Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Ημέρα 70 από 365

Αρ 7:1–65, Μκ 12:35–13:10, Ψαλ 31:1–24

Παλαιά Διαθήκη

Αρ 7:1–65

1 Και την ημέραν, καθ' ην ο Μωϋσής ετελείωσε να στήνη την σκηνήν και έχρισεν αυτήν και ηγίασεν αυτήν και πάντα τα σκεύη αυτής και το θυσιαστήριον και πάντα τα σκεύη αυτού και έχρισεν αυτά και ηγίασεν αυτά·

2 τότε οι άρχοντες του Ισραήλ, οι αρχηγοί των οίκων των πατέρων αυτών οίτινες ήσαν οι άρχοντες των φυλών, οι επιστατήσαντες εις την απαρίθμησιν, έκαμον προσφοράν·

3 και έφεραν τα δώρα αυτών ενώπιον του Κυρίου, εξ αμάξας σκεπαστάς και δώδεκα βόας, μίαν άμαξαν ανά δύο άρχοντες και ένα βουν έκαστος, και έφεραν αυτά έμπροσθεν της σκηνής.

4 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων,

5 Λάβε ταύτα παρ' αυτών, και θέλουσιν είσθαι διά τα έργα της υπηρεσίας της σκηνής του μαρτυρίου· και θέλεις δώσει αυτά εις τους Λευΐτας, εις έκαστον κατά την υπηρεσίαν αυτού.

6 Και έλαβεν ο Μωϋσής τας αμάξας και τους βόας και έδωκεν αυτά εις τους Λευΐτας.

7 Τας δύο αμάξας και τους τέσσαρας βόας έδωκεν εις τους υιούς Γηρσών, κατά την υπηρεσίαν αυτών.

8 Και τας τέσσαρας αμάξας και τους οκτώ βόας έδωκεν εις τους υιούς Μεραρί· κατά την υπηρεσίαν αυτών, υπό την χείρα του Ιθάμαρ υιού του Ααρών του ιερέως.

9 Εις δε τους υιούς Καάθ δεν έδωκε· διότι η εν τω αγιαστηρίω υπηρεσία αυτών ήτο να βαστάζωσιν επ' ώμων.

10 Και προσέφεραν οι άρχοντες διά τον εγκαινιασμόν του θυσιαστηρίου καθ' ην ημέραν εχρίσθη, και προσέφεραν οι άρχοντες τα δώρα αυτών έμπροσθεν του θυσιαστηρίου.

11 Και είπε Κύριος προς τον Μωϋσήν, Εις άρχων καθ' ημέραν, θέλουσι προσφέρει τα δώρα αυτών διά τον εγκαινιασμόν του θυσιαστηρίου.

12 Και ο προσφέρων το δώρον αυτού την πρώτην ημέραν ήτο Ναασσών ο υιός του Αμμιναδάβ, εκ της φυλής Ιούδα·

13 και το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος, βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

14 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

15 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

16 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

17 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Ναασσών, υιού του Αμμιναδάβ.

18 Την δευτέραν ημέραν προσέφερεν ο Ναθαναήλ ο υιός του Σουάρ, ο άρχων της φυλής Ισσάχαρ·

19 και προσέφερε το δώρον αυτού ένα δίσκον αργυρούν βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

20 ένα θυμιαματοδόχον χρυσούν δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

21 ένα μόσχον εκ βοών, ένα κριόν, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

22 τράγον εξ αιγών ένα, εις προσφοράν περί αμαρτίας·

23 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόας, κριούς πέντε, τράγους πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Ναθαναήλ, υιού του Σουάρ.

24 Την τρίτην ημέραν προσέφερεν ο άρχων των υιών Ζαβουλών, Ελιάβ ο υιός του Χαιλών·

25 το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

26 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

27 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

28 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

29 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Ελιάβ, υιού του Χαιλών.

30 Την τετάρτην ημέραν προσέφερεν Ελισούρ ο υιός του Σεδιούρ, ο άρχων των υιών Ρουβήν.

31 Το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

32 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

33 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

34 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

35 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Ελισούρ, υιού του Σεδιούρ.

36 Την πέμπτην ημέραν προσέφερεν ο άρχων των υιών Συμεών, Σελουμιήλ ο υιός του Σουρισαδαΐ·

37 το δώρον αυτού ήτο εις δίσκος αργυρούς βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

38 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

39 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

40 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

41 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Σελουμιήλ, υιού του Σουρισαδαΐ.

42 Την έκτην ημέραν προσέφερεν ο άρχων των υιών Γαδ, Ελιασάφ ο υιός του Δεουήλ·

43 το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

44 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

45 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

46 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

47 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Ελιασάφ, υιού του Δεουήλ.

