Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Α΄ Χρονικώνκεφάλαιο 17

Ερμηνεία του κεφαλαίου (στα ρωσικά)

1–2. Намерение Давида построить храм. 3–15. Откровение ему через пророка Нафана. 16–27. Молитва Давида.

Семнадцатая глава представляет, за немногими исключениями, дословное повторение содержания VII гл. 2 кн. Царств.

1Αφού δε εκάθησεν ο Δαβίδ εν τω οίκω αυτού, είπεν ο Δαβίδ προς Νάθαν τον προφήτην, Ιδού, εγώ κατοικώ εν οίκω κεδρίνω, η δε κιβωτός της διαθήκης του Κυρίου υπό παραπετάσματα.

Ερμηνεία, στ. 1 (στα ρωσικά)

. Автор Паралипоменон опускает выражение 1 ст. VII гл. 2 кн. Царств: «когда Иегова успокоил его (Давида) со всех сторон, от всех врагов», в целях устранения противоречия данных слов с дальнейшим повествованием, так как самые кровавые войны Давида с окрестными народами падали на последующее время.

2Και είπεν ο Νάθαν προς τον Δαβίδ, Κάμε παν το εν τη καρδία σου· διότι ο Θεός είναι μετά σου.

3Και την νύκτα εκείνην έγεινε λόγος του Θεού προς τον Νάθαν, λέγων,

4Ύπαγε και ειπέ προς τον Δαβίδ τον δούλον μου, ούτω λέγει Κύριος· Συ δεν θέλεις οικοδομήσει εις εμέ τον οίκον διά να κατοικώ·

Ερμηνεία, στ. 4 (στα ρωσικά)

. Во 2 Цар V:5 слова Господа имеют форму вопроса, даже сомнения: «ты ли построишь Мне дом?» Здесь они заменяются выражением характера положительного: «не ты построишь Мне дом для обитания» .

5διότι δεν κατώκησα εν οίκω, αφ' ης ημέρας ανεβίβασα τον Ισραήλ εξ Αιγύπτου, μέχρι της ημέρας ταύτης· αλλ' ήμην από σκηνής εις σκηνήν και από κατασκηνώματος εις κατασκήνωμα.

6Πανταχού όπου περιεπάτησα μετά παντός του Ισραήλ, ελάλησα ποτέ προς τινά εκ των κριτών του Ισραήλ, τους οποίους προσέταξα να ποιμάνωσι τον λαόν μου, λέγων, Διά τι δεν ωκοδομήσατε εις εμέ οίκον κέδρινον;

Ερμηνεία, στ. 6 (στα ρωσικά)

. Титул «судья» заменяется во 2 Цар VII:7 титулом «вождь», «предводитель». Судьи — верховные правители одного или нескольких колен в период от смерти Иисуса Навина до воцарения Саула. Вождь — начальник, предводитель каждого колена порознь, во все время сохранения раздельности колен.

7Τώρα λοιπόν ούτω θέλεις ειπεί προς τον Δαβίδ τον δούλον μου· Ούτω λέγει ο Κύριος των δυνάμεων· Εγώ σε έλαβον εκ της μάνδρας, από όπισθεν των προβάτων, διά να ήσαι ηγεμών επί τον λαόν μου τον Ισραήλ·

8και ήμην μετά σου πανταχού όπου περιεπάτησας, και εξωλόθρευσα πάντας τους εχθρούς σου απ' έμπροσθέν σου, και έκαμα εις σε όνομα, κατά το όνομα των μεγάλων των επί της γης.

9Και θέλω διορίσει τόπον διά τον λαόν μου τον Ισραήλ, και θέλω φυτεύσει αυτούς, και θέλουσι κατοικεί εν τόπω ιδίω εαυτών και δεν θέλουσι μεταφέρεσθαι πλέον· και οι υιοί της αδικίας δεν θέλουσι καταθλίβει αυτούς πλέον ως το πρότερον

10και ως από των ημερών καθ' ας κατέστησα κριτάς επί τον λαόν μου Ισραήλ. Και θέλω ταπεινώσει πάντας τους εχθρούς σου. Αναγγέλλω σοι έτι, ότι ο Κύριος θέλει οικοδομήσει οίκον εις σε.

Ερμηνεία, στ. 10 (στα ρωσικά)

. Во 2 Цар VII:11 глагол «возвещаю» стоит во втором лице и прямо относится к Иегове: «Иегова возвестил».

11Και αφού πληρωθώσιν αι ημέραι σου, διά να υπάγης μετά των πατέρων σου, θέλω αναστήσει μετά σε το σπέρμα σου, το οποίον θέλει είσθαι εκ των υιών σου, και θέλω στερεώσει την βασιλείαν αυτού.

Ερμηνεία, στ. 11 (στα ρωσικά)

. В буквальном переводе с еврейского: «так как исполнились дни твои, чтобы идти тебе к предкам своим», стих производит впечатление того, что откровение сообщено Давиду незадолго до его смерти. В кн. Царств — VII:12 — иное выражение: «когда же исполнятся дни твои и ты почиешь с отцами своими» . Правильное чтение, несомненно, на стороне кн. Царств, так как откровение через Нафана было сообщено Давиду в начале, но не в конце его правления.

12Αυτός θέλει οικοδομήσει εις εμέ οίκον, και θέλω στερεώσει το θρόνον αυτού έως αιώνος.

