Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Κατά Λουκάνκεφάλαιο 8

Ερμηνεία του κεφαλαίου (στα ρωσικά)

Служащие Христу жены (1-3). Притча о сеятеле (4-8). Толкование притчи (9-18). Истинные родственники Христа (19-21). Удаление Христа с учениками на восточный берег Генисаретского моря (22-39). Исцеление кровоточивой и воскрешение дочери Иаира (40-56).

1Και μετά ταύτα διήρχετο αυτός πάσαν πόλιν και κώμην, κηρύττων και ευαγγελιζόμενος την βασιλείαν του Θεού, και οι δώδεκα ήσαν μετ' αυτού,

2και γυναίκες τινές, αίτινες ήσαν τεθεραπευμέναι από πνευμάτων πονηρών και ασθενειών, Μαρία η καλουμένη Μαγδαληνή, εκ της οποίας είχον εκβή επτά δαιμόνια,

3και Ιωάννα η γυνή του Χουζά, επιτρόπου του Ηρώδου, και Σουσάννα και άλλαι πολλαί, αίτινες διηκόνουν αυτόν από των υπαρχόντων αυτών.

Ερμηνεία, στ. 1–3 (στα ρωσικά)

Один ев. Лука делает замечание о женщинах, которые, во время проповеднических путешествий Христа с 12-ю апостолами, служили Ему своим имением. - Мария Магдалина - см. XXVII, 56. - Из которой вышли семь бесов. Это выражение обозначает чрезвычайную силу одержимости бесами: семь - на языке Св. Писания есть символ полноты (ср. Мф ХII, 45). По И. Вейса, здесь указывается на то, что Мария семь раз в течение своей жизни подвергалась возвращению бесноватости. Что касается довольно распространенного рационалистического взгляда, будто бы Мария была просто крайне распущенная в нравственном отношении женщина, что и обозначил будто бы евангелист замечанием своим, то против такого понимания говорит употребленный и о Марии термин "исцеленная" (τεθεραπευμεναι), который означает чудесное исцеление от действительной, а не мнимой болезни беснования. - Домоправителя Ирода, т. е., по нашему, гофмейстера при дворе Ирода (вероятно, Антипы). Должность эта была видная (ср. Мф XX, 8). - Жены эти служили Христу до самой Его смерти на кресте (см. Лк ХXIV, 10). - Сусанна - личность неизвестная.

4Επειδή δε συνέτρεχεν όχλος πολύς και ήρχοντο προς αυτόν από πάσης πόλεως, είπε διά παραβολής·

5Εξήλθεν ο σπείρων, διά να σπείρη τον σπόρον αυτού. Και ενώ έσπειρεν, άλλο μεν έπεσε παρά την οδόν και κατεπατήθη, και τα πετεινά του ουρανού κατέφαγον αυτό·

6άλλο δε έπεσεν επί την πέτραν και αναφυέν εξηράνθη, διότι δεν είχεν ικμάδα·

7και άλλο έπεσεν εις το μέσον των ακανθών, και συμφυτρώσασαι αι άκανθαι απέπνιξαν αυτό·

8και άλλο έπεσεν επί την γην την αγαθήν, και αναφυέν έκαμε καρπόν εκατονταπλασίονα. Ταύτα λέγων, εφώναζεν· Ο έχων ώτα διά να ακούη, ας ακούη.

Ερμηνεία, στ. 4–8 (στα ρωσικά)

Притчу о сеятеле ев. Лука излагает сходно с Матфеем (XIII, 3-9) и Марком (IV, 1-9), но с некоторыми сокращениями.

9Ηρώτων δε αυτόν οι μαθηταί αυτού, λέγοντες· Τι σημαίνει η παραβολή αύτη;

10Ο δε είπεν· Εις εσάς εδόθη να γνωρίσητε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, εις δε τους λοιπούς διά παραβολών, διά να μη βλέπωσιν ενώ βλέπουσι και να μη καταλαμβάνωσιν ενώ ακούουσιν.

11Αύτη δε είναι η παραβολή· Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού·

12οι δε σπειρόμενοι παρά την οδόν είναι οι ακούοντες, έπειτα έρχεται ο διάβολος και αφαιρεί τον λόγον από της καρδίας αυτών, διά να μη πιστεύσωσι και σωθώσιν.

13Οι δε επί της πέτρας είναι εκείνοι οίτινες, όταν ακούσωσι, μετά χαράς δέχονται τον λόγον, και ούτοι ρίζαν δεν έχουσιν, οίτινες προς καιρόν πιστεύουσι και εν καιρώ πειρασμού αποστατούσι.