48 Την εβδόμην ημέραν προσέφερεν ο άρχων των υιών Εφραΐμ, Ελισαμά ο υιός του Αμμιούδ·

49 το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

50 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

51 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

52 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

53 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Ελισαμά, υιού του Αμμιούδ.

54 Την ογδόην ημέραν προσέφερεν ο άρχων των υιών Μανασσή, Γαμαλιήλ ο υιός του Φεδασσούρ·

55 το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

56 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

57 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

58 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

59 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Γαμαλιήλ, υιού του Φεδασσούρ.

60 Την εννάτην ημέραν προσέφερεν ο άρχων των υιών Βενιαμίν, Αβειδάν ο υιός του Γιδεωνί·

61 το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

62 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

63 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

64 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

65 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Αβειδάν υιού του Γιδεωνί.

Καινή Διαθήκη

Μκ 12:35–13:10

12:35 Και αποκριθείς ο Ιησούς, έλεγε διδάσκων εν τω ιερώ· Πως λέγουσιν οι γραμματείς ότι ο Χριστός είναι υιός του Δαβίδ;

12:36 Διότι αυτός ο Δαβίδ είπε διά του Πνεύματος του Αγίου· Είπεν ο Κύριος προς τον Κύριόν μου, Κάθου εκ δεξιών μου, εωσού θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.

12:37 Αυτός λοιπόν ο Δαβίδ λέγει αυτόν Κύριον· και πόθεν είναι υιός αυτού; Και ο πολύς όχλος ήκουεν αυτόν ευχαρίστως.

12:38 Και έλεγε προς αυτούς εν τη διδαχή αυτού· Προσέχετε από των γραμματέων, οίτινες θέλουσι να περιπατώσιν εστολισμένοι και αγαπώσι τους ασπασμούς εν ταις αγοραίς

12:39 και πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς και τους πρώτους τόπους εν τοις δείπνοις.

12:40 Οίτινες κατατρώγουσι τας οικίας των χηρών, και τούτο επί προφάσει ότι κάμνουσι μακράς προσευχάς· ούτοι θέλουσι λάβει μεγαλητέραν καταδίκην.

12:41 Και καθήσας ο Ιησούς απέναντι του γαζοφυλακίου, εθεώρει πως ο όχλος έβαλλε χαλκόν εις το γαζοφυλάκιον. Και πολλοί πλούσιοι έβαλλον πολλά·

12:42 και ελθούσα μία χήρα πτωχή έβαλε δύο λεπτά, τουτέστιν, ένα κοδράντην.

12:43 Και προσκαλέσας τους μαθητάς αυτού, λέγει προς αυτούς· Αληθώς σας λέγω ότι η χήρα αύτη η πτωχή έβαλε περισσότερον πάντων, όσοι έβαλον εις το γαζοφυλάκιον·

12:44 διότι πάντες εκ του περισσεύοντος εις αυτούς έβαλον· αύτη όμως εκ του υστερήματος αυτής έβαλε πάντα όσα είχεν, όλην την περιουσίαν αυτής.

13:1 Και ενώ εξήρχετο εκ του ιερού, λέγει προς αυτόν εις των μαθητών αυτού· Διδάσκαλε, ίδε οποίοι λίθοι και οποίαι οικοδομαί.

13:2 Και ο Ιησούς αποκριθείς είπε προς αυτόν· Βλέπεις ταύτας τας μεγάλας οικοδομάς; δεν θέλει αφεθή λίθος επί λίθον, όστις να μη κατακρημνισθή.

13:3 Και ενώ εκάθητο εις το όρος των Ελαιών κατέναντι του ιερού, ηρώτων αυτόν κατ' ιδίαν ο Πέτρος και Ιάκωβος και Ιωάννης και Ανδρέας.

13:4 Ειπέ προς ημάς πότε θέλουσι γείνει ταύτα, και τι το σημείον όταν ταύτα πάντα μέλλωσι να συντελεσθώσιν;

13:5 Ο δε Ιησούς αποκριθείς προς αυτούς, ήρχισε να λέγη· Βλέπετε μη σας πλανήση τις.

13:6 Διότι πολλοί θέλουσιν ελθεί εν τω ονόματί μου, λέγοντες ότι εγώ είμαι, και πολλούς θέλουσι πλανήσει.

13:7 Όταν δε ακούσητε πολέμους και φήμας πολέμων, μη ταράττεσθε· διότι πρέπει να γείνωσι ταύτα, αλλά δεν είναι έτι το τέλος.

13:8 Διότι θέλει εγερθή έθνος επί έθνος και βασιλεία επί βασιλείαν, και θέλουσι γείνει σεισμοί κατά τόπους και θέλουσι γείνει πείναι και ταραχαί. Ταύτα είναι αρχαί ωδίνων.

