Ημέρα 50 από 365
Λευ 2:1–3:17, Μκ 2:1–18, Παρ 12:1–12
Παλαιά Διαθήκη
2:1 Εάν δε προσφέρη τις δώρον προσφοράν εξ αλφίτων προς τον Κύριον, σεμίδαλις θέλει είσθαι το δώρον αυτού· και θέλει επιχύσει επ' αυτό έλαιον και επιθέσει επ' αυτό λιβάνιον.
2:2 Και θέλει φέρει αυτό προς τους υιούς του Ααρών, τους ιερείς· και ο ιερεύς θέλει δράξει από της σεμιδάλεως αυτού και από του ελαίου αυτού όσον χωρεί η χειρ αυτού και άπαν το λιβάνιον αυτού· και θέλει καύσει ο ιερεύς το μνημόσυνον αυτού επί του θυσιαστηρίου· είναι θυσία γινομένη διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον.
2:3 Το δε υπόλοιπον της εξ αλφίτων προσφοράς θέλει είσθαι του Ααρών και των υιών αυτού· είναι αγιώτατον εκ των θυσιών των γινομένων διά πυρός προς τον Κύριον.
2:4 Και όταν προσφέρης δώρον προσφοράν εξ αλφίτων εψημένην εν κλιβάνω, θέλει είσθαι άρτοι άζυμοι από σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου και λάγανα άζυμα κεχρισμένα με έλαιον.
2:5 Εάν δε το δώρον σου ήναι προσφορά εξ αλφίτων εψημένη εις κάψαν, άζυμον θέλει είσθαι εκ σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου.
2:6 Θέλεις διαμερίσει αυτήν εις τμήματα και θέλεις επιχύσει επ' αυτής έλαιον· είναι προσφορά εξ αλφίτων.
2:7 Και εάν το δώρον σου ήναι προσφορά εξ αλφίτων εψημένη εν τηγανίω, θέλει γείνει από σεμιδάλεως μετά ελαίου.
2:8 Και θέλεις φέρει προς τον Κύριον την εξ αλφίτων προσφοράν, την οποίαν έκαμες εκ τούτων· και όταν φερθή προς τον ιερέα, αυτός θέλει πλησιάσει αυτήν εις το θυσιαστήριον.
2:9 Και θέλει χωρίσει ο ιερεύς από της εξ αλφίτων προσφοράς το μνημόσυνον αυτής και καύσει αυτό επί του θυσιαστηρίου· είναι θυσία γινομένη διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον.
2:10 Το δε υπόλοιπον της εξ αλφίτων προσφοράς θέλει είσθαι του Ααρών και των υιών αυτού· είναι αγιώτατον εκ τών διά πυρός γινομένων θυσιών εις τον Κύριον.
2:11 Ουδεμία προσφορά εξ αλφίτων, την οποίαν προσφέρετε προς τον Κύριον, θέλει είσθαι ένζυμος· διότι ουδέν προζύμιον ουδέ μέλι θέλετε καύσει εις ουδεμίαν θυσίαν γινομένην διά πυρός προς τον Κύριον.
2:12 Περί δε του δώρου των απαρχών, θέλετε προσφέρει αυτάς προς τον Κύριον· δεν θέλουσιν όμως καυθή επί του θυσιαστηρίου εις οσμήν ευωδίας.
2:13 Και παν δώρον της εξ αλφίτων προσφοράς σου θέλεις αλατίζει με άλας· και δεν θέλεις αφήσει να λείψη από της εξ αλφίτων προσφοράς σου το άλας της διαθήκης του Θεού σου· επί παντός δώρου σου θέλεις προσφέρει άλας.
2:14 Και εάν προσφέρης προσφοράν εξ αλφίτων από των πρωτογεννημάτων σου προς τον Κύριον, θέλεις προσφέρει διά την εξ αλφίτων προσφοράν των πρωτογεννημάτων σου αστάχυα χλωρά εψημένα εν πυρί, σίτον πεφρυγανισμένον εξ ασταχύων μεστών.
2:15 Και θέλεις χύσει επ' αυτήν έλαιον και θέλεις θέσει επ' αυτήν λιβάνιον· είναι προσφορά εξ αλφίτων.
2:16 Και ο ιερεύς θέλει καύσει το μνημόσυνον αυτής εκ του πεφρυγανισμένον σίτου αυτής και εκ του ελαίου αυτής, μεθ' όλου λιβανίου αυτής· είναι θυσία γινομένη διά πυρός εις τον Κύριον.
3:1 Εάν δε το δώρον αυτού ήναι θυσία ειρηνική, εάν προσφέρη αυτό εκ των βοών, είτε αρσενικόν είτε θηλυκόν, άμωμον θέλει προσφέρει αυτό ενώπιον του Κυρίου·
3:2 και θέλει επιθέσει την χείρα αυτού επί την κεφαλήν του δώρου αυτού, και θέλουσι σφάξει αυτό παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου· και οι υιοί του Ααρών, οι ιερείς, θέλουσι ραντίσει το αίμα επί το θυσιαστήριον κύκλω.