14Το δε πεσόν εις τας ακάνθας, ούτοι είναι εκείνοι οίτινες ήκουσαν, και υπό μεριμνών και πλούτου και ηδονών του βίου υπάγουσι και συμπνίγονται και δεν τελεσφορούσι.

15Το δε εις την καλήν γην, ούτοι είναι εκείνοι, οίτινες ακούσαντες τον λόγον, κρατούσιν εν καρδία καλή και αγαθή και καρποφορούσιν εν υπομονή.

16Ουδείς δε λύχνον ανάψας, σκεπάζει αυτόν με σκεύος και θέτει υποκάτω κλίνης, αλλά θέτει επί του λυχνοστάτου, διά να βλέπωσι το φως οι εισερχόμενοι.

17Διότι δεν υπάρχει κρυπτόν, το οποίον δεν θέλει γείνει φανερόν; ουδέ απόκρυφον, το οποίον δεν θέλει γείνει γνωστόν και ελθεί εις το φανερόν.

18Προσέχετε λοιπόν πως ακούετε· διότι όστις έχει, θέλει δοθή εις αυτόν, και όστις δεν έχει, και εκείνο το οποίον νομίζει ότι έχει θέλει αφαιρεθή απ' αυτού.

Ερμηνεία, στ. 9–18 (στα ρωσικά)

Объяснение притчи см. Мф (XIII, 10-17) и Мк (IV, 10-25). Ев. Лука здесь более всего следует Марку. - Ученики - двенадцать апостолов (ср. 1-й ст.). - Так что (ст. 10) - правильнее: чтобы (ϊνα) см. Мк IV, 12. - Но отходя (ст. 14-й). Правильнее было бы перевести: "ходя" или живя (по-гречески здесь стоит гл. πορευειν). Слова же: "заботами, богатством, и наслаждениями житейскими" представляют собою определение к слову "ходя" или обозначение мотивом "хождения". Люди, следоват., слушают слово, но в своей деятельности водятся другими факторами - заботами и т. д. и через это подавляются как семена, растущие между тернами, и не достигают до зрелости. - В добром и чистом сердце (ст. 15-й), т. е. в нравственно прекрасном и добром (καλη και αγαθη) сердце, а таким сердце делается благодаря очищающему действию слышанного слова (Ин XV, 3). - В терпении, т. е. постоянно держась слова. Это противоположение "отпадению", указанному в 13-м стихе. - Отнимется и то, что он думает иметь (18 ст.). Ев. Лука здесь более точен, чем Матфей и Марк: он говорит, что некоторые люди только воображают, что достигли известных успехов в нравственном усовершенствовании, а на самом деле они ничего не приобрели. И вот, скоро у таких людей отнимается также и эта утеха - пред ними раскрыто будет все их нравственное ничтожество…

19Ήλθον δε προς αυτόν η μήτηρ και οι αδελφοί αυτού και δεν ηδύναντο διά τον όχλον να πλησιάσωσιν αυτόν.

20Και απηγγέλθη προς αυτόν υπό τινών λεγόντων· Η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου ίστανται έξω θέλοντες να σε ίδωσιν.

21Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς· Μήτηρ μου και αδελφοί μου είναι ούτοι, οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και πράττοντες αυτόν.

Ερμηνεία, στ. 19–21 (στα ρωσικά)

О приходе к Христу Пресв. Марии и братьев его ев. Лука сообщает согласно с Марком (Мк III, 31-35; ср. Мф XII, 46-50).

22Και εν μιά των ημερών εισήλθεν εις πλοίον αυτός και οι μαθηταί αυτού, και είπε προς αυτούς· Ας διέλθωμεν εις το πέραν της λίμνης· και εσηκώθησαν.

23Ενώ δε έπλεον, απεκοιμήθη. Και κατέβη ανεμοστρόβιλος εις την λίμνην, και εγεμίζετο το πλοίον και εκινδύνευον.

24Προσελθόντες δε εξύπνησαν αυτόν, λέγοντες· Επιστάτα, Επιστάτα, χανόμεθα. Ο δε σηκωθείς επετίμησε τον άνεμον και την ταραχήν του ύδατος, και έπαυσαν, και έγεινε γαλήνη.

25Είπε δε προς αυτούς, που είναι η πίστις σας; Και φοβηθέντες εθαύμασαν, λέγοντες προς αλλήλους· Τις λοιπόν είναι ούτος, ότι και τους ανέμους προστάζει και το ύδωρ, και υπακούουσιν εις αυτόν;

26Και κατέπλευσαν εις την χώραν των Γαδαρηνών, ήτις είναι αντιπέραν της Γαλιλαίας.

