Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Ημέρα 71 από 365

Αρ 7:66–8:26, Μκ 13:11–37, Παρ 16:16–28

Παλαιά Διαθήκη

Αρ 7:66–8:26

7:66 Την δεκάτην ημέραν προσέφερεν ο άρχων των υιών Δαν, Αχιέζερ ο υιός του Αμμισαδαΐ·

7:67 το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

7:68 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

7:69 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα·

7:70 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

7:71 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Αχιέζερ, υιού του Αμμισαδαΐ.

7:72 Την ενδεκάτην ημέραν προσέφερεν ο άρχων των υιών Ασήρ, Φαγαιήλ ο υιός του Οχράν·

7:73 το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

7:74 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος.

7:75 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα.

7:76 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

7:77 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε. Τούτο ήτο το δώρον του Φαγαιήλ, υιού του Οχράν.

7:78 Την δωδεκάτην ημέραν προσέφερεν ο άρχων των υιών Νεφθαλί, Αχιρά ο υιός του Αινάν·

7:79 το δώρον αυτού ήτο εις αργυρούς δίσκος βάρους εκατόν τριάκοντα σίκλων· λεκάνιον εν αργυρούν εβδομήκοντα σίκλων· κατά τον σίκλον τον άγιον· αμφότερα πλήρη σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, διά προσφοράν εξ αλφίτων·

7:80 εις θυμιαματοδόχος χρυσούς δέκα σίκλων, πλήρης θυμιάματος·

7:81 εις μόσχος εκ βοών, εις κριός, εν αρνίον ενιαύσιον, εις ολοκαύτωμα.

7:82 εις τράγος εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας·

7:83 και εις θυσίαν ειρηνικήν, δύο βόες, κριοί πέντε, τράγοι πέντε, αρνία ενιαύσια πέντε· τούτο ήτο το δώρον του Αχιρά, υιού του Αινάν.

7:84 Ούτος ήτο ο εγκαινιασμός του θυσιαστηρίου, την ημέραν καθ' ην εχρίσθη υπό των αρχόντων του Ισραήλ· δίσκοι αργυροί δώδεκα, λεκάνια αργυρά δώδεκα, θυμιαματοδόχοι χρυσοί δώδεκα·

7:85 εκατόν τριάκοντα σίκλων ήτο έκαστος δίσκος αργυρούς, και εβδομήκοντα σίκλων έκαστον λεκάνιον· άπαν το αργύριον των σκευών, δύο χιλιάδων και τετρακοσίων σίκλων, κατά τον σίκλον τον άγιον·

7:86 θυμιαματοδόχοι χρυσοί δώδεκα, πλήρεις θυμιάματος, από δέκα σίκλων ο θυμιαματοδόχος κατά τον σίκλον τον άγιον· άπαν το χρυσίον των θυμιαματοδόχων εκατόν είκοσι σίκλων.

7:87 Πάντες οι βόες διά ολοκαύτωμα ήσαν μόσχοι δώδεκα, οι κριοί δώδεκα, τα αρνία τα ενιαύσια δώδεκα μετά των εξ αλφίτων προσφορών αυτών· και οι τράγοι εξ αιγών εις προσφοράν περί αμαρτίας, δώδεκα.

7:88 Και πάντες οι βόες διά θυσίαν ειρηνικήν ήσαν μόσχοι εικοσιτέσσαρες, οι κριοί εξήκοντα, οι τράγοι εξήκοντα, τα αρνία τα ενιαύσια εξήκοντα. Ούτος ήτο ο εγκαινιασμός του θυσιαστηρίου, αφού εχρίσθη.

7:89 Και ότε εισήλθεν ο Μωϋσής εις την σκηνήν του μαρτυρίου διά να λαλήση μετά του Κυρίου, τότε ήκουσε την φωνήν του λαλούντος προς αυτό, άνωθεν του ιλαστηρίου, το οποίον ήτο επί της κιβωτού του μαρτυρίου ανά μέσον των δύο χερουβείμ· και ελάλει προς αυτόν.

8:1 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων,

8:2 Λάλησον προς τον Ααρών, και ειπέ προς αυτόν, Όταν ανάψης τους λύχνους, οι επτά λύχνοι θέλουσι φωτίζει κατά πρόσωπον της λυχνίας.

8:3 Και ο Ααρών έκαμεν ούτως· ήναψε κατά πρόσωπον της λυχνίας τους λύχνους αυτής, καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν.

