Κατά Λουκάνκεφάλαιο 9
Τα κείμενα για σύγκριση δεν φορτώθηκαν. Ελέγξτε τη σύνδεση και δοκιμάστε ξανά.
Ερμηνεία του κεφαλαίου (στα ρωσικά)
1Συγκαλέσας δε τους δώδεκα μαθητάς αυτού, έδωκεν εις αυτούς δύναμιν και εξουσίαν κατά πάντων των δαιμονίων και να θεραπεύωσι νόσους·
2και απέστειλεν αυτούς διά να κηρύττωσι την βασιλείαν του Θεού και να ιατρεύωσι τους ασθενούντας,
3και είπε προς αυτούς· Μη βαστάζετε μηδέν εις την οδόν, μήτε ράβδους μήτε σακκίον μήτε άρτον μήτε αργύριον μήτε να έχητε ανά δύο χιτώνας.
4Και εις ήντινα οικίαν εισέλθητε, εκεί μένετε και εκείθεν εξέρχεσθε.
5Και όσοι δεν σας δεχθώσιν, εξερχόμενοι από της πόλεως εκείνης αποτινάξατε και τον κονιορτόν από των ποδών σας διά μαρτυρίαν κατ' αυτών.
6Εξερχόμενοι δε διήρχοντο από κώμης εις κώμην, κηρύττοντες το ευαγγέλιον και θεραπεύοντες πανταχού.
Ερμηνεία, στ. 1–6 (στα ρωσικά)
О послании Господом 12-ти апостолов на проповедь ев. Лука говорит, следуя ев. Марку (VI, 7-13). У евангелиста Матфея наставления ученикам гораздо обширнее (Мф X гл.). - Ни посоха. Здесь ев. Лука согласен не с Марком, а с Матфеем (см. Мк VI, 8 и Мф X, 10).
7Ήκουσε δε Ηρώδης ο τετράρχης πάντα τα γινόμενα υπ' αυτού, και ήτο εν απορία, διότι ελέγετο υπό τινών ότι ο Ιωάννης ανέστη εκ νεκρών·
8υπό τινών δε ότι ο Ηλίας εφάνη, υπ' άλλων δε, ότι ανέστη εις των αρχαίων προφητών.
9Και είπεν ο Ηρώδης· Τον Ιωάννην εγώ απεκεφάλισα· τις δε είναι ούτος, περί του οποίου εγώ ακούω τοιαύτα; και εζήτει να ίδη αυτόν.
Ερμηνεία, στ. 7–9 (στα ρωσικά)
(См. Мк VI, 14-16 и Мф XIV, 1-2). - Кто же этот… (ст. 9). У ев. Марка Ирод высказывается определенно, что это - воскресший Иоанн (VI, 16), ев. же Лука как бы стесняется вложить в уста Ирода - человека образованного - такую невероятную мысль. - Искал увидеть Его. Совесть тревожила Ирода, и он думал личным свиданием с загадочным человеком, быть может, пророком, успокоить свое сердце.
10Και υποστρέψαντες οι απόστολοι, διηγήθησαν προς αυτόν όσα έπραξαν. Και παραλαβών αυτούς απεσύρθη κατ' ιδίαν εις τόπον έρημον πόλεώς τινός ονομαζομένης Βηθσαϊδά.
11Οι δε όχλοι νοήσαντες ηκολούθησαν αυτόν, και δεχθείς αυτούς ελάλει προς αυτούς περί της βασιλείας του Θεού, και τους έχοντας χρείαν θεραπείας ιάτρευεν.
12Η δε ημέρα ήρχισε να κλίνη· και προσελθόντες οι δώδεκα, είπον προς αυτόν· Απόλυσον τον όχλον, διά να υπάγωσιν εις τας πέριξ κώμας και τους αγρούς και να καταλύσωσι και να εύρωσι τροφάς, διότι εδώ είμεθα εν ερήμω τόπω.
13Και είπε προς αυτούς· Δότε σεις εις αυτούς να φάγωσιν. Οι δε είπον· Ημείς δεν έχομεν πλειότερον παρά πέντε άρτους και δύο ιχθύας, εκτός εάν υπάγωμεν ημείς και αγοράσωμεν τροφάς δι' όλον τον λαόν τούτον·
14διότι ήσαν ως πεντακισχίλιοι άνδρες· και είπε προς τους μαθητάς αυτού· Καθίσατε αυτούς κατά αθροίσματα ανά πεντήκοντα.
15Και έπραξαν ούτω, και εκάθησαν άπαντας.
