Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Ημέρα 119 από 365

Ιησ 21:1–45, Λκ 20:27–47, Παρ 27:9–18

Παλαιά Διαθήκη

Ιησ 21:1–45

1 Και προσήλθον οι αρχηγοί των πατριών των Λευϊτών προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς Ιησούν τον υιόν του Ναυή και προς τους αρχηγούς των πατριών των φυλών των υιών Ισραήλ,

2 και είπον προς αυτούς εν Σηλώ εν τη γη Χαναάν λέγοντες, Ο Κύριος προσέταξε διά του Μωϋσέως να δοθώσιν εις ημάς πόλεις να κατοικώμεν, και τα περίχωρα αυτών διά τα κτήνη ημών.

3 Και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ εις τους Λευΐτας εκ της κληρονομίας αυτών, κατά τον λόγον του Κυρίου, τας πόλεις ταύτας και τα περίχωρα αυτών.

4 Και εξήλθεν ο κλήρος εις τας συγγενείας των Κααθιτών· και οι υιοί Ααρών του ιερέως, οι εκ των Λευϊτών, έλαβον διά κλήρον εκ της φυλής Ιούδα και εκ της φυλής Συμεών, και εκ της φυλής Βενιαμίν δεκατρείς πόλεις.

5 Οι δε υιοί Καάθ οι επίλοιποι έλαβον διά κλήρον εκ των συγγενειών της φυλής Εφραΐμ και εκ της φυλής Δαν και εκ του ημίσεως της φυλής Μανασσή, δέκα πόλεις.

6 Και οι υιοί Γηρσών έλαβον διά κλήρου εκ των συγγενειών της φυλής Ισσάχαρ και εκ της φυλής Ασήρ και εκ της φυλής Νεφθαλί και εκ του ημίσεως της φυλής Μανασσή εν Βασάν, δεκατρείς πόλεις.

7 Οι υιοί Μεραρί κατά τας συγγενείας αυτών έλαβον εκ της φυλής Ρουβήν και εκ της φυλής Γαδ και εκ της φυλής Ζαβουλών, δώδεκα πόλεις.

8 Και έδωκαν οι υιοί Ισραήλ διά κλήρου εις τους Λευΐτας τας πόλεις ταύτας και τα περίχωρα αυτών, καθώς ο Κύριος προσέταξε διά του Μωϋσέως.

9 Και έδωκαν εκ της φυλής των υιών Ιούδα και εκ της φυλής των υιών Συμεών τας πόλεις ταύτας, αίτινες αναφέρονται ενταύθα κατ' όνομα·

10 και έλαβον αυτάς οι υιοί του Ααρών, οι εκ των συγγενειών των Κααθιτών, οι εκ των υιών του Λευΐ· διότι τούτων ήτο ο πρώτος κλήρος.

11 Και έδωκαν εις αυτούς την πόλιν του Αρβά πατρός του Ανάκ, ήτις είναι η Χεβρών, εν τη ορεινή του Ιούδα, και τα περίχωρα αυτής κύκλω.

12 Τους δε αγρούς της πόλεως και τας κώμας αυτής έδωκαν εις Χάλεβ τον υιόν του Ιεφοννή, εις ιδιοκτησίαν αυτού.

13 Και έδωκαν εις τους υιούς Ααρών του ιερέως την πόλιν του καταφυγίου διά τον φονέα, την Χεβρών και τα περίχωρα αυτής, και την Λιβνά και τα περίχωρα αυτής,

14 και την Ιαθείρ και τα περίχωρα αυτής, και την Εσθεμωά και τα περίχωρα αυτής,

15 και την Ωλών και τα περίχωρα αυτής, και την Δεβείρ και τα περίχωρα αυτής,

16 και την Αείν και τα περίχωρα αυτής, και την Ιουτά και τα περίχωρα αυτής, την Βαιθ-σεμές και τα περίχωρα αυτής· πόλεις εννέα εκ των δύο τούτων φυλών·

17 και εκ της φυλής Βενιαμίν, την Γαβαών και τα περίχωρα αυτής, την Γαβαά και τα περίχωρα αυτής,

18 την Αναθώθ και τα περίχωρα αυτής, και την Αλμών και τα περίχωρα αυτής· πόλεις τέσσαρας.

19 Πάσαι αι πόλεις των υιών του Ααρών των ιερέων, πόλεις δεκατρείς και τα περίχωρα αυτών.

20 Και αι συγγένειαι των υιών του Καάθ των Λευϊτών, των επιλοίπων εκ των υιών Καάθ, έλαβον τας πόλεις του κλήρου αυτών εκ της φυλής του Εφραΐμ.

21 Και έδωκαν εις αυτούς την πόλιν του καταφυγίου διά τον φονέα, την Συχέμ και τα περίχωρα αυτής εν τω όρει Εφραΐμ, και την Γεζέρ και τα περίχωρα αυτής,

22 και την Κιβσαείμ και τα περίχωρα αυτής, και την Βαιθ-ωρών και τα περίχωρα αυτής· πόλεις τέσσαρας·

23 και εκ της φυλής Δαν, την Ελθεκώ και τα περίχωρα αυτής, την Γιββεθών και τα περίχωρα αυτής,

24 την Αιαλών και τα περίχωρα αυτής, την Γαθ-ριμμών και τα περίχωρα αυτής· πόλεις τέσσαρας·

25 και εκ του ημίσεως της φυλής του Μανασσή, την Θαανάχ και τα περίχωρα αυτής, και την Γαθ-ριμμών και τα περίχωρα αυτής· πόλεις δύο.