8:4 Αύτη δε ήτο η κατασκευή της λυχνίας από χρυσίου σφυρηλάτου· και ο κορμός αυτής και τα άνθη αυτής, ήτο όλη σφυρήλατος· κατά το σχέδιον, το οποίον έδειξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν, ούτως έκαμε την λυχνίαν.

8:5 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων,

8:6 Λάβε τους Λευΐτας εκ μέσου των υιών Ισραήλ και καθάρισον αυτούς.

8:7 Και ούτω θέλεις κάμει εις αυτούς διά τον καθαρισμόν αυτών· ράντισον επ' αυτούς ύδωρ καθαρισμού και ας περάσωσι ξυράφιον δι' όλου του σώματος αυτών και ας πλύνωσι τα ενδύματα αυτών και ας καθαρισθώσιν.

8:8 Έπειτα ας λάβωσιν ένα μόσχον εκ βοών μετά της εξ αλφίτων προσφοράς αυτού από σεμιδάλεως εζυμωμένης μετά ελαίου, και ένα άλλον μόσχον εκ βοών θέλεις λάβει εις προσφοράν περί αμαρτίας.

8:9 Και θέλεις φέρει τους Λευΐτας έμπροσθεν της σκηνής του μαρτυρίου και θέλεις συνάξει όλην την συναγωγήν των υιών Ισραήλ·

8:10 και θέλεις φέρει τους Λευΐτας έμπροσθεν του Κυρίου, και θέλουσιν επιθέσει οι υιοί Ισραήλ τας χείρας αυτών επί τους Λευΐτας.

8:11 και ο Ααρών θέλει προσφέρει τους Λευΐτας ενώπιον του Κυρίου προσφοράν παρά των υιών Ισραήλ, διά να υπηρετώσι την υπηρεσίαν του Κυρίου.

8:12 Και οι Λευΐται θέλουσιν επιθέσει τας χείρας αυτών επί τας κεφαλάς των μόσχων, και θέλεις προσφέρει τον ένα περί αμαρτίας και τον άλλον δι' ολοκαύτωμα εις τον Κύριον· διά να κάμης εξιλέωσιν υπέρ των Λευϊτών.

8:13 Και θέλεις στήσει τους Λευΐτας έμπροσθεν του Ααρών και έμπροσθεν των υιών αυτού· και θέλεις προσφέρει αυτούς προσφοράν εις τον Κύριον.

8:14 Ούτω θέλεις αποχωρίσει τους Λευΐτας εκ μέσου των υιών Ισραήλ, και οι Λευΐται θέλουσιν είσθαι εμού.

8:15 Και μετά ταύτα θέλουσιν εισέλθει οι Λευΐται διά να υπηρετώσι την σκηνήν του μαρτυρίου· και θέλεις καθαρίσει αυτούς και θέλεις προσφέρει αυτούς προσφοράν.

8:16 Διότι ούτοι είναι δεδομένοι δώρον εις εμέ εκ μέσου των υιών Ισραήλ· αντί των διανοιγόντων πάσαν μήτραν, πάντων των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ έλαβον αυτούς εις εμαυτόν.

8:17 Διότι πάντα τα πρωτότοκα των υιών Ισραήλ είναι εμού, από ανθρώπου έως κτήνους· καθ' ην ημέραν επάταξα πάντα τα πρωτότοκα εν τη γη της Αιγύπτου, ηγίασα αυτούς εις εμαυτόν·

8:18 και έλαβον τους Λευΐτας αντί πάντων των πρωτοτόκων των υιών Ισραήλ.

8:19 Και έδωκα τους Λευΐτας δώρον εις τον Ααρών και εις τους υιούς αυτού, εκ μέσου των υιών Ισραήλ, διά να υπηρετώσι την υπηρεσίαν των υιών Ισραήλ εν τη σκηνή του μαρτυρίου, και διά να κάμνωσιν εξιλέωσιν υπέρ των υιών Ισραήλ· διά να μη ήναι πληγή επί τους υιούς Ισραήλ, εάν πλησιάσωσιν οι υιοί Ισραήλ εις τα άγια.

8:20 Και έκαμον ο Μωϋσής και ο Ααρών και πάσα η συναγωγή των υιών Ισραήλ εις τους Λευΐτας, κατά πάντα όσα προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν περί των Λευϊτών· ούτως έκαμον εις αυτούς οι υιοί Ισραήλ.

