθαλμούς αυτού· πλην ο Κύριος σταθμίζει τα πνεύματα.

16:3 Αφιέρονε τα έργα σου εις τον Κύριον, και αι βουλαί σου θέλουσι στερεωθή.

16:4 Ο Κύριος έκαμε τα πάντα δι' εαυτόν, έτι και τον ασεβή διά την ημέραν την κακήν.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.