Ημέρα 48 από 365
Έξ 38:1–39:43, Μκ 1:1–16, Ψαλ 22:1–31
Παλαιά Διαθήκη
38:1 Και έκαμε το θυσιαστήριον του ολοκαυτώματος εκ ξύλου σιττίμ· πέντε πηχών το μήκος αυτού και πέντε πηχών το πλάτος αυτού, τετράγωνον· και το ύψος αυτού τριών πηχών·
38:2 και έκαμε τα κέρατα αυτού επί των τεσσάρων γωνιών αυτού· τα κέρατα αυτού ήσαν εκ του αυτού· και περιεκάλυψεν αυτό χαλκόν.
38:3 Και έκαμε πάντα τα σκεύη του θυσιαστηρίου, τους λέβητας και τα πτυάρια και τας λεκάνας, τας κρεάγρας και τα πυροδόχα· πάντα τα σκεύη αυτού έκαμε χάλκινα.
38:4 Και έκαμε διά το θυσιαστήριον χαλκίνην εσχάραν δικτυωτής εργασίας υπό την περιοχήν αυτού κάτωθεν έως του μέσου αυτού.
38:5 Και έχυσε τέσσαρας κρίκους διά τα τέσσαρα άκρα της χαλκίνης εσχάρας, διά να ήναι θήκαι των μοχλών.
38:6 Και έκαμε τους μοχλούς εκ ξύλου σιττίμ, και περιεκάλυψεν αυτούς με χαλκόν.
38:7 Και εισήξε τους μοχλούς εις τους κρίκους κατά τα πλάγια του θυσιαστηρίου, διά να βαστάζωσιν αυτό δι' αυτών· κοίλον σανιδωτόν έκαμεν αυτό.
38:8 Και έκαμε τον νιπτήρα χάλκινον και την βάσιν αυτού χαλκίνην εκ των κατόπτρων των συναθροιζομένων γυναικών, αίτινες συνηθροίζοντο παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου.
38:9 Και έκαμε την αυλήν· κατά το πλευρόν το προς μεσημβρίαν τα παραπετάσματα της αυλής ήσαν εκ βύσσου κεκλωσμένης, εκατόν πηχών.
38:10 Οι στύλοι αυτών ήσαν είκοσι και τα χάλκινα αυτών υποβάσια είκοσι τα άγκιστρα των στύλων και αι ζώναι αυτών αργυρά.
38:11 Και κατά το βόρειον πλευρόν τα παραπετάσματα ήσαν εκατόν πηχών· οι στύλοι αυτών είκοσι και τα χάλκινα υποβάσια αυτών είκοσι τα άγκιστρα των στύλων και αι ζώναι αυτών αργυρά.
38:12 Και κατά το δυτικόν πλευρόν ήσαν παραπετάσματα πεντήκοντα πηχών· οι στύλοι αυτών δέκα και τα υποβάσια αυτών δέκα· τα άγκιστρα των στύλων και αι ζώναι αυτών αργυρά.
38:13 Και κατά το ανατολικόν πλευρόν το προς ανατολάς, πεντήκοντα πηχών.
38:14 Τα παραπετάσματα του ενός μέρους της πύλης ήσαν δεκαπέντε πηχών· οι στύλοι αυτών τρεις και τα υποβάσια αυτών τρία.
38:15 Και εις το άλλο μέρος της πύλης της αυλής εκατέρωθεν ήσαν παραπετάσματα δεκαπέντε πηχών· οι στύλοι αυτών τρεις και τα υποβάσια αυτών τρία.
38:16 Πάντα τα παραπετάσματα της αυλής κύκλω ήσαν εκ βύσσου κεκλωσμένης.
38:17 Και τα υποβάσια διά τους στύλους ήσαν χάλκινα· τα άγκιστρα των στύλων και αι ζώναι αυτών αργυρά· και τα κιονόκρανα αυτών ήσαν περικεκαλυμμένα με αργύριον· και πάντες οι στύλοι της αυλής ήσαν εζωσμένοι με αργύριον.