16Λαβών δε τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, ανέβλεψεν εις τον ουρανόν και ευλόγησεν αυτούς και κατέκοψε, και έδιδεν εις τους μαθητάς διά να βάλλωσιν έμπροσθεν του όχλου.
17Και έφαγον και εχορτάσθησαν πάντες, και εσηκώθη το περισσεύσαν εις αυτούς εκ των κλασμάτων δώδεκα κοφίνια.
Ερμηνεία, στ. 10–17 (στα ρωσικά)
О чуде насыщения народа ев. Лука говорит, сокращая рассказ ев. Марка (Мк VI, 30-44; ср. Мф XIV, 13-21). Он только точнее определяет направление пути, которым удалился Христос. - Близ города… (ст. 10) - правильнее: "по направлению к городу, называемому Вифсаидою", т. е. на северо-восточный берег Генисаретского моря. См. о Вифсаиде прим. к Ев. Мк VI, 45.
18Και ενώ αυτός προσηύχετο καταμόνας, ήσαν μετ' αυτού οι μαθηταί, και ηρώτησεν αυτούς λέγων· Τίνα με λέγουσιν οι όχλοι ότι είμαι;
19οι δε αποκριθέντες είπον· Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν, άλλοι δε ότι ανέστη τις των αρχαίων προφητών.
20Είπε δε προς αυτούς· Σεις δε τίνα με λέγετε ότι είμαι; και αποκριθείς ο Πέτρος είπε· Τον Χριστόν του Θεού.
21Ο δε προσέταξεν αυτούς σφοδρώς και παρήγγειλε να μη είπωσιν εις μηδένα τούτο,
22ειπών ότι πρέπει ο Υιός του ανθρώπου να πάθη πολλά και να καταφρονηθή από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων, και να θανατωθή και τη τρίτη ημέρα να αναστηθή.
23Έλεγε δε προς πάντας· Εάν τις θέλη να έλθη οπίσω μου, ας απαρνηθή εαυτόν και ας σηκώση τον σταυρόν αυτού καθ' ημέραν και ας με ακολουθή.
24Διότι όστις θέλει να σώση την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν· και όστις απολέση την ζωήν αυτού ένεκεν ομού, ούτος θέλει σώσει αυτήν.
25Επειδή τι ωφελείται ο άνθρωπος, εάν κερδήση τον κόσμον όλον, εαυτόν δε απολέση ή ζημιωθή;
26Διότι όστις επαισχυνθή δι' εμέ και τους λόγους μου, διά τούτον ο Υιός του ανθρώπου θέλει επαισχυνθή, όταν έλθη εν τη δόξη αυτού και του Πατρός και των αγίων αγγέλων.
27Λέγω δε προς εσάς αληθώς, Είναι τινές των εδώ ισταμένων, οίτινες δεν θέλουσι γευθή θάνατον, εωσού ίδωσι την βασιλείαν του Θεού.
Ερμηνεία, στ. 18–27 (στα ρωσικά)
Исповедание Ап. Петра и предсказание Христа о Своих страданиях ев. Лука излагает по Марку (VIII, 27 - IX, 1; ср. XVI, 13-28). - Когда Он молился в уединенном месте (ст. 18). Об этой молитве Христа делает упоминание только один ев. Лука. - Ко всем же (ст. 23). По Ев. Марка, Господь в это время подозвал к Себе шедший за Ним народ (VIII, 34).
28Μετά δε τους λόγους τούτους παρήλθον έως οκτώ ημέραι, και παραλαβών τον Πέτρον και Ιωάννην και Ιάκωβον, ανέβη εις το όρος διά να προσευχηθή.
29Και ενώ προσηύχετο, ηλλοιώθη η όψις του προσώπου αυτού και τα ιμάτια αυτού έγειναν λευκά εξαστράπτοντα.
30και ιδού, άνδρες δύο συνελάλουν μετ' αυτού, οίτινες ήσαν Μωϋσής και Ηλίας,
31οίτινες φανέντες εν δόξη, έλεγον τον θάνατον αυτού, τον οποίον έμελλε να εκπληρώση εν Ιερουσαλήμ.
32Ο δε Πέτρος και οι μετ' αυτού ήσαν βεβαρημένοι υπό του ύπνου· και ότε εξύπνησαν, είδον την δόξαν αυτού και τους δύο άνδρας τους ισταμένους μετ' αυτού.