27Και καθώς εξήλθεν επί την γην, υπήντησεν αυτόν άνθρωπός τις εκ της πόλεως, όστις είχε δαιμόνια από χρόνων πολλών, και ιμάτιον δεν ενεδύετο και εν οικία δεν έμενεν, αλλ' εν τοις μνήμασιν.

28Ιδών δε τον Ιησούν, ανέκραξε και προσέπεσεν εις αυτόν και μετά φωνής μεγάλης είπε· Τι είναι μεταξύ εμού και σου, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; δέομαί σου, μη με βασανίσης.

29Διότι προσέταξεν εις το πνεύμα το ακάθαρτον να εξέλθη από του ανθρώπου. Επειδή προ πολλών χρόνων είχε συναρπάσει αυτόν, και εδεσμεύετο με αλύσεις και εφυλάττετο με ποδόδεσμα και διασπών τα δεσμά, εφέρετο υπό του δαίμονος εις τας ερήμους.

30Και ηρώτησεν αυτόν ο Ιησούς, λέγων· Τι είναι το όνομά σου; Ο δε είπε· Λεγεών· διότι δαιμόνια πολλά εισήλθον εις αυτόν·

31και παρεκάλουν αυτόν να μη προστάξη αυτά να απέλθωσιν εις την άβυσσον.

32Ήτο δε εκεί αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένων εν τω όρει· και παρεκάλουν αυτόν να επιτρέψη εις αυτά να εισέλθωσιν εις εκείνους· και επέτρεψεν εις αυτά.

33Εξελθόντα δε τα δαιμόνια από του ανθρώπου, εισήλθον εις τους χοίρους, και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη.

34Ιδόντες δε οι βοσκοί το γενόμενον έφυγον, και απελθόντες απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς.

35Και εξήλθον διά να ίδωσι το γεγονός, και ήλθον προς τον Ιησούν και εύρον τον άνθρωπον, εκ του οποίου είχον εξέλθει τα δαιμόνια, καθήμενον παρά τους πόδας του Ιησού, ενδεδυμένον και σωφρονούντα· και εφοβήθησαν.

36Διηγήθησαν δε προς αυτούς και οι ιδόντες πως εσώθη ο δαιμονιζόμενος.

37Και άπαν το πλήθος της περιχώρου των Γαδαρηνών παρεκάλεσαν αυτόν να αναχωρήση απ' αυτών, διότι κατείχοντο υπό μεγάλου φόβου, αυτός δε εμβάς εις το πλοίον υπέστρεψεν.

38Ο δε άνθρωπος, εκ του οποίου είχον εξέλθει τα δαιμόνια, παρεκάλει αυτόν να ήναι μετ' αυτού· ο Ιησούς όμως απέλυσεν αυτόν, λέγων.

39Επίστρεψον εις τον οίκόν σου και διηγού όσα έκαμεν εις σε ο Θεός· και ανεχώρησε κηρύττων καθ' όλην την πόλιν όσα έκαμεν εις αυτόν ο Ιησούς.

Ερμηνεία, στ. 22–39 (στα ρωσικά)

О переправе Христа с учениками на восточный берег Генисаретского моря и исцеление бесноватого ев. Лука сообщает согласно с ев. Марком (IV, 35 - V, 20; ср. Мф VIII, 23-27). При этом, впрочем, он делает некоторые изменения в частностях - смягчает, напр., в 25-м стихе обращение Господа к апостолам (где вера ваша? По Марку: что вы так боязливы? как у вас нет веры? ст. 40-й гл. IV-й) и в ст. 28-м заменяет выражение "заклинаю Тебя Богом" выражением "умоляю Тебя". Далее он прибавляет, что бесноватый был одержим бесами уже с давнего времени и в одежду не одевался (ст. 27), что демоны просили Господа не прогонять их в бездну, т. е. в преисподнюю (ст. 31; ср. Рим X, 7; Откр IX, 1 и сл.). Бесноватый, по своем исцелении, проповедует о происшедшем с ним только по городу своему (ст. 39. По Марку: в десятиградии V, 20).

40Ότε δε υπέστρεψεν ο Ιησούς, υπεδέχθη αυτόν ο όχλος· διότι πάντες ήσαν περιμένοντες αυτόν.