38:18 Και το καταπέτασμα διά την πύλην της αυλής ήτο εργασίας κεντητού εκ κυανού και πορφυρού και κοκκίνου και βύσσου κεκλωσμένης· και ήτο είκοσι πηχών το μήκος και το ύψος εις το πλάτος πέντε πηχών, καθώς εις τα παραπετάσματα της αυλής.
38:19 Και οι στύλοι αυτών τέσσαρες και τα χάλκινα υποβάσια αυτών τέσσαρα· τα άγκιστρα αυτών αργυρά, και τα κιονόκρανα αυτών περικεκαλυμμένα με αργύριον και αι ζώναι αυτών αργυραί.
38:20 Και πάντες οι πάσσαλοι της σκηνής και της αυλής κύκλω χάλκινοι.
38:21 Αύτη είναι η απαρίθμησις των πραγμάτων της σκηνής, της σκηνής του μαρτυρίου, καθώς ηριθμήθησαν κατά την προσταγήν του Μωϋσέως, διά την υπηρεσίαν των Λευϊτών διά χειρός του Ιθάμαρ, υιού του Ααρών του ιερέως.
38:22 Και ο Βεσελεήλ ο υιός του Ουρί, υιού του Ωρ, εκ φυλής Ιούδα, έκαμε πάντα όσα προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.
38:23 Και ήτο μετ' αυτού Ελιάβ, ο υιός του Αχισαμάχ, εκ φυλής Δαν, εγχαράκτης και ευμήχανος τεχνίτης και κεντητής εις κυανούν και εις πορφυρούν και εις κόκκινον και εις βύσσον.
38:24 Παν το χρυσίον το δαπανηθέν διά την εργασίαν εις όλον το έργον του αγιαστηρίου, το χρυσίον της προσφοράς, ήτο εικοσιεννέα τάλαντα και επτακόσιοι τριάκοντα σίκλοι, κατά τον σίκλον του αγιαστηρίου.
38:25 Και το αργύριον των απαριθμηθέντων εκ της συναγωγής εκατόν τάλαντα, και χίλιοι επτακόσιοι και εβδομήκοντα πέντε σίκλοι, κατά τον σίκλον του αγιαστηρίου·
38:26 εν βεκάχ κατά κεφαλήν, το ήμισυ του σίκλου, κατά τον σίκλον του αγιαστηρίου, διά πάντα περνώντα εις την απαρίθμησιν, από είκοσι ετών ηλικίας και επάνω, διά εξακοσίας και τρεις χιλιάδας και πεντακοσίους και πεντήκοντα ανθρώπους.
38:27 Και εκ του αργυρίου των εκατόν ταλάντων εχύθησαν τα υποβάσια του αγιαστηρίου και τα υποβάσια του καταπετάσματος· εκατόν υποβάσια από εκατόν ταλάντων, εν τάλαντον δι' εν υποβάσιον.
38:28 Και από των χιλίων επτακοσίων εβδομήκοντα πέντε σίκλων έκαμεν άγκιστρα διά τους στύλους και περιεκάλυψε τα κιονόκρανα αυτών και έζωσεν αυτούς.
38:29 Και ο χαλκός της προσφοράς ήτο εβδομήκοντα τάλαντα και δύο χιλιάδες και τετρακόσιοι σίκλοι.
38:30 Και εκ τούτου έκαμε τα υποβάσια εις την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου και το χάλκινον θυσιαστήριον και την χαλκίνην εσχάραν δι' αυτό, και πάντα τα σκεύη του θυσιαστηρίου,
38:31 και τα υποβάσια της αυλής κύκλω και τα υποβάσια της πύλης της αυλής και πάντας τους πασσάλους της σκηνής και πάντας τους πασσάλους της αυλής κύκλω.
39:1 Και εκ του κυανού και πορφυρού και κοκκίνου έκαμον στολάς λειτουργικάς διά να λειτουργώσιν εν τω αγίω, και έκαμον τας αγίας στολάς διά τον Ααρών, καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.
39:2 Και έκαμε το εφόδ εκ χρυσίου, εκ κυανού και πορφυρού και κοκκίνου και βύσσου κεκλωσμένης.