13:9 Σεις δε προσέχετε εις εαυτούς. Διότι θέλουσι σας παραδώσει εις συνέδρια, και εις συναγωγάς θέλετε δαρθή, και ενώπιον ηγεμόνων και βασιλέων θέλετε σταθή ένεκεν εμού προς μαρτυρίαν εις αυτούς·

13:10 και πρέπει πρώτον να κηρυχθή το ευαγγέλιον εις πάντα τα έθνη.

Ψαλμός

Ψαλ 31:1–24

1 Εις τον πρώτον μουσικόν. Ψαλμός του Δαβίδ.

2 Επί σε, Κύριε, ήλπισα ας μη καταισχυνθώ εις τον αιώνα· εν τη δικαιοσύνη σου σώσον με.

3 Κλίνον εις εμέ το ωτίον σου· τάχυνον να με ελευθερώσης· γενού εις εμέ ισχυρός βράχος· οίκος καταφυγής, διά να με σώσης.

4 Διότι πέτρα μου και φρούριόν μου είσαι· και ένεκεν του ονόματός σου οδήγησόν με και διάθρεψόν με.

5 Εκβαλέ με εκ της παγίδος, την οποίαν έκρυψαν δι' εμέ· διότι είσαι η δύναμίς μου.

6 Εις τας χείρας σου παραδίδω το πνεύμά μου· συ με ελύτρωσας, Κύριε ο Θεός της αληθείας.

7 Εμίσησα τους προσέχοντας εις τας ματαιότητας του ψεύδους· εγώ δε επί τον Κύριον ελπίζω.

8 Θέλω αγάλλεσθαι και ευφραίνεσθαι εις το έλεός σου· διότι είδες την θλίψιν μου, εγνώρισας την ψυχήν μου εν στενοχωρίαις,

9 και δεν με συνέκλεισας εις την χείρα του εχθρού· έστησας εν ευρυχωρία τους πόδας μου.

10 Ελέησόν με, Κύριε, διότι είμαι εν θλίψει· εμαράνθη από της λύπης ο οφθαλμός μου, η ψυχή μου και η κοιλία μου.

11 Διότι εξέλιπεν εν οδύνη η ζωή μου και τα έτη μου εν στεναγμοίς· ησθένησεν από ταλαιπωρίας μου η δύναμίς μου, και τα οστά μου κατεφθάρησαν.

12 Εις πάντας τους εχθρούς μου έγεινα όνειδος και εις τους γείτονάς μου σφόδρα, και φόβος εις τους γνωστούς μου· οι βλέποντές με έξω έφευγον απ' εμού.

13 Ελησμονήθην από της καρδίας ως νεκρός· έγεινα ως σκεύος συντετριμμένον.

14 Διότι ήκουσα τον ονειδισμόν πολλών· φόβος ήτο πανταχόθεν· ότε συνεβουλεύθησαν κατ' εμού· εμηχανεύθησαν να αφαιρέσωσι την ζωήν μου.

15 Αλλ' εγώ επί σε, Κύριε, ήλπισα· είπα, συ είσαι ο Θεός μου.

16 Εις τας χείρας σου είναι οι καιροί μου· λύτρωσόν με εκ χειρός των εχθρών μου και εκ των καταδιωκόντων με.

17 Επίφανον το πρόσωπον σου επί τον δούλον σου· σώσον με εν τω ελέει σου.

18 Κύριε, ας μη καταισχυνθώ, διότι σε επεκαλέσθην· ας καταισχυνθώσιν οι ασεβείς, ας σιωπήσωσιν εν τω άδη.

19 Άλαλα ας γείνωσι τα χείλη τα δόλια, τα λαλούντα σκληρώς κατά του δικαίου εν υπερηφανία και καταφρονήσει.

20 Πόσον μέγάλη είναι η αγαθότης σου, την οποίαν εφύλαξας εις τους φοβουμένους σε και ενήργησας εις τους ελπίζοντας επί σε έμπροσθεν των υιών των ανθρώπων.

21 Θέλεις κρύψει αυτούς εν αποκρύφω του προσώπου σου από της αλαζονείας των ανθρώπων· θέλεις κρύψει αυτούς εν σκηνή από της αντιλογίας των γλωσσών.

22 Ευλογητός ο Κύριος, διότι εθαυμάστωσε το έλεος αυτού προς εμέ εν πόλει οχυρά.

23 Εγώ δε είπα εν τη εκπλήξει μου, Απερρίφθην απ' έμπροσθεν των οφθαλμών σου· πλην συ ήκουσας της φωνής των δεήσεών μου, ότε εβόησα προς σε.

24 Αγαπήσατε τον Κύριον, πάντες οι όσιοι αυτού· ο Κύριος φυλάττει τους πιστούς, και ανταποδίδει περισσώς εις τους πράττοντας την υπερηφανίαν.

25 Ανδρίζεσθε, και ας κραταιωθή η καρδία σας, πάντες οι ελπίζοντες επί Κύριον.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.