Δευτερονόμιονκεφάλαιο 24
Τα κείμενα για σύγκριση δεν φορτώθηκαν. Ελέγξτε τη σύνδεση και δοκιμάστε ξανά.
Ερμηνεία του κεφαλαίου (στα ρωσικά)
1Όταν τις λάβη γυναίκα και νυμφευθή μετ' αυτής, και συμβή να μη εύρη χάριν εις τους οφθαλμούς αυτού, διότι εύρηκεν εν αυτή άσχημον πράγμα, τότε ας γράψη εις αυτήν γράμμα διαζυγίου, και ας δώση αυτό εις την χείρα αυτής, και ας αποπέμψη αυτήν εκ της οικίας αυτού.
2Και αφού αναχωρήση από της οικίας αυτού, δύναται να υπάγη και να συζευχθή μετά άλλου ανδρός.
3Και εάν ο δεύτερος ανήρ αυτής μισήση αυτήν και γράψη εις αυτήν γράμμα διαζυγίου και δώση αυτό εις την χείρα αυτής, και αποπέμψη αυτήν από της οικίας αυτού, ή εάν αποθάνη ο δεύτερος ανήρ, ο λαβών αυτήν εις γυναίκα αυτού,
4ο πρώτος αυτής ανήρ, ο αποπέμψας αυτήν, δεν δύναται να λάβη αυτήν πάλιν εις εαυτόν γυναίκα, αφού εμολύνθη· διότι είναι βδέλυγμα ενώπιον του Κυρίου· και δεν θέλεις επιφέρει αμαρτίαν εις την γην, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε κληρονομίαν.
Ερμηνεία, στ. 1–4 (στα ρωσικά)
Муж имел право дать своей жене «разводное письмо и отпустить ее из своего дома», — т. е. формальным образом развестись с ней, — в том случае, когда «она не найдет благоволения в глазах его, потому что он находит в ней что-нибудь противное», говоря иначе — встречает такие физические или нравственные недостатки, которые делают продолжение брачного союза или невозможным, или очень тяжелым.
О прелюбодеянии жены, как причине развода, не могло быть и речи: по смыслу 20–22 ст. XXII гл. кн. Втор. прелюбодеи подлежали смертной казни.
Женившийся на обольщенной им девушке, а также несправедливо оклеветавший свою жену в отсутствии девства при вступлении в (первый) брак лишались права развода навсегда (Втор ХХII:13–19, 28–29).
В Моисеевом законе не упоминается о разводе по инициативе жены. Такое обстоятельство дает повод некоторым ученым предполагать, что последняя была лишена означенного права. Но это заключение едва ли справедливо. Если имела право оставить своего мужа, т. е. развестись с ним, наложница, лишенная «пищи, одежды, и общения» (Исх XXI:10–11), то тем боле полная жена. 11–12 ст. X гл. Ев. Мк по-видимому подтверждают это предположение. Раввины, прочно стоящие на почве древне-еврейского предания, уверяют, что жена имела право требовать развода: 1) в случаев лишения ее со стороны мужа супружеского общения; 2) в случаев десятилетнего бездетства, если будет доказано что причиной последнего является муж; 3) в случае физических недостатков или 4) нравственных свойств супруга, делающих продолжение брака невозможным; 5) в случае заразительной болезни мужа; 6) в случае не нравящегося жене основного занятия или ремесла супруга.
Если разведшиеся не вступали затем во второй брак, то могли снова соединиться как муж и жена (2–4 ст.). В противном случае вторичный брак разведенных супругов не допускался.
5Εάν τις νεωστί λάβη γυναίκα, δεν θέλει εξέλθει εις πόλεμον, και δεν θέλει επιφορτισθή επ' αυτόν ουδέν αλλά ελεύθερος θέλει είσθαι εν τη οικία αυτού εν έτος, και θέλει ευφράνει την γυναίκα αυτού την οποίαν έλαβε.
Ερμηνεία, στ. 5 (στα ρωσικά)
Ср. Втор XX:7.
6Δεν θέλει λάβει ουδείς εις ενέχυρον την άνω ουδέ την κάτω πέτραν του μύλου· διότι ζωήν λαμβάνει εις ενέχυρον.
Ερμηνεία, στ. 6 (στα ρωσικά)
Жернова ручной мельницы — необходимая принадлежность повседневного житейского обихода на Востоке. Справедливо предположить, что узаконение, конкретно выраженное на примере ручной мельницы, распространялось и на другие предметы первой необходимости в хозяйстве.
7Εάν τις φωραθή κλέπτων τινά εκ των αδελφών αυτού εκ των υιών Ισραήλ, και καταδουλώσας αυτόν επώλησε, τότε ο κλέπτης ούτος θέλει θανατόνεσθαι και θέλεις εξαφανίσει το κακόν εκ μέσου σου.
Ερμηνεία, στ. 7 (στα ρωσικά)
Ср. Исх ХХI:16.
8Πρόσεχε εις την πληγήν της λέπρας, να φυλάττης επιμελώς και να κάμνης κατά πάντα όσα οι ιερείς οι Λευΐται σας διδάξωσι καθώς προσέταξα εις αυτούς, θέλετε προσέχει να κάμνητε.
