Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Β΄ Χρονικώνκεφάλαιο 23

Ερμηνεία του κεφαλαίου (στα ρωσικά)

1–11. Воцарение Иоаса, 8-го царя иудейского. 12–15. Гибель Гофолии. 13–21. Первые шаги молодого царя и его религиозность и преданность теократии.

1Εν δε τω εβδόμω έτει εκραταιώθη ο Ιωδαέ, και λαβών τους εκατοντάρχους, Αζαρίαν τον υιόν του Ιεροάμ και Ισμαήλ τον υιόν του Ιωανάν και Αζαρίαν τον υιόν του Ωβήδ και Μαασίαν τον υιόν του Αδαΐου και Ελισαφάτ τον υιόν του Ζιχρί, έκαμε συνθήκην μετ' αυτών.

Ερμηνεία, στ. 1 (στα ρωσικά)

. При общем и нередко дословном сходстве рассказа 2 Пар XXIII гл. о произведенном первосвященником Иодаем политическом перевороте в Иудейском Царстве с рассказом 4 Цар XI гл. об этом же событии (см. Толков. Библию, II, 509–510), рассказ 2 Пар имеет и некоторые особенности в содержании и, особенно, в изложении по сравнению с 4 Цар. Особенности эти касаются частью отличающей книги Паралипоменон преимущественной документальности, частью столь же характерной для этих книг точки зрения левитского священства. В первом отношении имеет значение то обстоятельство, что в ст. 1 названы по именам все участники заговора Иодая.

Что касается хронологической даты события, то в принятом тексте LXX она обозначена 8-м годом царствования Гофолии (ev τώ ετει τώ όγδόώ), но в код. XI, 19, 52, 55, 60, 64, 71, 74, 93, 106, 108, 119, 120, 121, 134, 158, 236, 243 у Гольмеса, в код. Алекс., Альд. Комплют., в Вульг., слав.-русск., согласно с еврейским текстом, назван 7-ой год.

2Και περιήλθον τον Ιούδαν και συνήγαγον τους Λευΐτας εκ πασών των πόλεων του Ιούδα και τους αρχηγούς των πατριών του Ισραήλ, και ήλθον εις Ιερουσαλήμ.

Ερμηνεία, στ. 2 (στα ρωσικά)

. Здесь два новых, не отмеченных в 4 Цар, частных обстоятельства предпринятого по инициативе первосвященника Иодая, переворота. Первое: подготовительная агитация в пользу этого переворота со стороны поименованных в ст. 1 глав движение приняли левиты и священники, вместе с главами народных поколений, прибывшие в Иерусалим для указанной им цели. Такое участие священников и левитов в политическом движении, организованном по инициативе первосвященника, вполне естественно и только случайно не упомянуто в 4 Цар. Приглашение всех упомянутых лиц в Иерусалим могло быть приурочено к какому-либо празднику, так что государственная тайна предприятия могла оставаться ненарушенной. В код. 240 у Кенн. к словам (ст. 2) «пришли в Иерусалим» прибавлено: «все общества» (kol qahal ).

3Και πάσα η σύναξις έκαμε συνθήκην μετά του βασιλέως εν τω οίκω του Θεού. Και είπε προς αυτούς, Ιδού, ο υιός του βασιλέως θέλει βασιλεύσει, καθώς ελάλησε Κύριος περί των υιών του Δαβίδ.

4Τούτο είναι το πράγμα, το οποίον θέλετε κάμει· το τρίτον από σας οι εισερχόμενοι το σάββατον, εκ των ιερέων και εκ των Λευϊτών, θέλουσι φυλάττει εν ταις πύλαις·

5και το τρίτον εν τω οίκω του βασιλέως· και το τρίτον εν τη πύλη του θεμελίου· άπας δε ο λαός εν ταις αυλαίς του οίκου του Κυρίου·

6και ουδείς θέλει εισέρχεσθαι εις τον ναόν του Κυρίου, ειμή οι ιερείς και όσοι εκ των Λευϊτών λειτουργούσιν· αυτοί θέλουσιν εισέρχεσθαι, διότι είναι άγιοι άπας δε ο λαός θέλει φυλάττει την φυλακήν του Κυρίου·

7και οι Λευΐται θέλουσι περικυκλόνει τον βασιλέα κύκλω, έκαστος έχων τα όπλα αυτού εν τη χειρί αυτού· και όστις εισέλθη εις τον οίκον, ας θανατόνεται και θέλετε είσθαι μετά του βασιλέως, όταν εισέρχηται και όταν εξέρχηται.

