Ημέρα 20 από 30
Ψαλ 92:1–97:12 · περίπου 5 λεπτά
92:1 Ψαλμός ωδής διά την ημέραν του Σαββάτου.
92:2 Αγαθόν το να δοξολογή τις τον Κύριον και να ψαλμωδή εις το όνομά σου, Υψιστε·
92:3 να αναγγέλλη το πρωΐ το έλεός σου και την αλήθειάν σου πάσαν νύκτα,
92:4 με δεκάχορδον όργανον και με ψαλτήριον· με ωδήν και κιθάραν.
92:5 Διότι με εύφρανας, Κύριε, εν τοις ποιήμασί σου· θέλω αγάλλεσθαι εν τοις έργοις των χειρών σου.
92:6 Πόσον μεγάλα είναι τα έργα σου, Κύριε βαθείς είναι οι διαλογισμοί σου σφόδρα.
92:7 Ο άνθρωπος ο ανόητος δεν γνωρίζει, και ο μωρός δεν εννοεί τούτο·
92:8 ότι οι ασεβείς βλαστάνουσιν ως ο χόρτος, και ανθούσι πάντες οι εργάται της ανομίας, διά να αφανισθώσιν αιωνίως.
92:9 Αλλά συ, Κύριε, είσαι ύψιστος εις τον αιώνα.
92:10 Διότι, ιδού, οι εχθροί σου, Κύριε, διότι, ιδού, οι εχθροί σου θέλουσιν εξολοθρευθή· θέλουσι διασκορπισθή πάντες οι εργάται της ανομίας.
92:11 Αλλά συ θέλεις υψώσει ως του μονοκέρωτος το κέρας μου· εγώ θέλω χρισθή με νέον έλαιον·
92:12 και ο οφθαλμός μου θέλει ιδεί την εκδίκησιν των εχθρών μου· τα ώτα μου θέλουσιν ακούσει περί των κακοποιών των επανισταμένων κατ' εμού.
92:13 Ο δίκαιος ως φοίνιξ θέλει ανθεί· ως κέδρος του Λιβάνου θέλει αυξάνει.
92:14 Πεφυτευμένοι εν τω οίκω του Κυρίου, θέλουσιν ανθεί εν ταις αυλαίς του Θεού ημών·
92:15 θέλουσι καρποφορεί και εν αυτώ τω βαθεί γήρατι, θέλουσιν είσθαι ακμάζοντες και ανθηροί·
92:16 διά να αναγγέλλωσιν ότι δίκαιος είναι ο Κύριος, το φρούριόν μου· και δεν υπάρχει αδικία εν αυτώ.
93:1 Ο Κύριος βασιλεύει· μεγαλοπρέπειαν είναι ενδεδυμένος· ενδεδυμένος είναι ο Κύριος δύναμιν και περιεζωσμένος· και την οικουμένην εστερέωσεν, ώστε δεν θέλει σαλευθή.
93:2 Απ' αρχής είναι εστερεωμένος ο θρόνος σου· από του αιώνος συ είσαι.
93:3 Ύψωσαν οι ποταμοί, Κύριε, ύψωσαν οι ποταμοί την φωνήν αυτών· οι ποταμοί ύψωσαν τα κύματα αυτών.
93:4 Ο Κύριος ο εν υψίστοις είναι δυνατώτερος υπέρ τον ήχον πολλών υδάτων, υπέρ τα δυνατά κύματα της θαλάσσης·
93:5 τα μαρτύριά σου είναι πιστά σφόδρα· εις τον οίκόν σου ανήκει αγιότης, Κύριε, εις μακρότητα ημερών.
94:1 Θεέ των εκδικήσεων, Κύριε, Θεέ των εκδικήσεων, εμφάνηθι.
94:2 Υψώθητι, Κριτά της γής· απόδος ανταπόδοσιν εις τους υπερηφάνους.
94:3 Έως πότε οι ασεβείς, Κύριε, έως πότε οι ασεβείς θέλουσι θριαμβεύει;
94:4 Έως πότε θέλουσι προφέρει και λαλεί σκληρά; θέλουσι καυχάσθαι πάντες οι εργάται της ανομίας;
94:5 Τον λαόν σου, Κύριε, καταθλίβουσι και την κληρονομίαν σου κακοποιούσι.
94:6 Την χήραν και τον ξένον φονεύουσι και θανατόνουσι τους ορφανούς.
