Δευτερονόμιονκεφάλαιο 25
Τα κείμενα για σύγκριση δεν φορτώθηκαν. Ελέγξτε τη σύνδεση και δοκιμάστε ξανά.
Ερμηνεία του κεφαλαίου (στα ρωσικά)
1Εάν συμβή διαφορά μεταξύ ανθρώπων, και έλθωσιν εις την κρίσιν, και κρίνωσιν αυτούς, τότε θέλουσι δικαιώσει τον δίκαιον και καταδικάσει τον ένοχον.
Ερμηνεία, στ. 1 (στα ρωσικά)
Об организации суда см. Втор XVI:18–20; XVII:8–13.
2Και εάν ο ένοχος ήναι άξιος μαστιγώσεως, ο κριτής θέλει προστάξει να ρίψωσιν αυτόν κάτω, και κατά το πταίσμα αυτού να μαστιγώσωσιν αυτόν ενώπιον αυτού αριθμόν τινά.
3Τεσσαράκοντα δύναται να μαστιγώση αυτόν, ουχί περισσότερον· μήποτε, εάν προσθέση να μαστιγώση αυτόν επέκεινα τούτων με πολλάς μαστιγώσεις, φανή ο αδελφός σου βδελυκτός εις τους οφθαλμούς σου.
Ερμηνεία, στ. 3 (στα ρωσικά)
В предупреждение увлечения со стороны палача раввины позднейшего времени постановили, что высшей мерой телесного наказания должны быть 39 ударов. На этом основании и Ап. Павел, будучи неоднократно присуждаем еврейским судом к телесному наказанию, подвергался «сорока ударам без одного» (2 Кор XI:24).
4Δεν θέλεις εμφράξει το στόμα βοός αλωνίζοντος.
Ερμηνεία, στ. 4 (στα ρωσικά)
«Высший смысл этого ясно показал нам божественный апостол (1 Кор IX:9–11). Но благочестен и тот смысл, который представляется с первого взгляда. Ибо несправедливо не вкусить плода тому, кто возделал землю, и с трудом обмолачивает снопы» (блаж. Феодор., Толк. на кн. Втор., вопр. 31).
См. пр. к 21 ст. XIV гл. кн. Втор.
5Εάν συγκατοικώσιν αδελφοί, και αποθάνη εις εξ αυτών και δεν έχη τέκνα, η γυνή του αποθανόντος δεν θέλει υπανδρευθή με ξένον· ο αδελφός του ανδρός αυτής θέλει εισέλθει προς αυτήν, και θέλει λάβει αυτήν εις εαυτόν γυναίκα και εκπληρώσει το χρέος του ανδραδέλφου εις αυτήν.
6Και ο πρωτότοκος, τον οποίον γεννήση, θέλει ονομασθή με το όνομα του αποθανόντος αδελφού αυτού, και δεν θέλει εξαλειφθή το όνομα αυτού εκ του Ισραήλ.
7Εάν δε ο άνθρωπος δεν ευαρεστήται να λάβη την γυναίκα του αδελφού αυτού, τότε η γυνή του αδελφού αυτού ας αναβή εις την πύλην προς τους πρεσβυτέρους και ας είπη, Ο αδελφός του ανδρός μου αρνείται να αναστήση το όνομα του αδελφού αυτού εν τω Ισραήλ· δεν θέλει να εκπληρώση εις εμέ το χρέος του ανδραδέλφου.
8Τότε οι πρεσβύτεροι της πόλεως αυτού θέλουσι καλέσει αυτόν και λαλήσει προς αυτόν· και εάν αυτός επιμένη, λέγων, Δεν ευαρεστούμαι να λάβω αυτήν,
9τότε η γυνή του αδελφού αυτού θέλει ελθεί προς αυτόν ενώπιον των πρεσβυτέρων, και θέλει λύσει το υπόδημα αυτού από του ποδός αυτού και εμπτύσει εις το πρόσωπον αυτού, και αποκριθείσα θέλει ειπεί, Ούτω θέλει γίνεσθαι εις τον άνθρωπον, όστις δεν θέλει να οικοδομήση τον οίκον του αδελφού αυτού.