8Και έκαμον οι Λευΐται και πας ο Ιούδας κατά πάντα όσα προσέταξεν Ιωδαέ ο ιερεύς, και έλαβον έκαστος τους άνδρας αυτού, τους εισερχομένους το σάββατον, μετά των εξερχομένων το σάββατον· διότι Ιωδαέ ο ιερεύς δεν απέλυε τας τάξεις.

9Και έδωκεν Ιωδαέ ο ιερεύς εις τους εκατοντάρχους τας λόγχας και τους θυρεούς και τας ασπίδας του βασιλέως Δαβίδ, τας εν τω οίκω του Θεού.

10Και έστησε πάντα τον λαόν, έκαστον άνδρα έχοντα τα όπλα αυτού εν τη χειρί αυτού, τα από της δεξιάς πλευράς του οίκου έως της αριστεράς πλευράς του οίκου, πλησίον του θυσιαστηρίου και του ναού, κύκλω του βασιλέως.

11Τότε εξήγαγον τον υιόν του βασιλέως, και επέθεσαν επ' αυτόν το διάδημα και το μαρτύριον, και έκαμον αυτόν βασιλέα. Και έχρισαν αυτόν ο Ιωδαέ και οι υιοί αυτού και είπον, Ζήτω ο βασιλεύς.

12Και ακούσασα η Γοθολία την φωνήν του λαού τρέχοντος και ευφημούντος τον βασιλέα, ήλθε προς τον λαόν εις τον οίκον του Κυρίου.

13Και είδε, και ιδού, ο βασιλεύς ίστατο πλησίον του στύλου αυτού εν τη εισόδω, και οι άρχοντες και αι σάλπιγγες πλησίον του βασιλέως· και πας ο λαός της γης έχαιρε και εσάλπιζον εν ταις σάλπιγξι, και οι ψαλτωδοί έψαλλον εν τοις μουσικοίς οργάνοις και όσοι ήσαν επιστήμονες εις το υμνωδείν· τότε διέρρηξεν η Γοθολία τα ιμάτια αυτής και είπε, Προδοσία. Προδοσία.

14Και εξήγαγεν Ιωδαέ ο ιερεύς τους εκατοντάρχους, τους αρχηγούς του στρατεύματος, και είπε προς αυτούς, Εκβάλετε αυτήν έξω των τάξεων· και όστις ακολουθήση αυτήν, ας θανατόνεται εν μαχαίρα. Διότι ο ιερεύς είχεν ειπεί, Μη θανατώσητε αυτήν εν τω οίκω του Κυρίου.

15Και έβαλον χείρας επ' αυτήν· και ότε ήλθεν εις την είσοδον της πύλης των ίππων, την εις τον οίκον του βασιλέως, εθανάτωσαν αυτήν εκεί.

16Και έκαμεν ο Ιωδαέ διαθήκην αναμέσον εαυτού και παντός του λαού και του βασιλέως, ότι θέλουσιν είσθαι λαός του Κυρίου.

17Και εισήλθον ο πας ο λαός εις τον οίκον του Βάαλ, και εκρήμνισαν αυτόν και τα θυσιαστήρια αυτού και τα είδωλα αυτού κατεσύντριψαν· και Ματθάν τον ιερέα του Βάαλ εθανάτωσαν έμπροσθεν των θυσιαστηρίων.

18Και έδωκεν ο Ιωδαέ την επιτήρησιν του οίκου του Κυρίου εις τας χείρας των ιερέων των Λευϊτών, τους οποίους ο Δαβίδ διήρεσεν επί του οίκου του Κυρίου, διά να προσφέρωσι ολοκαυτώματα του Κυρίου, ως είναι γραμμένον εν τω νόμω του Μωϋσέως, ευφροσύνη και εν ωδαίς, κατά την διάταξιν του Δαβίδ.

