Ημέρα 77 από 365
Αρ 18:1–32, Μκ 16:1–20, Ψαλ 34:1–22
Παλαιά Διαθήκη
1 Και είπε Κύριος προς τον Ααρών, Συ και οι υιοί σου και ο οίκος του πατρός σου μετά σου θέλετε βαστάζει την ανομίαν του αγιαστηρίου· και συ και οι υιοί σου μετά σου θέλετε βαστάζει την ανομίαν της ιερατείας σας.
2 Και έτι τους αδελφούς σου, την φυλήν του Λευΐ, την φυλήν του πατρός σου, φέρε μετά σου, διά να ήναι ηνωμένοι μετά σου και να σε υπηρετώσι· συ όμως και οι υιοί σου μετά σου θέλετε υπηρετεί έμπροσθεν της σκηνής του μαρτυρίου.
3 Και θέλουσι φυλάττει τας φυλακάς σου και τας φυλακάς όλης της σκηνής· μόνον εις τα σκεύη του αγιαστηρίου και εις το θυσιαστήριον δεν θέλουσι πλησιάζει, διά να μη αποθάνωσι μήτε αυτοί μήτε σεις.
4 Και θέλουσιν είσθαι ηνωμένοι μετά σου και θέλουσι φυλάττει τας φυλακάς της σκηνής του μαρτυρίου κατά πάσας τας υπηρεσίας της σκηνής· και ξένος δεν θέλει σας πλησιάζει.
5 Και θέλετε φυλάττει τας φυλακάς του αγιαστηρίου και τας φυλακάς του θυσιαστηρίου, και δεν θέλει είσθαι πλέον οργή εις τους υιούς Ισραήλ.
6 Και εγώ, ιδού, έλαβον τους αδελφούς σας τους Λευΐτας εκ μέσου των υιών Ισραήλ· ούτοι είναι δεδομένοι εις εσάς δώρον διά τον Κύριον, διά να εκτελώσι τας υπηρεσίας της σκηνής του μαρτυρίου.
7 Συ δε και οι υιοί σου μετά σου θέλετε φυλάττει την ιερατείαν σας εις πάντα τα του θυσιαστηρίου και τα εντός του παραπετάσματος, και θέλετε κάμνει την υπηρεσίαν. Δώρον έδωκα την υπηρεσίαν της ιερατείας σας· και όστις ξένος πλησιάση, θέλει θανατόνεσθαι.
8 Και είπε Κύριος προς τον Ααρών, Ιδού, εγώ έδωκα έτι εις σε την επιστασίαν των υψουμένων προσφορών μου από πάντων των ηγιασμένων παρά των υιών Ισραήλ· εις σε έδωκα αυτά διά το χρίσμα και εις τους υιούς σου εις νόμιμον αιώνιον.
9 Τούτο θέλει είσθαι σου από των αγιωτάτων εκ των διά πυρός προσφερομένων· πάντα τα δώρα αυτών, πάσαι αι εξ αλφίτων προσφοραί αυτών και πάσαι αι περί αμαρτίας προσφοραί αυτών και πάσαι αι περί ανομίας προσφοραί αυτών, τας οποίας θέλουσιν αποδίδει εις εμέ, αγιώτατα θέλουσιν είσθαι διά σε και διά τους υιούς σου.
10 Εν τω αγίω των αγίων θέλετε τρώγει αυτά· παν αρσενικόν θέλει τρώγει αυτά· άγια θέλουσιν είσθαι εις σε.
11 Και τούτο είναι σου, η υψουμένη προσφορά εκ των δώρων αυτών, μετά πασών των κινητών προσφορών των υιών Ισραήλ· εις σε έδωκα αυτά και εις τους υιούς σου και εις τας θυγατέρας σου μετά σου εις νόμιμον αιώνιον· πας καθαρός εν τω οίκω σου θέλει τρώγει αυτά.
12 Παν το εξαίρετον του ελαίου, και παν το εξαίρετον του οίνου και του σίτου, τας απαρχάς αυτών, όσα προσφέρωσιν εις τον Κύριον, εις σε έδωκα αυτά·
13 Πάντα τα πρωτογεννήματα της γης, όσα φέρωσι προς τον Κύριον, σου θέλουσιν είσθαι πας καθαρός εν τω οίκω σου θέλει τρώγει αυτά.