10Και θέλει ονομάζεσθαι το όνομα αυτού εν τω Ισραήλ, Ο οίκος του έχοντος λελυμένου το υπόδημα.
Ερμηνεία, στ. 5–10 (στα ρωσικά)
Исключением из запрещенных браков в близких степенях родства является брак с женою умершего бездетным брата, так называемый левиратный (levif — деверь) брак, имевший своей целью поддержание «имени почившего в израиле».
За неимением брата, бездетную вдову должен был взять ближайший родственник.
Делая левиратное постановление, Моисей вводил не новый закон, а только сообщал юридическую силу древнему обычаю, существовавшему у евреев и некоторых других народов. Первый библейский пример левиратного брака встречаем в семействе сына патриарха Иакова — Иуды (Быт XXXVIII). Правда, Моисей несколько ослабляет обязательность исполнения древнего обычая, но обставляет это отступление такими формальностями, которые имеют характер косвенного побуждения к тому, чтобы эти отступления не были слишком частыми (ср. блаж. Феодорита вопр. 32 на кн. Втор.).
11Εάν άνθρωποι μάχωνται προς αλλήλους, και η γυνή του ενός πλησιάση διά να ελευθερώση τον άνδρα αυτής εκ της χειρός του τύπτοντος αυτόν, και εκτείνασα την χείρα αυτής πιάση αυτόν από των κρυφίων αυτού,
12τότε θέλεις αποκόψει την χείρα αυτής· ο οφθαλμός σου δεν θέλει φεισθή.
Ερμηνεία, στ. 11–12 (στα ρωσικά)
Помимо своей безнравственности, запрещаемый прием борьбы опасен для здоровья и может оказаться вредным для потомства потерпевшего.
13Δεν θέλεις έχει εν τω σακκίω σου διάφορα ζύγια, μεγάλον και μικρόν.
14Δεν θέλεις έχει εν τη οικία σου διάφορα μέτρα, μεγάλον και μικρόν.
15Αληθινόν και δίκαιον ζύγιον θέλεις έχει αληθινόν και δίκαιον μέτρον θέλεις έχει διά να πληθύνωνται αι ημέραι σου επί της γης την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σέ·
16διότι πάντες οι πράττοντες ταύτα, πάντες οι πράττοντες αδικίαν, είναι βδέλυγμα εις Κύριον τον Θεόν σου.
Ερμηνεία, στ. 13–16 (στα ρωσικά)
Номинальный вес гири и номинальный объем ефы должны соответствовать их фактической величине.
17Ενθυμού τι έκαμεν εις σε ο Αμαλήκ εν τη οδώ, αφού εξήλθετε εξ Αιγύπτου·
18τίνι τρόπω αντεστάθη εις σε εν τη οδώ και απέκοψε τους οπισθίους σου, πάντας τους αδυνάτους τους όπισθέν σου, ενώ ήσο αποκαμωμένος και κεκοπιασμένος· και δεν εφοβήθη τον Θεόν.
19Διά τούτο, αφού Κύριος ο Θεός σου σοι έδωκεν ανάπαυσιν από πάντων των εχθρών σου κύκλω, εν τη γη την οποίαν Κύριος ο Θεός σου δίδει εις σε κληρονομίαν διά να κατακληρονομήσης αυτήν, τότε θέλεις εξαλείψει το μνημόσυνον του Αμαλήκ υποκάτωθεν του ουρανού· δεν θέλεις λησμονήσει.
Ερμηνεία, στ. 17–19 (στα ρωσικά)
См. Иcx XVII:8–16. Позднее, амаликитяне были разбиты Саулом (1 Цар XV:1–8) и окончательно уничтожены при Езекии (1 Пар IV:41–43).
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850. Ερμηνεία: «Ερμηνευτική Βίβλος», επιμ. Α. Π. Λοπουχίν (στα ρωσικά).
Законы: о справедливости в суде; о телесном наказании виновных; о гуманном отношении к рабочему скоту; о левиратном браке; о вредных для здоровья человека и его потомства приемах борьбы; о правильности мер и весов; повеление об истреблении амаликитян.