Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Β΄ Χρονικώνκεφάλαιο 10

Ερμηνεία του κεφαλαίου (στα ρωσικά)

(Ср. 3 Цар XII)

Отпадение десяти колен Израильских от дома Давидова.

1–14. Поведение воцарившегося Ровоама усиливает давнее недовольство десяти колен Израильских в отношении дома Давидова. 15–19. Фактическое отпадение 10-ти колен от дома Давидова и неудача попытки Ровоама возвратить их.

1Και υπήγεν ο Ροβοάμ εις Συχέμ· διότι ήρχετο πας ο Ισραήλ εις Συχέμ διά να κάμη αυτόν βασιλέα.

2Και ως ήκουσε τούτο Ιεροβοάμ ο υιός του Ναβάτ, όστις ήτο εν Αιγύπτω, όπου είχε φύγει από προσώπου Σολομώντος του βασιλέως, επέστρεψεν ο Ιεροβοάμ εξ Αιγύπτου,

3διότι απέστειλαν και εκάλεσαν αυτόν. Τότε ήλθον ο Ιεροβοάμ και πας ο Ισραήλ, και ελάλησαν προς τον Ροβοάμ, λέγοντες,

4Ο πατήρ σου εσκλήρυνε τον ζυγόν ημών· τώρα λοιπόν την δουλείαν την σκληράν του πατρός σου και τον ζυγόν αυτού τον βαρύν, τον οποίον επέβαλεν εφ' ημάς, ελάφρωσον συ, και θέλομεν σοι δουλεύει.

5Ο δε είπε προς αυτούς, Επανέλθετε προς εμέ μετά τρεις ημέρας. Και ανεχώρησεν ο λαός.

6Και συνεβουλεύθη ο βασιλεύς Ροβοάμ τους πρεσβυτέρους, οίτινες παρίσταντο ενώπιον Σολομώντος του πατρός αυτού έτι ζώντος, λέγων, Τι με συμβουλεύετε σεις να αποκριθώ προς τον λαόν τούτον;

7Και ελάλησαν προς αυτόν, λέγοντες, Εάν φερθής ευμενώς προς τον λαόν τούτον και ευαρεστήσης εις αυτούς, και λαλήσης προς αυτούς αγαθούς λόγους, τότε θέλουσιν είσθαι δούλοί σου διά παντός.

8Απέρριψεν όμως την συμβουλήν των πρεσβυτέρων, την οποίαν έδωκαν εις αυτόν, και συνεβουλεύθη τους νέους τους συνανατραφέντας μετ' αυτού, τους παρισταμένους ενώπιον αυτού.

9Και είπε προς αυτούς, Τι με συμβουλεύετε σεις να αποκριθώμεν προς τον λαόν τούτον, όστις ελάλησε προς εμέ, λέγων, Ελάφρωσον τον ζυγόν τον οποίον ο πατήρ σου επέβαλεν εφ' ημάς;

10Και ελάλησαν προς αυτόν οι νέοι οι συνανατραφέντες μετ' αυτού, λέγοντες, Ούτω θέλεις λαλήσει προς τον λαόν, όστις ελάλησε προς σε, λέγων, Ο πατήρ σου εβάρυνε τον ζυγόν ημών, αλλά συ ελάφρωσον αυτόν εις ημάς· ούτω θέλεις λαλήσει προς αυτούς· Ο μικρός μου δάκτυλος θέλει είσθαι παχύτερος της οσφύος του πατρός μου·

11τώρα λοιπόν ο μεν πατήρ μου επεφόρτισεν εις εσάς ζυγόν βαρύν, εγώ δε θέλω κάμει βαρύτερον τον ζυγόν σας· ο πατήρ μου σας επαίδευσε με μάστιγας, εγώ δε θέλω σας παιδεύσει με σκορπίους.

12Και ήλθεν ο Ιεροβοάμ και πας ο λαός προς τον Ροβοάμ την τρίτην ημέραν, ως είχε λαλήσει ο βασιλεύς, λέγων, Επανέλθετε προς εμέ την τρίτην ημέραν.