39:3 Και εσφυρηλάτησαν το χρυσίον εις λεπτάς πλάκας και έκοψαν αυτό εις σύρματα, διά να εργασθώσιν αυτό εις το κυανούν και εις το πορφυρούν και εις το κόκκινον και εις την βύσσον με έντεχνον εργασίαν.
39:4 Έκαμον επωμίδας συναπτάς δι' αυτό· συναπτομένας επί των δύο άκρων αυτού.
39:5 Και η κεντητή ζώνη του εφόδ επ' αυτό ήτο εκ του αυτού κατά την εργασίαν αυτού· εκ χρυσίου, εκ κυανού και πορφυρού και κοκκίνου και βύσσου κεκλωσμένης, καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.
39:6 Και ειργάσθησαν τους ονυχίτας λίθους ενηρμοσμένους εν οικίσκοις χρυσοίς, εγκεχαραγμένους, καθώς εγχαράττονται αι σφραγίδες, με τα ονόματα των υιών Ισραήλ.
39:7 Και έθεσεν αυτούς επί των επωμίδων του εφόδ, λίθους μνημοσύνου εις τους υιούς Ισραήλ, καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.
39:8 Και έκαμε το περιστήθιον εντέχνου εργασίας, κατά την εργασίαν του εφόδ, εκ χρυσίου, εκ κυανού και πορφυρού και κοκκίνου και βύσσου κεκλωσμένης.
39:9 Τετράγωνον ήτο· διπλούν έκαμον το περιστήθιον· μιας σπιθαμής το μήκος αυτού και μιας σπιθαμής το πλάτος αυτού, διπλού.
39:10 Και ενήρμοσαν εις αυτό τέσσαρας σειράς λίθων· σειρά σαρδίου, τοπαζίου και σμαράγδου ήτο η σειρά η πρώτη.
39:11 Και η δευτέρα σειρά, άνθραξ, σάπφειρος και αδάμας.
39:12 Και η τρίτη σειρά, λιγύριον, αχάτης και αμέθυστος.
39:13 Και η τετάρτη σειρά, βηρύλλιον, όνυξ και ίασπις· ούτοι ήσαν ενηρμοσμένοι εν οικίσκοις χρυσοίς εις τα περικλείσματα αυτών.
39:14 Και οι λίθοι ήσαν κατά τα ονόματα των υιών Ισραήλ, δώδεκα, κατά τα ονόματα αυτών, κατά την γλυφήν της σφραγίδος, έκαστος με το όνομα αυτού κατά τας δώδεκα φυλάς.
39:15 Και έκαμον επί το περιστήθιον αλύσεις κατά τα άκρα, πλεκτής εργασίας εκ χρυσίου καθαρού.
39:16 Και έκαμον δύο οικίσκους χρυσούς και δύο κρίκους χρυσούς και επέρασαν τους δύο κρίκους εις τα δύο άκρα του περιστηθίου.
39:17 Και επέρασαν τας δύο πλεκτάς χρυσάς αλύσεις εις τους δύο κρίκους τους εις τα άκρα του περιστηθίου.
39:18 Και τα δύο άκρα των δύο πλεκτών αλύσεων συνήψαν με τους δύο οικίσκους και έβαλον αυτούς επί των επωμίδων του εφόδ, εις το έμπροσθεν μέρος αυτού.
39:19 Και έκαμον δύο κρίκους χρυσούς και έβαλον αυτούς επί των δύο άκρων του περιστηθίου, εις το χείλος αυτού, το οποίον ήτο κατά το μέρος του εφόδ έσωθεν.
39:20 Και έκαμον δύο άλλους κρίκους χρυσούς και έβαλον αυτούς εις τα δύο πλάγια του εφόδ κάτωθεν, προς το εμπροσθινόν μέρος αυτού αντικρύ της άλλης ενώσεως αυτού άνωθεν της κεντητής ζώνης του εφόδ.
39:21 Και έδεσαν το περιστήθιον διά των κρίκων αυτού εις τους κρίκους του εφόδ με ταινίαν εκ κυανού, διά να ήναι άνωθεν της κεντητής ζώνης του εφόδ, και διά να μη ήναι το περιστήθιον κεχωρισμένον από του εφόδ· καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.