94:7 Και λέγουσι, δεν θέλει ιδεί ο Κύριος ουδέ θέλει νοήσει ο Θεός του Ιακώβ.
94:8 Εννοήσατε, οι άφρονες μεταξύ του λαού· και οι μωροί, πότε θέλετε φρονιμεύσει;
94:9 Ο φυτεύσας το ωτίον, δεν θέλει ακούσει; ο πλάσας τον οφθαλμόν, δεν θέλει ιδεί;
94:10 Ο σωφρονίζων τα έθνη, δεν θέλει ελέγξει; ο διδάσκων τον άνθρωπον γνώσιν;
94:11 Ο Κύριος γνωρίζει τους διαλογισμούς των ανθρώπων, ότι είναι μάταιοι.
94:12 Μακάριος ο άνθρωπος, τον οποίον σωφρονίζεις, Κύριε, και διά του νόμου σου διδάσκεις αυτόν·
94:13 διά να αναπαύης αυτόν από των ημερών της συμφοράς, εωσού σκαφθή λάκκος εις τον ασεβή.
94:14 Διότι δεν θέλει απορρίψει ο Κύριος τον λαόν αυτού, και την κληρονομίαν αυτού δεν θέλει εγκαταλείψει.
94:15 Επειδή η κρίσις θέλει επιστρέψει εις την δικαιοσύνην, και θέλουσιν ακολουθήσει αυτήν πάντες οι ευθείς την καρδίαν.
94:16 Τις θέλει σηκωθή υπέρ εμού κατά των πονηρευομένων; τις θέλει παρασταθή υπέρ εμού κατά των εργατών της ανομίας;
94:17 Εάν ο Κύριος δεν με εβοήθει, παρ' ολίγον ήθελε κατοικήσει ψυχή μου εν τη σιωπή.
94:18 Ότε έλεγον, ωλίσθησεν ο πους μου, το έλεός σου, Κύριε, με εβοήθει.
94:19 Εν τω πλήθει των αμηχανιών της καρδίας μου, αι παρηγορίαι σου εύφραναν την ψυχήν μου.
94:20 Μήπως έχει μετά σου συγκοινωνίαν ο θρόνος της ανομίας, όστις μηχανάται αδικίαν αντί νόμου;
94:21 Αυτοί εφορμώσι κατά της ψυχής του δικαίου και αίμα αθώον καταδικάζουσιν.
94:22 Αλλ' ο Κύριος είναι εις εμέ καταφύγιον και ο Θεός μου το φρούριον της ελπίδος μου.
94:23 Και θέλει επιστρέψει επ' αυτούς την ανομίαν αυτών και εν τη πονηρία αυτών θέλει αφανίσει αυτούς· Κύριος ο Θεός ημών θέλει αφανίσει αυτούς.
95:1 Δεύτε, ας αγαλλιασθώμεν εις τον Κύριον· ας αλαλάξωμεν εις το φρούριον της σωτηρίας ημών.
95:2 Ας προφθάσωμεν ενώπιον αυτού μετά δοξολογίας· εν ψαλμοίς ας αλαλάξωμεν εις αυτόν.
95:3 Διότι Θεός μέγας είναι ο Κύριος, και Βασιλεύς μέγας υπέρ πάντας τους θεούς.
95:4 Διότι εις αυτού την χείρα είναι τα βάθη της γής· και τα ύψη των ορέων είναι αυτού.
95:5 Διότι αυτού είναι η θάλασσα, και αυτός έκαμεν αυτήν· και την ξηράν αι χείρες αυτού έπλασαν.
95:6 Δεύτε, ας προσκυνήσωμεν και ας προσπέσωμεν· ας γονατίσωμεν ενώπιον του Κυρίου, του Ποιητού ημών.
95:7 Διότι αυτός είναι ο Θεός ημών· και ημείς λαός της βοσκής αυτού και πρόβατα της χειρός αυτού. Σήμερον εάν ακούσητε της φωνής αυτού,
95:8 μη σκληρύνητε την καρδίαν σας, ως εν τω παροργισμώ, ως εν τη ημέρα του πειρασμού εν τη ερήμω·
95:9 όπου οι πατέρες σας με επείρασαν, με εδοκίμασαν και είδον τα έργα μου.
95:10 Τεσσαράκοντα έτη δυσηρεστήθην με την γενεάν εκείνην, και είπα, ούτος είναι λαός πεπλανημένος την καρδίαν, και αυτοί δεν εγνώρισαν τας οδούς μου.