14 Παν καθιέρωμα του Ισραήλ θέλει είσθαι σου.
15 Παν διανοίγον μήτραν εκ πάσης σαρκός, το οποίον προσφέρωσι προς τον Κύριον, από ανθρώπου έως κτήνους, σου θέλει είσθαι πλην τα πρωτότοκα των ανθρώπων θέλουσιν εξάπαντος εξαγοράζεσθαι και τα πρωτότοκα των κτηνών των ακαθάρτων θέλουσιν εξαγοράζεσθαι.
16 Και όσα πρέπει να εξαγορασθώσιν από ηλικίας ενός μηνός, θέλουσιν εξαγοράζεσθαι κατά την εκτίμησίν σου, διά πέντε σίκλους αργυρίου, κατά τον σίκλον τον άγιον, όστις είναι είκοσι γερά.
17 Τα πρωτότοκα όμως των βοών ή τα πρωτότοκα των προβάτων ή τα πρωτότοκα των αιγών δεν θέλουσιν εξαγοράζεσθαι· άγια είναι· το αίμα αυτών θέλεις ραντίζει επί το θυσιαστήριον, και το πάχος αυτών θέλεις καίει διά προσφοράν γινομένην διά πυρός εις οσμήν ευωδίας προς τον Κύριον.
18 Και το κρέας αυτών θέλει είσθαι σου, καθώς το κινητόν στήθος και ο δεξιός ώμος είναι σου.
19 Πάσας τας υψουμένας προσφοράς των αγίων πραγμάτων, τας οποίας οι υιοί Ισραήλ προσφέρωσιν εις τον Κύριον, έδωκα εις σε και εις τους υιούς σου και εις τας θυγατέρας σου μετά σου εις νόμιμον αιώνιον. Αύτη είναι διαθήκη άλατος παντοτεινή ενώπιον του Κυρίου εις σε και εις το σπέρμα σου μετά σου.
20 Και είπε Κύριος προς τον Ααρών, Εν τη γη αυτών δεν θέλεις έχει κληρονομίαν ουδέ θέλεις έχει μερίδα μεταξύ αυτών· εγώ είμαι η μερίς σου και η κληρονομία σου εν μέσω των υιών Ισραήλ.
21 Και ιδού, έδωκα εις τους υιούς Λευΐ πάντα τα δέκατα του Ισραήλ εις κληρονομίαν, διά την υπηρεσίαν αυτών την οποίαν υπηρετούσι, την υπηρεσίαν της σκηνής του μαρτυρίου·
22 και δεν θέλουσι πλησιάζει του λοιπού οι υιοί Ισραήλ εις την σκηνήν του μαρτυρίου, διά να μη λάβωσιν εφ' εαυτούς αμαρτίαν και αποθάνωσιν·
23 αλλ' οι Λευΐται, ούτοι θέλουσιν υπηρετεί την υπηρεσίαν της σκηνής του μαρτυρίου και ούτοι θέλουσι βαστάζει την ανομίαν αυτών· τούτο θέλει είσθαι νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς σας· και δεν θέλουσιν έχει μεταξύ των υιών Ισραήλ ουδεμίαν κληρονομίαν·
24 διότι τα δέκατα των υιών Ισραήλ, τα οποία προσφέρωσιν υψουμένην προσφοράν προς τον Κύριον, έδωκα κληρονομίαν εις τους Λευΐτας· διά τούτο είπα περί αυτών, Εν μέσω των υιών Ισραήλ δεν θέλουσιν έχει ουδεμίαν κληρονομίαν.
25 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν λέγων,
26 Λάλησον και προς τους Λευΐτας και ειπέ προς αυτούς, Όταν λαμβάνητε παρά των υιών Ισραήλ το δέκατον, το οποίον έδωκα εις εσάς παρ' αυτών διά κληρονομίαν σας, τότε θέλετε προσφέρει εξ αυτών προσφοράν υψουμένην εις τον Κύριον, δέκατον από του δεκάτου.
27 Και αύται αι υψούμεναι προσφοραί σας θέλουσι λογίζεσθαι εις εσάς ως σίτος του αλωνίου και ως αφθονία του ληνού.