39:22 Και έκαμε τον ποδήρη του εφόδ εργασίας υφαντής, όλον εκ κυανού.
39:23 Και ήτο άνοιγμα εν τω μέσω του ποδήρους, ως άνοιγμα θώρακος, με ταινίαν κύκλω του ανοίγματος, διά να μη σχίζηται.
39:24 Και έκαμον επί των κρασπέδων του ποδήρους ρόδια εκ κυανού και πορφυρού και κοκκίνου και βύσσου κεκλωσμένης.
39:25 Και έκαμον κώδωνας εκ χρυσίου καθαρού και έβαλον τους κώδωνας μεταξύ των ροδίων επί του κρασπέδου του ποδήρους κύκλω μεταξύ των ροδίων·
39:26 κώδωνα και ρόδιον, κώδωνα και ρόδιον, επί των κρασπέδων του ποδήρους του λειτουργικού κύκλω καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.
39:27 Και έκαμον τους χιτώνας εκ βύσσου υφαντής εργασίας, διά τον Ααρών και διά τους υιούς αυτού,
39:28 και την μίτραν εκ βύσσου και τα μιτρίδια κεκοσμημένα εκ βύσσου και τα λινά περισκελή εκ βύσσου κεκλωσμένης,
39:29 και την ζώνην εκ βύσσου κεκλωσμένης και κυανού και πορφυρού και κοκκίνου, κεντητής εργασίας· καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.
39:30 Και έκαμον το πέταλον του ιερού στέμματος εκ χρυσίου καθαρού και ενεχάραξαν επ' αυτό γράμματα ως χάραγμα σφραγίδος, ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ.
39:31 Και έδεσαν εις αυτό ταινίαν κυανήν, διά να συνάψωσιν αυτό άνωθεν επί της μίτρας· καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.
39:32 Ούτως ετελειώθη άπαν το έργον της σκηνής του μαρτυρίου· και έκαμον οι υιοί Ισραήλ κατά πάντα όσα προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν· ούτως έκαμον.
39:33 Και έφεραν την σκηνήν προς τον Μωϋσήν· την σκηνήν, και πάντα τα σκεύη αυτής, τας περόνας αυτής, τας σανίδας αυτής, τους μοχλούς αυτής και τους στύλους αυτής, και τα υποβάσια αυτής,
39:34 και το επικάλυμμα το εκ δερμάτων κριών κοκκινοβαφών και το επικάλυμμα το εκ δερμάτων θώων και το καλυπτήριον καταπέτασμα,
39:35 την κιβωτόν του μαρτυρίου και τους μοχλούς αυτής και το ιλαστήριον,
39:36 την τράπεζαν, πάντα τα σκεύη αυτής και τους άρτους της προθέσεως,
39:37 την καθαράν λυχνίαν, τους λύχνους αυτής, τους λύχνους κατά την διάταξιν αυτών και πάντα τα σκεύη αυτής και το έλαιον του φωτός,
39:38 και το χρυσούν θυσιαστήριον και το χριστήριον έλαιον και το ευώδες θυμίαμα και τον τάπητα διά την θύραν της σκηνής,
39:39 το χάλκινον θυσιαστήριον και την χαλκίνην εσχάραν αυτού, τους μοχλούς αυτού και πάντα τα σκεύη αυτού, τον νιπτήρα και την βάσιν αυτού,
39:40 τα παραπετάσματα της αυλής, τους στύλους αυτής και τα υποβάσια αυτής και το καταπέτασμα διά την πύλην της αυλής, τα σχοινία αυτής και τους πασσάλους αυτής και πάντα τα σκεύη της υπηρεσίας της σκηνής διά την σκηνήν του μαρτυρίου,
39:41 τας λειτουργικάς στολάς, διά να λειτουργώσιν εν τω αγίω, και τας αγίας στολάς διά τον Ααρών τον ιερέα και τας στολάς των υιών αυτού, διά να ιερατεύωσι.