41Και ιδού, ήλθεν άνθρωπος ονομαζόμενος Ιάειρος, όστις ήτο άρχων της συναγωγής και πεσών εις τους πόδας του Ιησού, παρεκάλει αυτόν να εισέλθη εις τον οίκον αυτού,

42διότι είχε θυγατέρα μονογενή ως ετών δώδεκα, και αύτη απέθνησκεν. Ενώ δε επορεύετο, οι όχλοι συνέθλιβον αυτόν.

43Και γυνή τις έχουσα ρύσιν αίματος δώδεκα έτη, ήτις δαπανήσασα εις ιατρούς όλον τον βίον αυτής δεν ηδυνήθη να θεραπευθή υπ' ουδενός,

44πλησιάσασα όπισθεν ήγγισε το άκρον του ιματίου αυτού, και παρευθύς εστάθη η ρύσις του αίματος αυτής.

45Και είπεν ο Ιησούς· Τις μου ήγγισε; και ενώ ηρνούντο πάντες, είπεν ο Πέτρος και οι μετ' αυτού· Επιστάτα, οι όχλοι σε συμπιέζουσι και σε συνθλίβουσι, και λέγεις· Τις μου ήγγισεν;

46Ο δε Ιησούς είπε· Μου ήγγισέ τις· διότι εγώ ενόησα ότι εξήλθε δύναμις απ' εμού.

47Ιδούσα δε η γυνή ότι δεν εκρύφθη, ήλθε τρέμουσα και προσπεσούσα εις αυτόν, απήγγειλε προς αυτόν ενώπιον παντός του λαού διά ποίαν αιτίαν ήγγισεν αυτόν, και ότι παρευθύς ιατρεύθη.

48Ο δε είπε προς αυτήν· Θάρρει, θύγατερ, η πίστις σου σε έσωσεν· ύπαγε εις ειρήνην.

49Ενώ δε ελάλει έτι, έρχεταί τις παρά του αρχισυναγώγου, λέγων προς αυτόν ότι απέθανεν η θυγάτηρ σου· μη ενόχλει τον Διδάσκαλον.

50Ο δε Ιησούς ακούσας απεκρίθη προς αυτόν, λέγων· Μη φοβού· μόνον πίστευε, και θέλει σωθή.

51Και ότε εισήλθεν εις την οικίαν, δεν αφήκεν ουδένα να εισέλθη ειμή τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην και τον πατέρα της κόρης και την μητέρα.

52Έκλαιον δε πάντες και εθρήνουν αυτήν. Ο δε είπε· Μη κλαίετε· δεν απέθανεν, αλλά κοιμάται.

53Και κατεγέλων αυτόν, εξεύροντες ότι απέθανεν.

54Αλλ' αυτός εκβαλών έξω πάντας και πιάσας την χείρα αυτής, εφώναξε λέγων· Κοράσιον, σηκώθητι.

55Και υπέστρεψε το πνεύμα αυτής, και ανέστη παρευθύς, και προσέταξε να δοθή εις αυτήν να φάγη.

56Και εξεπλάγησαν οι γονείς αυτής. Ο δε παρήγγειλεν εις αυτούς να μη είπωσιν εις μηδένα το γεγονός.

Ερμηνεία, στ. 40–56 (στα ρωσικά)

О воскрешении дочери Иаира и исцелении кровоточивой женщины ев. Лука говорит вполне согласно с Марком (Мк V, 21-43; ср. Мф IX, 18-26). Ев. Лука, впрочем, прибавляет, что дочь у Иаира была только одна (ст. 42), что на вопрос Христа ответил, - конечно, от лица учеников - Петр и что ответ этот не был несколько непочтительным, каким представляется ответ учеников у Марка (V, 31), так как "все отрицались" (ст. 45). По ев. Марку, женщина трепетала оттого, что чувствовала происшедшую с нею перемену (V, 53), а по ев. Луке потому, что она поняла, что поступок ее стал известен Чудотворцу. - Петра, и Иоанна, и Иакова (ст. 51). Ев. Лука из двух сынов Зеведеевых на первое место ставит Иоанна, как лицо более известное, а ев. Марк - Иакова (V, 37). - Рыдали о ней - точнее: ударяли себя в грудь в знак печали о ней (ст. 52 εκοπτοντο αυτην). - И возвратился дух ее (ст. 55) - это прибавление ев. Луки, из которого можно видеть, что Христос оживил действительно скончавшуюся, из которой душа ее уже удалилась.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850. Ερμηνεία: «Ερμηνευτική Βίβλος», επιμ. Α. Π. Λοπουχίν (στα ρωσικά).