28 Ούτω και σεις θέλετε προσφέρει προσφοράν υψουμένην εις τον Κύριον από πάντων των δεκάτων σας, τα οποία λαμβάνετε παρά των υιών Ισραήλ· και από τούτων θέλετε δίδει την υψουμένην προσφοράν του Κυρίου εις τον Ααρών τον ιερέα.
29 Από πάντων των δώρων σας θέλετε προσφέρει πάσαν υψουμένην προσφοράν του Κυρίου, από παντός του εξαιρέτου αυτών το ηγιασμένον μέρος εξ αυτών.
30 Και θέλεις ειπεί προς αυτούς, Όταν προσφέρητε εξ αυτών το εξαίρετον αυτών, τούτο θέλει λογίζεσθαι διά τους Λευΐτας ως προϊόν του αλωνίου και ως προϊόν του ληνού·
31 και θέλετε τρώγει αυτά εν παντί τόπω, σεις και αι οικογένειαί σας· διότι τούτο είναι μισθός εις εσάς διά την υπηρεσίαν σας εν τη σκηνή του μαρτυρίου·
32 και δεν θέλετε φέρει εφ' εαυτούς αμαρτίαν δι' αυτά, όταν προσφέρητε απ' αυτών το εξαίρετον αυτών· και δεν θέλετε βεβηλώσει τα άγια των υιών Ισραήλ, διά να μη αποθάνητε.
Καινή Διαθήκη
1 Και αφού επέρασε το σάββατον, Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η μήτηρ του Ιακώβου και η Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα, διά να έλθωσι και αλείψωσιν αυτόν.
2 Και πολλά πρωΐ της πρώτης ημέρας της εβδομάδος έρχονται εις το μνημείον, ότε ανέτειλεν ο ήλιος.
3 Και έλεγον προς εαυτάς· Τις θέλει αποκυλίσει εις ημάς τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;
4 Και αναβλέψασαι θεωρούσιν ότι ο λίθος ήτο αποκεκυλισμένος· διότι ήτο μέγας σφόδρα.
5 Και εισελθούσαι εις το μνημείον είδον νεανίσκον καθήμενον εις τα δεξιά, ενδεδυμένον στολήν λευκήν, και ετρόμαξαν.
6 Ο δε λέγει προς αυτάς· Μη τρομάζετε· Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρηνόν τον εσταυρωμένον· ανέστη, δεν είναι εδώ· ιδού ο τόπος, όπου έθεσαν αυτόν.
7 Αλλ' υπάγετε, είπατε προς τους μαθητάς αυτού και προς τον Πέτρον ότι υπάγει πρότερον υμών εις την Γαλιλαίαν· εκεί θέλετε ιδεί αυτόν, καθώς είπε προς εσάς.
8 Και εξελθούσαι ταχέως, έφυγον από του μνημείου· είχε δε αυτάς τρόμος και έκστασις, και δεν είπον ουδέν προς ουδένα· διότι εφοβούντο.
9 Αφού δε ανέστη το πρωΐ της πρώτης της εβδομάδος, εφάνη πρώτον εις την Μαρίαν την Μαγδαληνήν, εξ ης είχεν εκβάλει επτά δαιμόνια.
10 Εκείνη υπήγε και απήγγειλε προς εκείνους, οίτινες είχον σταθή μετ' αυτού, ενώ επένθουν και έκλαιον.
11 Και εκείνοι, ακούσαντες ότι ζη και εθεάθη υπ' αυτής, δεν επίστευσαν.
12 Μετά δε ταύτα εφανερώθη εν άλλη μορφή εις δύο εξ αυτών, ενώ περιεπάτουν και επορεύοντο εις τον αγρόν.
13 Και εκείνοι υπήγαν και απήγγειλαν προς τους λοιπούς· αλλ' ουδέ εις εκείνους επίστευσαν.
14 Ύστερον εφάνη εις τους ένδεκα, ενώ εκάθηντο εις την τράπεζαν, και ωνείδισε την απιστίαν αυτών και σκληροκαρδίαν, διότι δεν επίστευσαν εις τους ιδόντας αυτόν αναστάντα.
15 Και είπε προς αυτούς· Υπάγετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον εις όλην την κτίσιν.
16 Όστις πιστεύση και βαπτισθή θέλει σωθή, όστις όμως απιστήση θέλει κατακριθή.