39:42 Κατά πάντα όσα προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν, ούτως έκαμον οι υιοί Ισραήλ άπαν το έργον.
39:43 Και είδεν ο Μωϋσής άπαν το έργον και ιδού, είχον κάμει αυτό καθώς προσέταξεν ο Κύριος· ούτως έκαμον· και ευλόγησεν αυτούς ο Μωϋσής.
Καινή Διαθήκη
1 Αρχή του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, Υιού του Θεού.
2 Καθώς είναι γεγραμμένον εν τοις προφήταις· Ιδού, εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, όστις θέλει κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου·
3 Φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν του Κυρίου, ευθείας κάμετε τας τρίβους αυτού.
4 Ήτο ο Ιωάννης βαπτίζων εν τη ερήμω και κηρύττων βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών.
5 Και εξήρχοντο προς αυτόν όλος ο τόπος της Ιουδαίας και οι Ιεροσολυμίται, και εβαπτίζοντο πάντες εν τω Ιορδάνη ποταμώ υπ' αυτού, εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών.
6 Ήτο δε ο Ιωάννης ενδεδυμένος τρίχας καμήλου και έχων ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού, και τρώγων ακρίδας και μέλι άγριον.
7 Και εκήρυττε, λέγων· Έρχεται ο ισχυρότερός μου οπίσω μου, του οποίου δεν είμαι άξιος σκύψας να λύσω το λωρίον των υποδημάτων αυτού.
8 Εγώ μεν σας εβάπτισα εν ύδατι, αυτός δε θέλει σας βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω.
9 Και εν εκείναις ταις ημέραις ήλθεν ο Ιησούς από Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και εβαπτίσθη υπό Ιωάννου εις τον Ιορδάνην.
10 Και ευθύς ενώ ανέβαινεν από του ύδατος, είδε τους ουρανούς σχιζομένους και το Πνεύμα καταβαίνον ως περιστεράν επ' αυτόν·
11 και φωνή έγεινεν εκ των ουρανών· Συ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, εις τον οποίον ευηρεστήθην.
12 Και ευθύς το Πνεύμα εκβάλλει αυτόν εις την έρημον·
13 και ήτο εκεί εν τη ερήμω ημέρας τεσσαράκοντα πειραζόμενος υπό του Σατανά, και ήτο μετά των θηρίων, και οι άγγελοι υπηρέτουν αυτόν.
14 Αφού δε παρεδόθη ο Ιωάννης, ήλθεν ο Ιησούς εις την Γαλιλαίαν κηρύττων το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού
15 και λέγων ότι επληρώθη ο καιρός και επλησίασεν η βασιλεία του Θεού· μετανοείτε και πιστεύετε εις το ευαγγέλιον.
16 Περιπατών δε παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας, είδε τον Σίμωνα και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, ρίπτοντας δίκτυον εις την θάλασσαν· διότι ήσαν αλιείς·
Ψαλμός
1 Εις τον πρώτον μουσικόν, επί Αγέλεθ Σάχαρ. Ψαλμός του Δαβίδ.
2 Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλιπες; διά τι ίστασαι μακράν από της σωτηρίας μου και από των λόγων των στεναγμών μου;
3 Θεέ μου, κράζω την ημέραν, και δεν αποκρίνεσαι· και την νύκτα, και δεν σιωπώ.
4 Συ δε ο Άγιος κατοικείς μεταξύ των επαίνων του Ισραήλ.
5 Επί σε ήλπισαν οι πατέρες ημών· ήλπισαν, και ηλευθέρωσας αυτούς.
6 Προς σε έκραξαν και εσώθησαν· επί σε ήλπισαν και δεν κατησχύνθησαν.
7 Εγώ δε είμαι σκώληξ και ουχί άνθρωπος· όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα του λαού.
8 Με εμυκτήρισαν πάντες οι βλέποντές με· ανοίγουσι τα χείλη, κινούσι την κεφαλήν, λέγοντες,
9 Ήλπισεν επί τον Κύριον· ας ελευθερώση αυτόν· ας σώση αυτόν, επειδή θέλει αυτόν.