33Και ενώ αυτοί εχωρίζοντο απ' αυτού, είπεν ο Πέτρος προς τον Ιησούν· Επιστάτα, καλόν είναι να ήμεθα εδώ· και ας κάμωμεν τρεις σκηνάς, μίαν διά σε και διά τον Μωϋσήν μίαν και μίαν διά τον Ηλίαν, μη εξεύρων τι λέγει.
34Ενώ δε αυτός έλεγε ταύτα, ήλθε νεφέλη και επεσκίασεν αυτούς· και εφοβήθησαν ότε εισήλθον εις την νεφέλην·
35και έγεινε φωνή εκ της νεφέλης, λέγουσα· Ούτος είναι ο Υιός μου ο αγαπητός· αυτού ακούετε.
36Και αφού έγεινεν η φωνή, ευρέθη ο Ιησούς μόνος· και αυτοί εσιώπησαν και προς ουδένα είπον εν εκείναις ταις ημέραις ουδέν εξ όσων είδον.
37Την δε ακόλουθον ημέραν, ότε κατέβησαν από του όρους, υπήντησεν αυτόν όχλος πολύς.
38Και ιδού, άνθρωπός τις εκ του όχλου ανέκραξε, λέγων· Διδάσκαλε, δέομαί σου, επίβλεψον επί τον υιόν μου, διότι μονογενής μου είναι·
39και ιδού, δαιμόνιον πιάνει αυτόν, και εξαίφνης κράζει και σπαράττει αυτόν μετά αφρού, και μόλις αναχωρεί απ' αυτού, συντρίβον αυτόν·
40και παρεκάλεσα τους μαθητάς σου διά να εκβάλωσιν αυτό, και δεν ηδυνήθησαν.
41Αποκριθείς δε ο Ιησούς, είπεν· Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη, έως πότε θέλω είσθαι μεθ' υμών και θέλω υπομένει υμάς; φέρε τον υιόν σου εδώ.
42Και ενώ αυτός έτι προσήρχετο, έρριψεν αυτόν κάτω το δαιμόνιον και κατεσπάραξεν· ο δε Ιησούς επετίμησε το πνεύμα το ακάθαρτον και ιάτρευσε το παιδίον και απέδωκεν αυτό εις τον πατέρα αυτού.
43Εξεπλήττοντο δε πάντες επί την μεγαλειότητα του Θεού. Και ενώ πάντες εθαύμαζον διά πάντα όσα έκαμεν ο Ιησούς, είπε προς τους μαθητάς αυτού·
44Βάλετε σεις εις τα ώτα σας τους λόγους τούτους· διότι ο Υιός του ανθρώπου μέλλει να παραδοθή εις χείρας ανθρώπων.
45Εκείνοι όμως δεν ενόουν τον λόγον τούτον, και ήτο αποκεκρυμμένος απ' αυτών, διά να μη νοήσωσιν αυτόν, και εφοβούντο να ερωτήσωσιν αυτόν περί του λόγου τούτου.
Ερμηνεία, στ. 28–45 (στα ρωσικά)
О преображении Господа и исцелении бесноватого отрока ев. Лука говорит согласно с Марком (IX, 2-32; ср. Мф ХVII, 1-9 и 14-23). Но при этом он вносит в рассказ некоторые новые подробности. - Дней чрез восемь - выражение довольно неопределенное. Ев. Лука, вероятно, считает здесь и день исповедания Αп. Петра, и день Преображения, почему у него счет и выходит на два дня больше, чем у Матфея и Марка. - И когда молился - см. III, 21. О молитве Христа пред Преображением говорит один ев. Лука. - Вид лица (29 ст.). Ев. Лука здесь соединяет в одно два выражения ев. Матфея (XVII, 2). - Явившись во славе, - т. е. в сиянии, окруженные небесным блеском. - Говорили об исходе Его (31 ст.). Это замечает только один ев. Лука. Под исходом здесь разумеется выход Христа из этой земной жизни посредством смерти, воскресения и вознесения на небо (ср. 2Пет. I, 15). Рассуждали они об этом для того, чтобы внушить представителям апостолов уверенность в том, что смерть Христа, которою те так соблазнялись (Мф XVI, 22 и сл.), была предусмотрена еще в Новом Завете. - Были отягчены сном… (ст. 32). Об этом упоминает только один ев. Лука. По всей вероятности, ученики спали в то время, когда Христос молился, и проснулись, как только засиял свет от лица Господа и появились в сиянии Моисей и Илия. - Когда они отходили (ст. 33). По Ев. Луки, Петр своим предложением имел в виду удержать уходивших Моисея и Илию. - Осенило их - не Моисея и Илию, как толкует Б. Вейс, а учеников, потому что тут же сказано "и устрашились" - конечно, не Моисей и Илия, а ученики. - Взглянуть, на сына моего (38), т. е. бросить на него Свой милосердый взор, помочь ему (ср. I, 48). - Он один у меня. Это прибавляет один ев. Лука
46Εισήλθε δε εις αυτούς διαλογισμός, τις τάχα εξ αυτών ήτο μεγαλήτερος.