19Και έστησε τους πυλωρούς εν ταις πύλαις του οίκου του Κυρίου, διά να μη εισέρχηται μηδείς ακάθαρτος δι' οποιονδήποτε πράγμα.

20Και έλαβε τους εκατοντάρχους και τους δυνατούς και τους άρχοντας του λαού και πάντα τον λαόν της γης, και κατεβίβασε τον βασιλέα εκ του οίκου του Κυρίου· και ήλθον διά της υψηλής πύλης εις τον οίκον του βασιλέως και εκάθισαν τον βασιλέα επί του θρόνου της βασιλείας.

Ερμηνεία, στ. 20 (στα ρωσικά)

. Иодай провожает малолетнего (7-ми лет) царя со стражем и народом от храма до дворца и устраивает его дом. Несомненно, Иодай был регентом царства во время несовершеннолетия царя (Властов . Свящ. летопись IV, ч. II, с. 189).

21Και ευφράνθη πας ο λαός της γής· και η πόλις ησύχασε· την δε Γοθολίαν εθανάτωσαν εν μαχαίρα.

Ερμηνεία, στ. 3–21 (στα ρωσικά)

. Сн. 4 Цар XI:4–20 и Толков. Библия, II, 509.

В 5 упомянуты ворота Иесод, т. е. основания (Vulg: ad portam, quae appellatur Fundamenti); в 4 Цар XI:6 они названы воротами Cyp (Sdiaar-Sur), a в ст. 19 той же главы — воротами телохранителей (schaar harazim). «Воротами основания» они названы по их низкому уровню в сравнении с другими воротами (проф. Олесницкий, Ветхоз. храм, стр. 354). Конечно, оба названия «могут быть верными, заключаясь, одно в другом» (проф. Гуляев, с. 549–550). LXX передают Иесод: έν τή Πύλη τή μέση; слав.: во вратах средних . Расположены были на западной стороне храма.

В 5б-6 подчеркивается различие священнослужителей и мирян в отношении приближения к святыне (сн. Чис VIII:5; XVI:6; 1 Езд VIII:28–29). Кроме того, выдвигается, в отличие от 4 Царств, более активное участие всего клира — священников, левитов (7–8 ст.), певцов (ст. 13) в деле возведения Иоаса на престол. «Кажется, нет повода сомневаться в том, что к участию в заговоре первосвященник, пламенно желавший восстановить в чистоте культ Господа Бога завета, привлек все колено Левиино; при том оба сказания легко согласуются, так как очевидно из того и другого, что первыми заговорщиками были начальники охранной стражи» (Властов . Свящ. летопись т. IV, ч. II, стр. 188).

В 16 сказано: «заключил Иодай завет между собою и между всем народом и царем». Взамен слов, нами отмеченных курсивом, в параллельном стихе 17 гл. XI 4 Цap имеются слова «между Господом» (бейн-Иегова ). Но сущность дела остается в обоих случаях одинаковой: первосвященник по 2 Пар действует в качестве представителя Иеговы в силу первенствующего своего положения в теократическом обществе. По характеру своему, завет царя и народа с Иеговою, — подобно другим заветам этого рода, напр., бывшему при Асе (2 Пар XV:10–14), — состоял в торжественном клятвенном обещании народа и царя свято блюсти обязанности, определяемые сущностью теократии (ср. 1 Цар X:25; 2 Цар V:3. См. у г. А. Миролюбова . Быт еврейских царей. Казань. 1893, с. 10–11).

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850. Ερμηνεία: «Ερμηνευτική Βίβλος», επιμ. Α. Π. Λοπουχίν (στα ρωσικά). Η αρίθμηση των σχολίων σε αυτό το βιβλίο ελέγχεται ακόμη με τη συνοδική: μερικά σχόλια ίσως στέκονται δίπλα στον γειτονικό στίχο.