26 Πάσαι αι πόλεις ήσαν δέκα, και τα περίχωρα αυτών, διά τας συγγενείας των επιλοίπων υιών του Καάθ.

27 Εις δε τους υιούς Γηρσών, εκ των συγγενειών των Λευϊτών, έδωκαν εκ του άλλου ημίσεως της φυλής Μανασσή, την πόλιν του καταφυγίου διά τον φονέα, την Γωλάν εν Βασάν και τα περίχωρα αυτής, και την Βεεσθερά και τα περίχωρα αυτής· πόλεις δύο·

28 και εκ της φυλής Ισσάχαρ, την Κισιών και τα περίχωρα αυτής, την Δαβράθ και τα περίχωρα αυτής,

29 την Ιαρμούθ και τα περίχωρα αυτής, την Εν-γαννίμ και τα περίχωρα αυτής· πόλεις τέσσαρας·

30 και εκ της φυλής Ασήρ, την Μισαάλ και τα περίχωρα αυτής, την Αβδών και τα περίχωρα αυτής,

31 την Χελκάθ και τα περίχωρα αυτής, και την Ρεώβ και τα περίχωρα αυτής· πόλεις τέσσαρας·

32 και εκ της φυλής Νεφθαλί, την πόλιν του καταφυγίου διά τον φονέα, την Κέδες εν τη Γαλιλαία και τα περίχωρα αυτής, και την Αμμώθ-δωρ και τα περίχωρα αυτής, και την Καρθάν και τα περίχωρα αυτής· πόλεις τρεις.

33 Πάσαι αι πόλεις των Γηρσωνιτών, κατά τας συγγενείας αυτών, ήσαν πόλεις δεκατρείς και τα περίχωρα αυτών.

34 Εις δε τας συγγενείας των υιών Μεραρί, των επιλοίπων εκ των Λευϊτών, έδωκαν εκ της φυλής Ζαβουλών, την Ιοκνεάμ και τα περίχωρα αυτής, την Καρθά και τα περίχωρα αυτής,

35 την Διμνά και τα περίχωρα αυτής, την Νααλώλ και τα περίχωρα αυτής· πόλεις τέσσαρας·

36 και εκ της φυλής Ρουβήν έδωκαν την Βοσόρ και τα περίχωρα αυτής, και την Ιααζά και τα περίχωρα αυτής,

37 την Κεδημώθ και τα περίχωρα αυτής, και την Μηφαάθ και τα περίχωρα αυτής· πόλεις τέσσαρας·

38 και εκ της φυλής Γαδ έδωκαν την πόλιν του καταφυγίου διά τον φονέα, την Ραμώθ εν Γαλαάδ και τα περίχωρα αυτής, και την Μαχαναΐμ και τα περίχωρα αυτής,

39 την Εσεβών και τα περίχωρα αυτής, την Ιαζήρ και τα περίχωρα αυτής· πάσαι αι πόλεις τέσσαρες.

40 πάσαι αι πόλεις αι δοθείσαι διά κλήρων εις τους υιούς Μεραρί, κατά τας συγγενείας αυτών, τους υπολοίπους εκ των συγγενειών των Λευϊτών, ήσαν πόλεις δώδεκα.

41 Πάσαι αι πόλεις των Λευϊτών, αι μεταξύ της ιδιοκτησίας των υιών Ισραήλ, ήσαν τεσσαράκοντα οκτώ πόλεις και τα περίχωρα αυτών.

42 Αι πόλεις αύται ήσαν εκάστη μετά των περιχώρων αυτών κύκλω· ούτως ήσαν πάσαι αι πόλεις αύται.

43 Και έδωκεν ο Κύριος εις τον Ισραήλ πάσαν την γην, την οποίαν ώμοσε να δώση προς τους πατέρας αυτών· και εκυρίευσαν αυτήν και κατώκησαν εν αυτή.

44 Και έδωκεν ο Κύριος εις αυτούς ανάπαυσιν πανταχόθεν, κατά πάντα όσα ώμοσε προς τους πατέρας αυτών· και ουδείς εκ πάντων των εχθρών αυτών ηδυνήθη να σταθή κατά πρόσωπον αυτών· πάντας τους εχθρούς αυτών παρέδωκεν ο Κύριος εις την χείρα αυτών.

45 Δεν διέπεσεν ουδέ εις εκ πάντων των αγαθών λόγων, τους οποίους ο Κύριος ελάλησε προς τον οίκον Ισραήλ· πάντες εξετελέσθησαν.