95:11 Διά τούτο ώμοσα εν τη οργή μου, ότι εις την ανάπαυσίν μου δεν θέλουσιν εισέλθει.
96:1 Ψάλατε εις τον Κύριον άσμα νέον· ψάλατε εις τον Κύριον, πάσα η γη.
96:2 Ψάλατε εις τον Κύριον· ευλογείτε το όνομα αυτού· κηρύττετε από ημέρας εις ημέραν την σωτηρίαν αυτού.
96:3 Αναγγείλατε εν τοις έθνεσι την δόξαν αυτού, εν πάσι τοις λαοίς τα θαυμάσια αυτού.
96:4 Διότι μέγας ο Κύριος και αξιΰμνητος σφόδρα· είναι φοβερός υπέρ πάντας τους θεούς.
96:5 Διότι πάντες οι θεοί των εθνών είναι είδωλα· ο δε Κύριος τους ουρανούς εποίησε.
96:6 Δόξα και μεγαλοπρέπεια είναι ενώπιον αυτού· ισχύς και ώραιότης εν τω αγιαστηρίω αυτού.
96:7 Απόδοτε εις τον Κύριον, πατριαί των λαών, απόδοτε εις τον Κύριον δόξαν και ισχύν.
96:8 Απόδοτε εις τον Κύριον την δόξαν του ονόματος αυτού· λάβετε προσφοράς και εισέλθετε εις τας αυλάς αυτού.
96:9 Προσκυνήσατε τον Κύριον εν τω μεγαλοπρεπεί αγιαστηρίω αυτού· φοβείσθε από προσώπου αυτού, πάσα η γη.
96:10 Είπατε εν τοις έθνεσιν, Ο Κύριος βασιλεύει· η οικουμένη θέλει βεβαίως είσθαι εστερεωμένη· δεν θέλει σαλευθή· αυτός θέλει κρίνει τους λαούς εν ευθύτητι.
96:11 Ας ευφραίνωνται οι ουρανοί, και ας αγάλλεται η γή· ας ηχή η θάλασσα και το πλήρωμα αυτής.
96:12 Ας χαίρωσιν αι πεδιάδες και πάντα τα εν αυταίς· τότε θέλουσιν αγάλλεσθαι πάντα τα δένδρα του δάσους
96:13 ενώπιον του Κυρίου· διότι έρχεται, διότι έρχεται διά να κρίνη την γήν· θέλει κρίνει την οικουμένην εν δικαιοσύνη και τους λαούς εν τη αληθεία αυτού.
97:1 Ο Κύριος βασιλεύει· ας αγάλλεται η γή· ας ευφραίνεται το πλήθος των νήσων.
97:2 Νεφέλη και ομίχλη είναι κύκλω αυτού· δικαιοσύνη και κρίσις η βάσις του θρόνου αυτού.
97:3 Πυρ προπορεύεται έμπροσθεν αυτού και καταφλέγει πανταχόθεν, τους εχθρούς αυτού.
97:4 Αι αστραπαί αυτού φωτίζουσι την οικουμένην· είδεν η γη και εσαλεύθη.
97:5 Τα όρη διαλύονται ως κηρός από της παρουσίας του Κυρίου, από της παρουσίας του Κυρίου πάσης της γής·
97:6 Αναγγέλλουσιν οι ουρανοί την δικαιοσύνην αυτού, και βλέπουσι πάντες οι λαοί την δόξαν αυτού.
97:7 Ας αισχυνθώσι πάντες οι λατρεύοντες τα γλυπτά, οι καυχώμενοι εις τα είδωλα· προσκυνείτε αυτόν, πάντες οι θεοί.
97:8 Ήκουσεν η Σιών και ευφράνθη, και εχάρησαν αι θυγατέρες του Ιούδα διά τας κρίσεις σου, Κύριε.
97:9 Διότι συ, Κύριε, είσαι ύψιστος εφ' όλην την γήν· σφόδρα υπερυψώθης υπέρ πάντας τους θεούς.
97:10 Οι αγαπώντες τον Κύριον, μισείτε το κακόν· αυτός φυλάττει τας ψυχάς των οσίων αυτού· ελευθερόνει αυτούς εκ χειρός ασεβών.
97:11 Φως σπείρεται διά τον δίκαιον και ευφροσύνη διά τους ευθείς την καρδίαν.
97:12 Ευφραίνεσθε, δίκαιοι, εν Κυρίω, και υμνείτε την μνήμην της αγιωσύνης αυτού.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.