8:21 Και εκαθαρίσθησαν οι Λευΐται και έπλυναν τα ιμάτια αυτών· και προσέφερεν αυτούς ο Ααρών προσφοράν ενώπιον του Κυρίου, και ο Ααρών έκαμεν υπέρ αυτών εξιλέωσιν διά να καθαρίση αυτούς.

8:22 Και μετά ταύτα εισήλθον οι Λευΐται διά να υπηρετώσι την υπηρεσίαν αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου έμπροσθεν του Ααρών και έμπροσθεν των υιών αυτού· καθώς προσέταξεν ο Κύριος εις τον Μωϋσήν περί των Λευϊτών, ούτως έκαμον εις αυτούς.

8:23 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν, λέγων,

8:24 Τούτο είναι το περί των Λευϊτών· από εικοσιπέντε ετών και επάνω θέλουσιν εισέρχεσθαι να εκτελώσι την υπηρεσίαν της σκηνής του μαρτυρίου·

8:25 και από πεντήκοντα ετών θέλουσι παύεσθαι του να εκτελώσι την υπηρεσίαν και δεν θέλουσιν υπηρετεί πλέον·

8:26 αλλά θέλουσιν υπουργεί εις τους αδελφούς αυτών εν τη σκηνή του μαρτυρίου, διά να φυλάττωσι τας φυλακάς· υπηρεσίαν όμως δεν θέλουσι κάμνει. Ούτω θέλεις κάμει εις τους Λευΐτας ως προς τας φυλακάς αυτών.

Καινή Διαθήκη

Μκ 13:11–37

11 Όταν δε σας φέρωσι διά να σας παραδώσωσι, μη προμεριμνάτε τι θέλετε λαλήσει, μηδέ μελετάτε, αλλ' ό,τι δοθή εις εσάς εν εκείνη τη ώρα, τούτο λαλείτε· διότι δεν είσθε σεις οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα το Άγιον.

12 Θέλει δε παραδώσει αδελφός αδελφόν εις θάνατον και πατήρ τέκνον, και θέλουσιν επαναστή τέκνα επί γονείς και θέλουσι θανατώσει αυτούς.

13 Και θέλετε είσθαι μισούμενοι υπό πάντων διά το όνομά μου· ο δε υπομείνας έως τέλους, ούτος θέλει σωθή.

14 Όταν δε ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως, το λαληθέν υπό Δανιήλ του προφήτου, ιστάμενον όπου δεν πρέπει -ο αναγινώσκων ας εννοή- τότε οι εν τη Ιουδαία ας φεύγωσιν εις τα όρη·

15 και ο επί του δώματος ας μη καταβή εις την οικίαν, μηδ' ας εισέλθη διά να λάβη τι εκ της οικίας αυτού,

16 και όστις είναι εις τον αγρόν, ας μη επιστρέψη εις τα οπίσω διά να λάβη το ιμάτιον αυτού.

17 Ουαί δε εις τας εγκυμονούσας και τας θηλαζούσας εν εκείναις ταις ημέραις.

18 Προσεύχεσθε δε διά να μη γείνη η φυγή υμών εν χειμώνι.

19 Διότι αι ημέραι εκείναι θέλουσιν είσθαι θλίψις τοιαύτη, οποία δεν έγεινεν απ' αρχής της κτίσεως, την οποίαν έκτισεν ο Θεός έως του νυν, ουδέ θέλει γείνει.

20 Και εάν ο Κύριος δεν ήθελε συντέμει τας ημέρας εκείνας, δεν ήθελε σωθή ουδεμία σάρξ· αλλά διά τους εκλεκτούς, τους οποίους εξέλεξε, συνέτεμε τας ημέρας.

21 Και τότε εάν τις είπη προς υμάς, Ιδού, εδώ είναι ο Χριστός, ή, Ιδού, εκεί, μη πιστεύσητε.

22 Διότι θέλουσιν εγερθή ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και θέλουσι δείξει σημεία και τέρατα, διά να αποπλανώσιν, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς.

23 Σεις όμως προσέχετε· ιδού, σας προείπον πάντα.

24 Αλλ' εν εκείναις ταις ημέραις, μετά την θλίψιν εκείνην, ο ήλιος θέλει σκοτισθή και η σελήνη δεν θέλει δώσει το φέγγος αυτής

25 και οι αστέρες του ουρανού θέλουσι πίπτει και αι δυνάμεις αι εν τοις ουρανοίς θέλουσι σαλευθή.