Καινή Διαθήκη

Λκ 20:27–47

27 Προσελθόντες δε τινές των Σαδδουκαίων, οίτινες αρνούνται ότι είναι ανάστασις, ηρώτησαν αυτόν,

28 λέγοντες· Διδάσκαλε, ο Μωϋσής μας έγραψεν· Εάν τινός ο αδελφός αποθάνη έχων γυναίκα, και ούτος αποθάνη άτεκνος, να λάβη ο αδελφός αυτού την γυναίκα και να εξαναστήση σπέρμα εις τον αδελφόν αυτού.

29 Ήσαν λοιπόν επτά αδελφοί· και ο πρώτος λαβών γυναίκα, απέθανεν άτεκνος·

30 και έλαβεν ο δεύτερος την γυναίκα, και ούτος απέθανεν άτεκνος·

31 και ο τρίτος έλαβεν αυτήν· ωσαύτως δε και οι επτά· και δεν αφήκαν τέκνα, και απέθανον.

32 Ύστερον δε πάντων απέθανε και η γυνή.

33 Εν τη αναστάσει λοιπόν τίνος αυτών γίνεται γυνή; διότι και οι επτά έλαβον αυτήν γυναίκα.

34 Και ο Ιησούς αποκριθείς είπε προς αυτούς· οι υιοί του αιώνος τούτου νυμφεύουσι και νυμφεύονται·

35 οι δε καταξιωθέντες να απολαύσωσιν εκείνον τον αιώνα και την εκ νεκρών ανάστασιν ούτε νυμφεύουσιν ούτε νυμφεύονται·

36 διότι ούτε να αποθάνωσι πλέον δύνανται· επειδή είναι ισάγγελοι και είναι υιοί του Θεού, όντες υιοί της αναστάσεως.

37 Ότι δε εγείρονται οι νεκροί, και ο Μωϋσής εφανέρωσεν επί της βάτου, ότε λέγει Κύριον τον Θεόν του Αβραάμ και τον Θεόν του Ισαάκ και τον Θεόν του Ιακώβ.

38 Ο δε Θεός δεν είναι νεκρών, αλλά ζώντων· διότι πάντες ζώσι εν αυτώ.

39 Αποκριθέντες δε τινές των γραμματέων είπον· Διδάσκαλε, καλώς είπας.

40 Και δεν ετόλμων πλέον να ερωτώσιν αυτόν ουδέν.

41 Είπε δε προς αυτούς· Πως λέγουσι τον Χριστόν ότι είναι υιός του Δαβίδ;

42 Και αυτός ο Δαβίδ λέγει εν τη βίβλω των ψαλμών· Είπεν ο Κύριος προς τον Κύριόν μου, κάθου εκ δεξιών μου,

43 εωσού θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.

44 Ο Δαβίδ λοιπόν ονομάζει αυτόν Κύριον· και πως είναι υιός αυτού;

45 Και ενώ ήκουε πας ο λαός, είπε προς τους μαθητάς αυτού·

46 Προσέχετε από των γραμματέων, οίτινες θέλουσι να περιπατώσιν εστολισμένοι και αγαπώσιν ασπασμούς εν ταις αγοραίς και πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς και τους πρώτους τόπους εν τοις δείπνοις,

47 οίτινες κατατρώγουσι τας οικίας των χηρών, και τούτο επί προφάσει ότι κάμνουσι μακράς προσευχάς· ούτοι θέλουσι λάβει μεγαλητέραν καταδίκην.

Σοφία

Παρ 27:9–18

9 Τα μύρα και τα θυμιάματα ευφραίνουσι την καρδίαν, και η γλυκύτης του φίλου διά της εγκαρδίου συμβουλής.

10 Τον φίλον σου και τον φίλον του πατρός σου μη εγκαταλίπης· εις δε τον οίκον του αδελφού σου μη εισέλθης εν τη ημέρα της συμφοράς σου· διότι καλήτερον είναι γείτων πλησίον παρά αδελφός μακράν.

11 Υιέ μου, γίνου σοφός και εύφραινε την καρδίαν μου, διά να έχω τι να αποκρίνωμαι προς τον ονειδίζοντά με.

12 Ο φρόνιμος προβλέπει το κακόν και κρύπτεται· οι άφρονες εξακολουθούσι και τιμωρούνται.

13 Λάβε το ιμάτιον του εγγυωμένου διά ξένον και λάβε ενέχυρον απ' αυτού, εγγυωμένου περί ξένων πραγμάτων.

14 Ο εγειρόμενος το πρωΐ και ευλογών μετά μεγάλης φωνής τον πλησίον αυτού θέλει λογισθή ως καταρώμενος αυτόν.

15 Ακατάπαυστον στάξιμον εν ημέρα βροχερά, και φίλερις γυνή είναι όμοια·

16 ο κρύπτων αυτήν κρύπτει τον άνεμον· και το μύρον εν τη δεξιά αυτού κρυπτόμενον φωνάζει.

17 Ο σίδηρος ακονίζει τον σίδηρον· και ο άνθρωπος ακονίζει το πρόσωπον του φίλου αυτού.

18 Ο φυλάττων την συκήν θέλει φάγει τον καρπόν αυτής· και ο φυλάττων τον κύριον αυτού θέλει τιμηθή.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.