17 Σημεία δε εις τους πιστεύσαντας θέλουσι παρακολουθεί ταύτα, Εν τω ονόματί μου θέλουσιν εκβάλλει δαιμόνια· θέλουσι λαλεί νέας γλώσσας·
18 όφεις θέλουσι πιάνει· και εάν θανάσιμόν τι πίωσι, δεν θέλει βλάψει αυτούς· επί αρρώστους θέλουσιν επιθέσει τας χείρας, και θέλουσιν ιατρεύεσθαι.
19 Ο μεν λοιπόν Κύριος, αφού ελάλησεν προς αυτούς, ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού.
20 Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, συνεργούντος του Κυρίου και βεβαιούντος το κήρυγμα διά των επακολουθούντων θαυμάτων. Αμήν.
Ψαλμός
1 Ψαλμός του Δαβίδ, ότε μετέβαλε τον τρόπον αυτού έμπροσθεν του Αβιμέλεχ· ούτος δε απέλυσεν αυτόν, και απήλθε.
2 Θέλω ευλογεί τον Κύριον εν παντί καιρώ· η αίνεσις αυτού θέλει είσθαι διαπαντός εν τω στόματί μου.
3 Εις τον Κύριον θέλει καυχάσθαι η ψυχή μου· οι ταπεινοί θέλουσιν ακούσει, και θέλουσι χαρή.
4 Μεγαλύνατε τον Κύριον μετ' εμού, και ας υψώσωμεν ομού το όνομα αυτού.
5 Εξεζήτησα τον Κύριον, και επήκουσέ μου, και εκ πάντων των φόβων μου με ηλευθέρωσεν.
6 Απέβλεψαν προς αυτόν και εφωτίσθησαν, και τα πρόσωπα αυτών δεν κατησχύνθησαν.
7 Ούτος ο πτωχός έκραξε, και ο Κύριος εισήκουσε, και εκ πασών των θλίψεων αυτού έσωσεν αυτόν.
8 Άγγελος Κυρίου στρατοπεδεύει κύκλω των φοβουμένων αυτόν και ελευθερόνει αυτούς.
9 Γεύθητε και ιδέτε ότι αγαθός ο Κύριος· μακάριος ο άνθρωπος ο ελπίζων επ' αυτόν.
10 Φοβήθητε τον Κύριον, οι άγιοι αυτού· διότι δεν υπάρχει στέρησις εις τους φοβουμένους αυτόν.
11 Οι πλούσιοι πτωχεύουσι και πεινώσιν· αλλ' οι εκζητούντες τον Κύριον δεν στερούνται ουδενός αγαθού.
12 Έλθετε, τέκνα, ακούσατέ μου· τον φόβον του Κυρίου θέλω σας διδάξει.
13 Τις είναι ο άνθρωπος όστις θέλει ζωήν, αγαπά ημέρας, διά να ίδη καλόν;
14 Φύλαττε την γλώσσαν σου από κακού, και τα χείλη σου από του να λαλώσι δόλον·
15 Έκκλινον από του κακού και πράττε το αγαθόν· ζήτει ειρήνην και κυνήγει αυτήν.
16 Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι επί τους δικαίους, και τα ώτα αυτού εις την κραυγήν αυτών.
17 Το πρόσωπον του Κυρίου είναι κατά των πραττόντων κακόν, διά να αφανίση από της γης το μνημόσυνον αυτών.
18 Έκραξαν οι δίκαιοι, και ο Κύριος εισήκουσε, και εκ πασών των θλίψεων αυτών ελευθέρωσεν αυτούς.
19 Ο Κύριος είναι πλησίον των συντετριμμένων την καρδίαν, και σώζει τους ταπεινούς το πνεύμα.
20 Πολλαί αι θλίψεις του δικαίου, αλλ' εκ πασών τούτων θέλει ελευθερώσει αυτόν ο Κύριος.
21 Αυτός φυλάττει πάντα τα οστά αυτού· ουδέν εκ τούτων θέλει συντριφθή.
22 Η κακία θέλει θανατώσει τον αμαρτωλόν· και οι μισούντες τον δίκαιον θέλουσιν απολεσθή.
23 Ο Κύριος λυτρόνει την ψυχήν των δούλων αυτού, και δεν θέλουσιν απολεσθή πάντες οι ελπίζοντες επ' αυτόν.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.