47Ο δε Ιησούς, ιδών τον διαλογισμόν της καρδίας αυτών, επίασε παιδίον και έστησεν αυτό πλησίον εαυτού
48και είπε προς αυτούς· Όστις δεχθή τούτο το παιδίον εις το όνομά μου, εμέ δέχεται, και όστις δεχθή εμέ, δέχεται τον αποστείλαντά με· διότι ο υπάρχων μικρότερος μεταξύ πάντων υμών ούτος θέλει είσθαι μέγας.
49Αποκριθείς δε ο Ιωάννης, είπεν· Επιστάτα, είδομέν τινά εκβάλλοντα τα δαιμόνια εν τω ονόματί σου, και ημποδίσαμεν αυτόν, διότι δεν ακολουθεί μεθ' ημών.
50Και είπε προς αυτόν ο Ιησούς· Μη εμποδίζετε· διότι όστις δεν είναι καθ' ημών, είναι υπέρ ημών.
Ερμηνεία, στ. 46–50 (στα ρωσικά)
Наставления Христа о смирении ев. Лука излагает по Марку (Мк IX, 33-40). - Поставил его пред Собою (ст. 47 у Марка: посреди их). Этим Господь показывает, что дитя ближе к Нему, чем ученики, считавшие себя выше, чем все остальные люди.
51Και ότε συνεπληρούντο αι ημέραι διά να αναληφθή, τότε αυτός έκαμε στερεάν απόφασιν να υπάγη εις Ιερουσαλήμ.
52Και απέστειλεν έμπροσθεν αυτού μηνυτάς, οίτινες πορευθέντες εισήλθον εις κώμην Σαμαρειτών, διά να κάμωσιν ετοιμασίαν εις αυτόν.
53Και δεν εδέχθησαν αυτόν, διότι εφαίνετο ότι επορεύετο εις Ιερουσαλήμ.
54Ιδόντες δε οι μαθηταί αυτού Ιάκωβος και Ιωάννης, είπον· Κύριε, θέλεις να είπωμεν να καταβή πυρ από του ουρανού και να αφανίση αυτούς, καθώς και ο Ηλίας έκαμε;
55Στραφείς δε επέπληξεν αυτούς και είπε· δεν εξεύρετε ποίου πνεύματος είσθε σείς·
56διότι ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να απολέση ψυχάς ανθρώπων, αλλά να σώση. Και υπήγον εις άλλην κώμην.
Ερμηνεία, στ. 51–56 (στα ρωσικά)
Этот отдел имеется только в Евангелии Луки. - Когда же приближались дни взятия Его… Слово "взятие" (αναληψις) употреблено только в этом одном месте, но в последующей письменности оно ясно означает вознесение Иисуса Христа на небо (Свицер. Tes. с. 282). Таким образом, ев. Лука начинает здесь историю путешествия Христа из Галилеи в Иерусалим на Пасху страданий. Путешествие это, по изображению ев. Луки, было не прямым - для прямого путешествия потребовалось бы только три дня пути, - а медленным обхождением тех городов и селений Галилеи и Переи, какие Господь хотел просветить светом Евангелия. При этом указывается намерение Христа пройти Самариею и непринятие Его Самарянами, вслед затем - снова обхождение Галилеи и потом уже опять появление Христа на границах Самарии (XVII, 11). - Восхотел идти в Иерусалим. Точнее: обратил лицо Свое к Иерусалиму (το προσωπον α. εοτηριξε - гебраизм. Ср. Иер ХXI, 10, 42, 45). Таким образом, Иерусалим делается с этих пор тем пунктом, куда постоянно обращен взор Христа. - Приготовить для Него, т. е. подготовить Самарян к Его прибытию, так как Самаряне, как видно из следующего (53) стиха, неодобрительно относились к путешествию Христа в Иерусалим, где, как они полагали, Христос объявит себя царем. Им было в высшей степени неприятно, что их враги - иудеи удостоены будут такой великой милости от того, кого они признали уже раньше (Ин IV гл.) Мессиею (ср. Мф X, 3). - Видя то (54), - т. е. узнав об этом от возвратившихся "вестников". - На гневное заявление сынов Зеведеевых, которых сам Господь назвал сынами грома (Мк III, 17), желавших, подобно Илии пророку, низвести огонь на неразумных Самарян, Господь отвечает, что они не понимают, очевидно, что, как ученики Христа, живущие уже в Новом Завете, а не в Ветхом, как Илия, они не должны прибегать к тем суровым мерам вразумления, к каким прибегали пророки Ветхого Завета. И Илия также имел в Себе Духа Божия, но Тот Дух был иной, иначе проявляющий Себя, чем Дух, под действием Которого находятся ученики Христа (ср. Мф XVIII, 11). - Какого вы Духа (так нужно писать слово это, а не с маленькой буквы, как в русск. перев., потому что греч. выражение ειναι πνευματος - значит: стоять, находиться в зависимости от Духа - конечно Божия, Ср. Мк IX, 41). - Другое селение - всего вероятнее, уже не самарянское: Господь идет, вероятно, по Галилее и Перее, где обыкновенно ходили богомольцы с севера в Иерусалим.