10 Αλλά συ είσαι ο εκσπάσας με εκ της κοιλίας· η ελπίς μου από των μαστών της μητρός μου.
11 Επί σε ερρίφθην εκ μήτρας· εκ κοιλίας της μητρός μου συ είσαι ο Θεός μου.
12 Μη απομακρυνθής απ' εμού· διότι η θλίψις είναι πλησίον· διότι ουδείς ο βοηθών.
13 Ταύροι πολλοί με περιεκύκλωσαν· ταύροι δυνατοί εκ Βασάν με περιεστοίχισαν.
14 Ήνοιξαν επ' εμέ το στόμα αυτών, ως λέων αρπάζων και βρυχόμενος.
15 Εξεχύθην ως ύδωρ, και εξηρθρώθησαν πάντα τα οστά μου· η καρδία μου έγεινεν ως κηρίον, κατατήκεται εν μέσω των εντοσθίων μου.
16 Η δύναμίς μου εξηράνθη ως όστρακον, και η γλώσσα μου εκολλήθη εις τον λάρυγγά μου· και συ με κατεβίβασας εις το χώμα του θανάτου.
17 Διότι κύνες με περιεκύκλωσαν· σύναξις πονηρευομένων με περιέκλεισεν· ετρύπησαν τας χείρας μου και τους πόδας μου·
18 Δύναμαι να αριθμήσω πάντα τα οστά μου· ούτοι με ενατενίζουσι και με παρατηρούσι.
19 Διεμερίσθησαν τα ιμάτιά μου εις εαυτούς· και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον.
20 Αλλά συ, Κύριε, μη απομακρυνθής· συ, η δύναμίς μου, σπεύσον εις βοήθειάν μου.
21 Ελευθέρωσον από ρομφαίας την ψυχήν μου την μεμονωμένην μου από δυνάμεως κυνός.
22 Σώσόν με εκ στόματος λέοντος και εισάκουσόν μου, ελευθερόνων με από κεράτων μονοκερώτων.
23 Θέλω διηγείσθαι το όνομά σου προς τους αδελφούς μου· εν μέσω συνάξεως θέλω σε επαινεί.
24 Οι φοβούμενοι τον Κύριον, αινείτε αυτόν· άπαν το σπέρμα Ιακώβ, δοξάσατε αυτόν· και φοβήθητε αυτόν, άπαν το σπέρμα Ισραήλ.
25 Διότι δεν εξουθένωσε και δεν απεστράφη την θλίψιν του τεθλιμμένου, και δεν έκρυψε το πρόσωπον αυτού απ' αυτού· και ότε εβόησε προς αυτόν, εισήκουσεν.
26 Από σου θέλει αρχίζει η αίνεσίς μου εν εκκλησία μεγάλη· θέλω αποδώσει τας ευχάς μου ενώπιον των φοβουμένων αυτόν.
27 Οι τεθλιμμένοι θέλουσι φάγει και θέλουσι χορτασθή· θέλουσιν αινέσει τον Κύριον οι εκζητούντες αυτόν· η καρδία σας θέλει ζη εις τον αιώνα.
28 Θέλουσιν ενθυμηθή και επιστραφή προς τον Κύριον πάντα τα πέρατα της γής· και θέλουσι προσκυνήσει ενώπιόν σου πάσαι αι φυλαί των εθνών.
29 Διότι του Κυρίου είναι η βασιλεία, και αυτός εξουσιάζει τα έθνη.
30 Θέλουσι φάγει και θέλουσι προσκυνήσει πάντες οι παχείς της γής· ενώπιον αυτού θέλουσι κλίνει πάντες οι καταβαίνοντες εις το χώμα· και ουδείς την ζωήν αυτού θέλει δυνηθή να φυλάξη.
31 Οι μεταγενέστεροι θέλουσι δουλεύσει αυτόν· θέλουσιν αναγραφή εις τον Κύριον ως γενεά αυτού.
32 Θέλουσιν ελθεί και αναγγείλει την δικαιοσύνην αυτού, προς λαόν, όστις μέλλει να γεννηθή· διότι αυτός έκαμε τούτο.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.