26 Και τότε θέλουσιν ιδεί τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν νεφέλαις μετά δυνάμεως πολλής και δόξης.

27 Και τότε θέλει αποστείλει τους αγγέλους αυτού και συνάξει τους εκλεκτούς αυτού εκ των τεσσάρων ανέμων, απ' άκρου της γης έως άκρου του ουρανού.

28 Από δε της συκής μάθετε την παραβολήν. Όταν ο κλάδος αυτής γείνη ήδη απαλός και εκβλαστάνη τα φύλλα, εξεύρετε ότι πλησίον είναι το θέρος·

29 ούτω και σεις, όταν ίδητε ταύτα γινόμενα, εξεύρετε ότι πλησίον είναι επί τας θύρας.

30 Αληθώς σας λέγω ότι δεν θέλει παρέλθει η γενεά αύτη, εωσού γείνωσι πάντα ταύτα.

31 Ο ουρανός και η γη θέλουσι παρέλθει, οι δε λόγοι μου δεν θέλουσι παρέλθει.

32 Περί δε της ημέρας εκείνης και της ώρας ουδείς γινώσκει, ουδέ οι άγγελοι οι εν ουρανώ, ουδέ ο Υιός, ειμή ο Πατήρ.

33 Προσέχετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε· διότι δεν εξεύρετε πότε είναι ο καιρός.

34 Επειδή τούτο θέλει είσθαι ως άνθρωπος αποδημών, όστις αφήκε την οικίαν αυτού και έδωκεν εις τους δούλους αυτού την εξουσίαν και εις έκαστον το έργον αυτού και εις τον θυρωρόν προσέταξε να αγρυπνή.

35 Αγρυπνείτε λοιπόν· διότι δεν εξεύρετε πότε έρχεται ο κύριος της οικίας, την εσπέραν ή το μεσονύκτιον ή όταν φωνάζη ο αλέκτωρ ή το πρωΐ·

36 μήποτε ελθών εξαίφνης, σας εύρη κοιμωμένους.

37 Και όσα λέγω προς εσάς προς πάντας λέγω· Αγρυπνείτε.

Σοφία

Παρ 16:16–28

16 Πόσον καλητέρα είναι η απόκτησις της σοφίας παρά το χρυσίον και προκριτωτέρα η απόκτησις της συνέσεως παρά το αργύριον

17 Η οδός των ευθέων είναι να εκκλίνωσιν από του κακού· όστις φυλάττει την οδόν αυτού, διατηρεί την ψυχήν αυτού.

18 Η υπερηφανία προηγείται του ολέθρου, και υψηλοφροσύνη του πνεύματος προηγείται της πτώσεως.

19 Καλήτερον να ήναι τις ταπεινόφρων μετά των ταπεινών, παρά να μοιράζη λάφυρα μετά των υπερηφάνων.

20 Ο συνετός εις τα πράγματα θέλει ευρεί καλόν· και ο ελπίζων επί τον Κύριον είναι μακάριος.

21 Ο σοφός την καρδίαν θέλει ονομάζεσθαι φρόνιμος· και η γλυκύτης των χειλέων προσθέτει μάθησιν.

22 Η σύνεσις είναι πηγή ζωής εις τον έχοντα αυτήν· η δε παιδεία των αφρόνων μωρία.

23 Η καρδία του σοφού συνετίζει το στόμα αυτού, και εις τα χείλη αυτού προσθέτει μάθησιν.

24 Κηρήθρα μέλιτος οι ευάρεστοι λόγοι· γλυκύτης εις την ψυχήν και ίασις εις τα οστά.

25 Υπάρχει οδός ήτις φαίνεται ορθή εις τον άνθρωπον, αλλά τα τέλη αυτής είναι οδοί θανάτου.

26 Ο εργαζόμενος εργάζεται δι' εαυτόν· διότι το στόμα αυτού αναγκάζει αυτόν.

27 Ο αχρείος άνθρωπος σκάπτει κακόν· και εις τα χείλη αυτού είναι ως πυρ καίον.

28 Ο διεστραμμένος άνθρωπος διασπείρει έριδας· και ο ψιθυριστής διαχωρίζει τους στενωτέρους φίλους.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.