57Ενώ δε επορεύοντο, είπε τις προς αυτόν καθ' οδόν· Θέλω σε ακολουθήσει όπου αν υπάγης, Κύριε.
58Και είπε προς αυτόν ο Ιησούς· Αι αλώπεκες έχουσι φωλεάς και τα πετεινά του ουρανού κατοικίας, ο δε Υιός του ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν.
59Είπε δε προς άλλον· Ακολούθει μοι. Ο δε είπε· Κύριε, συγχώρησόν μοι να υπάγω πρώτον να θάψω τον πατέρα μου.
60Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς· συ δε απελθών κήρυττε την βασιλείαν του Θεού.
61Είπε δε και άλλος· θέλω σε ακολουθήσει, Κύριε· πρώτον όμως συγχώρησόν μοι να αποχαιρετήσω τους εις τον οίκόν μου.
62Και είπε προς αυτόν ο Ιησούς· Ουδείς βαλών την χείρα αυτού επί άροτρον και βλέπων εις τα οπίσω είναι αρμόδιος διά την βασιλείαν του Θεού.
Ερμηνεία, στ. 57–62 (στα ρωσικά)
Ев. Лука излагает ответы Господа желавшим следовать за Ним согласно с ев. Матфеем (с 57-60; ср. Мф VIII, 19-22).
Почему он это событие относит ко времени путешествия Христа в Иерусалим, когда, по ев. Матфею, оно имело место гораздо раньше - сказать трудно. Может быть, ему казалось приличнее поместить здесь этот рассказ, как несколько раскрывающий тогдашнее положение вещей. Христос идет на смерть - и желающие стать Его учениками как бы чувствуют опасность, какой должны скоро подвергнуться и ученики Христа, и просят Его позволить им проститься с родными, которых они уже больше не увидят… Что касается первого ответа Христа - о неимении пристанища, то он как раз подходил к настоящим обстоятельствам, когда Самаряне только что отказали Христу в приеме. - А ты иди, благовествуй Царствие Божие (60). Этим прибавлением, у ев. Луки только сделанным, несколько смягчается кажущийся суровым ответ Господа на просьбу одного желавшего или, точнее, призванного Господом следовать за Ним. Теперь - как бы говорит Господь - время дорого: Царство Божие или Царство Мессии должно скоро открыться и к этому нужно скорее подготовлять людей. - Еще другой сказал. Эта просьба и ответ на нее Господа (61-62 ст.) и находится только у ев. Луки. Проситель, по-видимому, не совсем еще решил, следовать ли Ему за Христом - он, по-видимому, хочет посоветоваться с своими домашними, скрывая это намерение под видом естественного желания проститься с ними. Господь в приточной речи говорит, что нельзя новое служение брать с какими-то сомнениями. Нет, нужно предаться ему вполне, искренно, всем сердцем: иначе такой ученик и после будет все оглядываться назад, подобно не интересующемуся своей работой пахарю. Пользы от такого отношения к делу распространения Евангелия ждать нельзя…
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850. Ερμηνεία: «Ερμηνευτική Βίβλος», επιμ. Α. Π. Λοπουχίν (στα ρωσικά).
Послание двенадцати апостолов на проповедь (1-6). Суждение Ирода о Христе (7-9). Чудеснее насыщение народа (10-17). Исповедание Ап. Петра и предсказание Христа о Своих страданиях (18-27). Преображение Господа Иисуса Христа и исцеление бесноватого отрока (28-45). Наставления о смирении (46-50). Путешествие Христа в Иерусалим (51-62).