13Και απεκρίθη ο βασιλεύς προς αυτούς σκληρώς· και εγκατέλιπεν ο βασιλεύς Ροβοάμ την συμβουλήν των πρεσβυτέρων,

14και ελάλησε προς αυτούς κατά την συμβουλήν των νέων, λέγων, Ο πατήρ μου εβάρυνε τον ζυγόν σας, αλλ' εγώ θέλω κάμει αυτόν βαρύτερον· ο πατήρ μου σας επαίδευσε με μάστιγας, αλλ' εγώ θέλω σας παιδεύσει με σκορπίους.

15Και δεν εισήκουσεν ο βασιλεύς εις τον λαόν· διότι το πράγμα έγεινε παρά του Θεού, διά να εκτελέση ο Κύριος τον λόγον αυτού, τον οποίον ελάλησε διά του Αχιά του Σηλωνίτου προς Ιεροβοάμ τον υιόν του Ναβάτ.

16Και ιδών πας ο Ισραήλ ότι ο βασιλεύς δεν εισήκουσεν εις αυτούς, απεκρίθη ο λαός προς τον βασιλέα, λέγων, Τι μέρος έχομεν ημείς εις τον Δαβίδ; ουδεμίαν κληρονομίαν έχομεν εις τον υιόν του Ιεσσαί· εις τας σκηνάς σου έκαστος, Ισραήλ· πρόβλεψον τώρα, Δαβίδ, περί του οίκου σου. Και ανεχώρησε πας ο Ισραήλ εις τας σκηνάς αυτού.

17Περί δε των υιών Ισραήλ των κατοικούντων εν ταις πόλεσιν Ιούδα, ο Ροβοάμ εβασίλευσεν επ' αυτούς.

18Και απέστειλεν ο βασιλεύς Ροβοάμ τον Αδωράμ, τον επί των φόρων· και ελιθοβόλησαν αυτόν οι υιοί Ισραήλ με λίθους, και απέθανεν. Όθεν έσπευσεν ο βασιλεύς Ροβοάμ να αναβή εις την άμαξαν, διά να φύγη εις Ιερουσαλήμ.

19Ούτως απεστάτησεν ο Ισραήλ από του οίκου του Δαβίδ, έως της ημέρας ταύτης.

Ερμηνεία, στ. 1–19 (στα ρωσικά)

. Повествование 2 Пар здесь почти буквально сходно с рассказом 3 Цар XII:1–19. См. Толков. Библию II, с. 470–471. Со смертью Соломона прекратилось нераздельное существование еврейского царства, объединенного доселе не только правящей царской династией Давидова рода, но и единым святилищем — построенным Соломоном храмом в Иерусалиме. И тогда как священный писатель 3 и 4 книг Царств излагает — и по разделении еврейского царства — синхронистическую историю обоих еврейских царств, для свящ. писателя книг Паралипоменон только Иудейское царство осталось теократической общиной с единым законным храмом и законным же культом и священством при нем, Израильское (северное) царство, как лишенное этих условий нормальной религиозной, церковной жизни, является, с его точки зрения, как бы переставшим существовать, по крайней мере, для ветхозаветного Царства Божия. Отсюда почти все, имеющиеся в книгах Царств, известия об Израильском царстве опущены во 2 Паралипоменон. Так, напр., вовсе не говорится о царствовании Иеровоама I Израильского, тогда как в повествование о современном иудейском царе Ровоаме (гл. X–XII). внесен целый ряд новых в сравнении с 3 Цар, документальных данных: об укреплении Ровоамом некоторых городов, о переселении в Иудею священников и левитов из Израильского царства; подробная родословная царской семьи Ровоама (гл. XI). Из последствующих царствований 2 Пар дольше останавливается на царствованиях благочестивых царей (Асы, Иосафата, Иоаса, Езекии, Иосии), когда процветало законное служение Иегове в храме Иерусалимском и культ с его проявлениями занимал первенствующее место в народной иудейской жизни.

Главы XI–XXXVI, образующие вторую и большую часть второй книги Паралипоменон, содержат повествование о всех царях Иудейского царства с момента отделения от него Израильского и до падения первого с вавилонским пленом.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850. Ερμηνεία: «Ερμηνευτική Βίβλος», επιμ. Α. Π. Λοπουχίν (στα ρωσικά). Η αρίθμηση των σχολίων σε αυτό το βιβλίο ελέγχεται ακόμη με τη συνοδική: μερικά σχόλια ίσως στέκονται δίπλα στον γειτονικό στίχο.