3:3 Και θέλει προσφέρει εκ της ειρηνικής προσφοράς, θυσίαν γινομένην διά πυρός εις τον Κύριον· το στέαρ το περικαλύπτον τα εντόσθια και άπαν το στέαρ το επί των εντοσθίων·
3:4 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ' αυτών το προς τα πλευρά, και τον επάνω λοβόν του ήπατος, τον οποίον μετά των νεφρών θέλει αφαιρέσει.
3:5 Και οι υιοί του Ααρών θέλουσι καύσει αυτά επί του θυσιαστηρίου επί του ολοκαυτώματος του επί των ξύλων των επί του πυρός· είναι θυσία γινομένη διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον.
3:6 Εάν δε το δώρον αυτού, το εις θυσίαν ειρηνικήν προσφερόμενον προς τον Κύριον, ήναι εκ του ποιμνίου, αρσενικόν ή θηλυκόν, άμωμον θέλει προσφέρει αυτό.
3:7 Εάν αρνίον προσφέρη το δώρον αυτού, θέλει προσφέρει αυτό ενώπιον του Κυρίου·
3:8 και θέλει επιθέσει την χείρα αυτού επί την κεφαλήν του δώρου αυτού, και θέλουσι σφάξει αυτό έμπροσθεν της σκηνής του μαρτυρίου· και οι υιοί του Ααρών θέλουσι ραντίσει το αίμα αυτού επί το θυσιαστήριον κύκλω.
3:9 Και θέλει προσφέρει εκ της προσφοράς της ειρηνικής θυσίαν γινομένην διά πυρός εις τον Κύριον· το στέαρ αυτού, την ουράν ολόκληρον, την οποίαν θέλει αφαιρέσει από της ράχης και το στέαρ το περικαλύπτον τα εντόσθια και παν το στέαρ το επί των εντοσθίων·
3:10 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ' αυτών το προς τα πλευρά, και τον επάνω λοβόν του ήπατος, τον οποίον μετά των νεφρών θέλει αφαιρέσει.
3:11 Και θέλει καύσει αυτά ο ιερεύς επί του θυσιαστηρίου· είναι τροφή της διά πυρός γινομένης θυσίας εις τον Κύριον.
3:12 Εάν δε το δώρον αυτού ήναι εξ αιγών, τότε θέλει προσφέρει αυτό ενώπιον του Κυρίου·
3:13 και θέλει επιθέσει την χείρα αυτού επί την κεφαλήν αυτού, και θέλουσι σφάξει αυτό έμπροσθεν της σκηνής του μαρτυρίου· και οι υιοί του Ααρών θέλουσι ραντίσει το αίμα αυτού επί το θυσιαστήριον κύκλω.
3:14 Και θέλει προσφέρει εξ αυτού το δώρον αυτού, θυσίαν γινομένην διά πυρός εις τον Κύριον· το στέαρ το περικαλύπτον τα εντόσθια και παν το στέαρ το επί των εντοσθίων·
3:15 και τους δύο νεφρούς και το στέαρ το επ' αυτών το προς τα πλευρά, και τον επάνω λοβόν του ήπατος, τον οποίον μετά των νεφρών θέλει αφαιρέσει.
3:16 Και θέλει καύσει αυτά ο ιερεύς επί του θυσιαστηρίου· είναι τροφή της θυσίας της γινομένης διά πυρός εις οσμήν ευωδίας· παν το στέαρ είναι του Κυρίου.
3:17 Νόμιμον αιώνιον θέλει είσθαι εις τας γενεάς σας, εις πάσας τας κατοικήσεις σας· δεν θέλετε τρώγει ούτε στέαρ ούτε αίμα.
Καινή Διαθήκη
1 Και μεθ' ημέρας πάλιν εισήλθεν εις Καπερναούμ και ηκούσθη ότι είναι εις οίκον.
2 Και ευθύς συνήχθησαν πολλοί, ώστε δεν εχώρουν πλέον αυτούς ουδέ τα πρόθυρα· και εκήρυττεν εις αυτούς τον λόγον.
3 Και έρχονται προς αυτόν φέροντες παραλυτικόν, βασταζόμενον υπό τεσσάρων·
4 και μη δυνάμενοι να πλησιάσωσιν εις αυτόν εξ αιτίας του όχλου, εχάλασαν την στέγην όπου ήτο, και διατρυπήσαντες καταβιβάζουσι τον κράββατον, εφ' ου κατέκειτο ο παραλυτικός.
5 Ιδών δε ο Ιησούς την πίστιν αυτών, λέγει προς τον παραλυτικόν· Τέκνον, συγκεχωρημέναι είναι εις σε αι αμαρτίαι σου.