Ερμηνεία, στ. 8 (στα ρωσικά)
См. Лев ХIII–ХIV.
9Ενθυμού τι έκαμεν εις την Μαριάμ Κύριος ο Θεός σου καθ' οδόν, αφού εξήλθετε εξ Αιγύπτου.
Ερμηνεία, στ. 9 (στα ρωσικά)
Чис XII.
10Όταν δανείσης τι εις τον πλησίον σου, δεν θέλεις εισέλθει εις την οικίαν αυτού διά να λάβης το ενέχυρον αυτού·
11έξω θέλεις σταθή, και ο άνθρωπος εις τον οποίον δανείζεις θέλει εκφέρει εις σε το ενέχυρον.
Ερμηνεία, στ. 10–11 (στα ρωσικά)
Подчиняясь чувству алчности, кредитор, при входе в дом должника, мог бы взять в залог такую вещь, стоимость которой далеко превышает кредит.
12Και εάν ο άνθρωπος ήναι πτωχός, δεν θέλεις κοιμηθή μετά του ενεχύρου αυτού·
13εξάπαντος θέλεις αποδώσει εις αυτόν το ενέχυρον περί την δύσιν του ηλίου, και θέλει κοιμηθή εν τω ιματίω αυτού και θέλει σε ευλογήσει και θέλει είσθαι εις σε δικαιοσύνη ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.
Ερμηνεία, στ. 12–13 (στα ρωσικά)
Ср. Исх XXII:25–27. Тяжелый верхний плащ, без которого можно обойтись днем, является существенно-необходимым ночью, как средство защиты от холода, у бедняка — единственное. Совершенно запрещается брать в залог всякую одежду у вдовы (ст. 17).
14Δεν θέλεις αδικήσει μισθωτόν πτωχόν και ενδεή, εκ των αδελφών σου ή εκ των ξένων σου των εν τη γη σου, εντός των πυλών σου.
15Αυθημερόν θέλεις δώσει τον μισθόν αυτού, πριν δύση ο ήλιος επ' αυτόν· διότι είναι πτωχός και έχει την ελπίδα αυτού εις αυτόν· διά να μη βοήση κατά σου προς Κύριον, και γείνη εις σε αμαρτία.
Ερμηνεία, στ. 14–15 (στα ρωσικά)
Ср. Лев ХIX:13.
16Οι πατέρες δεν θέλουσι θανατόνεσθαι διά τα τέκνα, ούτε τα τέκνα θέλουσι θανατόνεσθαι διά τους πατέρας· έκαστος θέλει θανατόνεσθαι διά το ίδιον εαυτού αμάρτημα.
Ερμηνεία, στ. 16 (στα ρωσικά)
Принцип человеческого суда. Усвоение последнему прерогатив суда божественного, карающего иногда отцов в потомстве (Исх ХX:5; XXXIV:7), могло бы привести к несправедливости.
17Δεν θέλεις διαστρέφει την κρίσιν του ξένου, του ορφανού, ουδέ θέλεις λαμβάνει το ιμάτιον της χήρας ενέχυρον·
Ερμηνεία, στ. 17 (στα ρωσικά)
Ср. Исх ХХII:21–24; XXIII:9; Лев ХIX:33–36, 19–22. Ср. Лев XIX:9, 10; XXIII:22.
18αλλά θέλεις ενθυμείσθαι ότι δούλος εστάθης εν Αιγύπτω, και σε ελύτρωσε Κύριος ο Θεός σου εκείθεν· διά τούτο εγώ προστάζω εις σε να κάμνης το πράγμα τούτο.
19Όταν θερίζης το θέρος σου εν τω αγρώ σου, και λησμονήσης χειρόβολόν τι εν τω αγρώ, δεν θέλεις επιστρέψει διά να λάβης αυτό· διά τον ξένον θέλει είσθαι, διά τον ορφανόν και διά την χήραν· διά να σε ευλογή Κύριος ο Θεός σου εις πάντα τα έργα των χειρών σου.
20Αφού τινάξης τας ελαίας σου, δεν θέλεις πάλιν ελαιολογήσει τους κλάδους· θέλει είσθαι διά τον ξένον, διά τον ορφανόν και διά την χήραν.
21Αφού τρυγήσης τον αμπελώνά σου, δεν θέλεις σταφυλολογήσει πάλιν· θέλει είσθαι διά τον ξένον, διά τον ορφανόν και διά την χήραν.
22Και θέλεις ενθυμείσθαι ότι δούλος εστάθης εν γη Αιγύπτου· διά τούτο εγώ προστάζω εις σε να κάμνης το πράγμα τούτο.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850. Ερμηνεία: «Ερμηνευτική Βίβλος», επιμ. Α. Π. Λοπουχίν (στα ρωσικά).
Законы: о разводе; о льготе новобрачного в отношении исполнения воинской повинности; о залогах; о насильственном закрепощении человека; о соблюдении мер предосторожности в отношении проказы; о незадерживании платы поденщикам; об ответственности каждого за свой грех; о правосудии; о благотворительности.