13Εγώ θέλω είσθαι εις αυτόν πατήρ, και αυτός θέλει είσθαι εις εμέ υιός· και δεν θέλω αφαιρέσει το έλεός μου απ' αυτού, ως αφήρεσα αυτό απ' εκείνον όστις ήτο προ σού·

Ερμηνεία, στ. 13 (στα ρωσικά)

. Автор опускает составляющие вторую половину ст. 14 VII гл. 2 кн. Царств слова: «если он согрешит, Я накажу его жезлом мужей и ранами сынов человеческих», может быть, для того, чтобы оттенить непрекращающуюся милость Иеговы к дому Давида и тем выставить последний в одном благоприятном свете, или же в целях указать на прямое отношение обетования о потомке Давида к одному Мессии: «который был прежде тебя», т. е. Саул. Он прямо и назван во 2 Цар VII:15.

14αλλά θέλω στήσει αυτόν εν τω οίκω μου και εν τη βασιλεία μου έως του αιώνος· και ο θρόνος αυτού θέλει είσθαι εστερεωμένος εις τον αιώνα.

Ερμηνεία, στ. 14 (στα ρωσικά)

. Чтение кн. Паралипоменон сильнее оттеняет мессианский характер обетования, чем уклоняющееся от него чтение 2 кн. Царств. Потомок Давида будет «вечен в доме Моем и в царстве Моем», т. е. в теократии, существование которой не кончилось временами Ветхого Завета.

15Κατά πάντας τούτους τους λόγους και καθ' όλην ταύτην την όρασιν, ούτως ελάλησεν ο Νάθαν προς τον Δαβίδ.

16Τότε εισήλθεν ο βασιλεύς Δαβίδ και εκάθησεν ενώπιον του Κυρίου και είπε, Τις είμαι εγώ, Κύριε Θεέ, και τις ο οίκός μου, ώστε με έφερες μέχρι τούτου;

17Αλλά και τούτο εστάθη μικρόν εις τους οφθαλμούς σου, Θεέ· και ελάλησας περί του οίκου του δούλου σου διά μέλλον μακρόν, και επέβλεψας εις εμέ ως εις άνθρωπον υψηλού βαθμού κατά την κατάστασιν, Κύριε Θεέ.

Ερμηνεία, στ. 17 (στα ρωσικά)

. Фраза: «и взираешь на меня, как на человека великого, Господи Боже», заменяет неясное выражение 2 Цар VII:19: «это уже по-человечески, Господи мой, Господи» .

18Τι δύναται να είπη πλέον ο Δαβίδ προς σε περί της εις τον δούλον σου τιμής; διότι συ γνωρίζεις τον δούλον σου.

Ερμηνεία, στ. 18 (στα ρωσικά)

. 2 книга Царств, проводящая в параллельном данному стиху месте — VII:20 мысль, что Давид не знает, как отблагодарить Господа, дает чтение более понятное, чем кн. Паралипоменон, указывающая, что Давид не знает, чего ему следует желать для своей славы.

19Κύριε, χάριν του δούλου σου και κατά την καρδίαν σου έκαμες πάσαν ταύτην την μεγαλωσύνην, διά να κάμης γνωστά πάντα ταύτα τα μεγαλεία.

20Κύριε, δεν είναι όμοιός σου, ουδέ είναι Θεός εκτός σου κατά πάντα όσα ηκούσαμεν με τα ώτα ημών.

21Και τι άλλο έθνος επί της γης είναι ως ο λαός σου ο Ισραήλ, τον οποίον ο Θεός ήλθε να εξαγοράση διά λαόν εαυτού, διά να κάμης εις σεαυτόν όνομα μεγαλωσύνης και τρόμου, εκβάλλων τα έθνη απ' έμπροσθεν του λαού σου, τον οποίον ελύτρωσας εξ Αιγύπτου;

22διότι τον λαόν σου τον Ισραήλ έκαμες λαόν σεαυτού εις τον αιώνα· και συ, Κύριε, έγεινες Θεός αυτών.

23Και τώρα, Κύριε, ο λόγος, τον οποίον ελάλησας περί του δούλου σου και περί του οίκου αυτού, ας στερεωθή εις τον αιώνα, και κάμε ως ελάλησας·

24και ας στερεωθή, και ας μεγαλυνθή το όνομά σου έως αιώνος, ώστε να λέγωσιν, Ο Κύριος των δυνάμεων, ο Θεός του Ισραήλ, είναι Θεός εις τον Ισραήλ· και ο οίκος Δαβίδ του δούλου σου ας ήναι εστερεωμένος ενώπιόν σου.

25Διότι συ, Θεέ μου, απεκάλυψας εις τον δούλον σου ότι θέλεις οικοδομήσει οίκον εις αυτόν· διά τούτο ο δούλός σου ενεθαρρύνθη να προσευχηθή ενώπιόν σου.

26Και τώρα, Κύριε, συ είσαι ο Θεός, και υπεσχέθης τα αγαθά ταύτα προς τον δούλον σου.

27Τώρα λοιπόν, ευδόκησον να ευλογήσης τον οίκον του δούλου σου, διά να ήναι ενώπιόν σου εις τον αιώνα· διότι συ, Κύριε, ευλόγησας, και θέλει είσθαι ευλογημένος εις τον αιώνα.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850. Ερμηνεία: «Ερμηνευτική Βίβλος», επιμ. Α. Π. Λοπουχίν (στα ρωσικά). Η αρίθμηση των σχολίων σε αυτό το βιβλίο ελέγχεται ακόμη με τη συνοδική: μερικά σχόλια ίσως στέκονται δίπλα στον γειτονικό στίχο.