6 Ήσαν δε τινές των γραμματέων εκεί καθήμενοι και διαλογιζόμενοι εν ταις καρδίαις αυτών·
7 Διά τι ούτος λαλεί τοιαύτας βλασφημίας; τις δύναται να συγχωρή αμαρτίας ειμή εις, ο Θεός;
8 Και ευθύς νοήσας ο Ιησούς διά του πνεύματος αυτού ότι ούτω διαλογίζονται καθ' εαυτούς, είπε προς αυτούς· Διά τι διαλογίζεσθε ταύτα εν ταις καρδίαις σας;
9 τι είναι ευκολώτερον, να είπω προς τον παραλυτικόν, Συγκεχωρημέναι είναι αι αμαρτίαι σου, ή να είπω, Σηκώθητι και έπαρε τον κράββατόν σου και περιπάτει;
10 αλλά διά να γνωρίσητε ότι έξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου επί της γης να συγχωρή αμαρτίας λέγει προς τον παραλυτικόν·
11 Προς σε λέγω, Σηκώθητι και έπαρε τον κράββατόν σου και ύπαγε εις τον οίκόν σου.
12 Και ηγέρθη ευθύς και σηκώσας τον κράββατον, εξήλθεν ενώπιον πάντων, ώστε εξεπλήττοντο πάντες και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες ότι ουδέποτε είδομεν τοιαύτα.
13 Και εξήλθε πάλιν παρά την θάλασσαν· και πας ο όχλος ήρχετο προς αυτόν, και εδίδασκεν αυτούς.
14 Και διαβαίνων είδε Λευΐν τον του Αλφαίου καθήμενον εις το τελώνιον, και λέγει προς αυτόν· Ακολούθει με. Και σηκωθείς ηκολούθησεν αυτόν.
15 Και ενώ εκάθητο εις την τράπεζαν εν τη οικία αυτού, συνεκάθηντο και πολλοί τελώναι και αμαρτωλοί μετά του Ιησού και των μαθητών αυτού· διότι ήσαν πολλοί, και ηκολούθησαν αυτόν.
16 Οι δε γραμματείς και Φαρισαίοι, ιδόντες αυτόν τρώγοντα μετά των τελωνών και αμαρτωλών, έλεγον προς τους μαθητάς αυτού· Διά τι μετά των τελωνών και αμαρτωλών τρώγει και πίνει;
17 Και ακούσας ο Ιησούς, λέγει προς αυτούς· Δεν έχουσι χρείαν ιατρού οι υγιαίνοντες, αλλ' οι πάσχοντες· δεν ήλθον διά να καλέσω δικαίους αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν.
18 Οι μαθηταί δε του Ιωάννου και οι των Φαρισαίων ενήστευον. Και έρχονται και λέγουσι προς αυτόν· Διά τι οι μαθηταί του Ιωάννου και οι των Φαρισαίων νηστεύουσιν, οι δε μαθηταί σου δεν νηστεύουσι;
Σοφία
1 Όστις αγαπά παιδείαν, αγαπά γνώσιν· αλλ' όστις μισεί έλεγχον, είναι άφρων.
2 Ο καλός ευρίσκει χάριν παρά Κυρίου· τον δε μηχανευόμενον κακά θέλει καταδικάσει.
3 Δεν θέλει στερεωθή άνθρωπος διά της ανομίας· η ρίζα δε των δικαίων θέλει μένει ασάλευτος.
4 Η ενάρετος γυνή είναι στέφανος εις τον άνδρα αυτής· η δε προξενούσα αισχύνην είναι ως σαπρία εις τα οστά αυτού.
5 Οι λογισμοί των δικαίων είναι ευθύτης· αι δε βουλαί των ασεβών δόλος.
6 Οι λόγοι των ασεβών ενεδρεύουσιν αίμα· το δε στόμα των ευθέων θέλει ελευθερώσει αυτούς.
7 Οι ασεβείς καταστρέφονται και δεν υπάρχουσιν· ο οίκος δε των δικαίων θέλει διαμένει.
8 Ο άνθρωπος εγκωμιάζεται κατά την σύνεσιν αυτού· ο δε διεστραμμένος την καρδίαν θέλει είσθαι εις καταφρόνησιν.
9 Καλήτερος ο άνθρωπος ο μη τιμώμενος και επαρκών εις εαυτόν, παρά ο κενοδοξών και στερούμενος άρτου.
10 Ο δίκαιος επιμελείται την ζωήν του κτήνους αυτού· τα δε σπλάγχνα των ασεβών είναι ανελεήμονα.
11 Ο εργαζόμενος την γην αυτού θέλει χορτασθή άρτον· ο δε ακολουθών τους ματαιόφρονας είναι ενδεής φρενών.
12 Ο ασεβής ζητεί την υπεράσπισιν των κακών· αλλ' η ρίζα του δικαίου αναδίδει.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.