Ημέρα 118 από 365
Ιησ 19:1–20:9, Λκ 20:1–26, Παρ 26:24–27:8
Παλαιά Διαθήκη
19:1 Και εξήλθεν ο δεύτερος κλήρος εις τον Συμεών, εις την φυλήν των υιών Συμεών κατά τας συγγενείας αυτών· και ήτο η κληρονομία αυτών εντός της κληρονομίας των υιών Ιούδα.
19:2 Και έλαβον εις κληρονομίαν αυτών Βηρ-σαβεέ, και Σαβεέ, και Μωλαδά,
19:3 και Ασάρ-σουάλ, και Βαλά, και Ασέμ,
19:4 και Ελθωλάδ, και Βεθούλ, και Ορμά,
19:5 και Σικλάγ, και Βαιθ-μαρκαβώθ, και Ασάρ-σουσά,
19:6 και Βαιθ-λεβαώθ, και Σαρουέν, πόλεις δεκατρείς, και τας κώμας αυτών.
19:7 Αείν, Ρεμμών, και Εθέρ, και Ασάν, πόλεις τέσσαρας, και τας κώμας αυτών·
19:8 και πάσας τας κώμας τας πέριξ των πόλεων τούτων έως Βαλάθ-βηρ, ήτις είναι η Ραμάθ κατά μεσημβρίαν. Αύτη είναι κληρονομία της φυλής των υιών Συμεών κατά τας συγγενείας αυτών.
19:9 Εκ του μεριδίου των υιών Ιούδα εδόθη η κληρονομία των υιών Συμεών, διότι το μερίδιον των υιών Ιούδα ήτο παραπολύ μεγάλον δι' αυτούς· όθεν οι υιοί Συμεών έλαβον την κληρονομίαν αυτών εντός της κληρονομίας εκείνων.
19:10 Και εξήλθεν ο τρίτος κλήρος εις τους υιούς Ζαβουλών κατά τας συγγενείας αυτών· και το όριον της κληρονομίας αυτών ήτο έως Σαρείδ·
19:11 και ανέβαινε το όριον αυτών προς την θάλασσαν και την Μαραλά, και ήρχετο εις την Δαβασαίθ, και έφθανε προς τον χείμαρρον τον κατέναντι Ιοκνεάμ·
19:12 και έστρεφεν από της Σαρείδ, κατά ανατολάς ηλίου προς το όριον της Κισλώθ-θαβώρ, και εξήρχετο εις Δαβράθ, και ανέβαινεν εις Ιαφιά·
19:13 και εκείθεν εξετείνετο προς ανατολάς εις Γιθθά-εφέρ, εις Ιττά-κασίν, και εξήρχετο εις Ρεμμών-μεθωάρ προς Νεά·
19:14 και περιήρχετο το όριον κατά το βόρειον εις Ανναθών, και ετελείονεν εις την κοιλάδα Ιεφθαήλ·
19:15 και περιελάμβανε την Καττάθ, και Νααλάλ, και Σιμβρών, και Ιδαλά, και Βηθλεέμ· πόλεις δώδεκα, και τας κώμας αυτών.
19:16 Αύτη είναι η κληρονομία των υιών Ζαβουλών κατά τας συγγενείας αυτών, αι πόλεις αύται και αι κώμαι αυτών.
19:17 Εξήλθεν ο τέταρτος κλήρος εις τον Ισσάχαρ, εις τους υιούς Ισσάχαρ κατά τας συγγενείας αυτών.
19:18 Και ήτο το όριον αυτών Ιεζραέλ, και Κεσουλώθ, και Σουνήμ,
19:19 και Αφεραΐμ, και Σαιών, και Αναχαράθ,
19:20 και Ραββίθ, και Κισιών, και Αβές,
19:21 και Ραιμέθ, και Εν-γαννίμ, και Εν-αδδά και Βαιθ-φασής·
19:22 και έφθανε το όριον εις Θαβώρ, και Σαχασειμά, και Βαιθ-σεμές, και το όριον αυτών ετελείονεν εις τον Ιορδάνην· πόλεις δεκαέξ, και αι κώμαι αυτών.
19:23 Αύτη είναι η κληρονομία της φυλής των υιών Ισσάχαρ κατά τας συγγενείας αυτών, αι πόλεις και αι κώμαι αυτών.
19:24 Και εξήλθεν ο πέμπτος κλήρος εις την φυλήν των υιών Ασήρ κατά τας συγγενείας αυτών.
19:25 Και ήτο το όριον αυτών Χελκάθ, και Αλεί, και Βετέν, και Αχσάφ,
19:26 και Αλαμμέλεχ, και Αμάδ, και Μισάλ· και έφθανεν εις Καρμέλ προς δυσμάς και εις Σιχώρ-λιβνάθ·
19:27 και έστρεφε προς ανατολάς ηλίου εις την Βαιθ-δαγών, και έφθανεν εις Ζαβουλών και εις την κοιλάδα Ιεφθαήλ προς το βόρειον της Βαιθ-εμέκ, και Ναϊήλ, και εξήρχετο εις την Χαβούλ κατά τα αριστερά,
19:28 και Χεβρών, και Ρεώβ, και Αμμών, και Κανά, έως Σιδώνος της μεγάλης·
19:29 και έστρεφε το όριον εις την Ραμά, και έως της οχυράς πόλεως Τύρου, και έστρεφε το όριον εις την Οσά, και ετελείονεν εις την θάλασσαν κατά το μέρος του Αχζίβ·
19:30 και Αμμά, και Αφέκ, και Ρεώβ· πόλεις εικοσιδύο, και αι κώμαι αυτών.
19:31 Αύτη είναι η κληρονομία της φυλής των υιών Ασήρ κατά τας συγγενείας αυτών, αι πόλεις αύται και αι κώμαι αυτών.
19:32 Εξήλθεν ο έκτος κλήρος εις τους υιούς Νεφθαλί, εις τους υιούς Νεφθαλί κατά τας συγγενείας αυτών.
19:33 Και ήτο το όριον αυτών από Ελέφ, από Αλλόν πλησίον Σαανανείμ, και Αδαμί, Νεκέβ, και Ιαβνήλ, έως Λακκούμ, και ετελείονεν εις τον Ιορδάνην.
19:34 και έστρεφε το όριον από δυσμών εις Αζνώθ-θαβώρ, και εκείθεν εξήρχετο εις Ουκκώκ, και έφθανεν εις Ζαβουλών κατά μεσημβρίαν, και έφθανεν εις Ασήρ κατά δυσμάς και εις Ιούδα κατά ανατολάς ηλίου επί του Ιορδάνου.
19:35 Και ήσαν αι τετειχισμέναι πόλεις Σηδδίμ, Σερ, και Αμμάθ, Ρακκάθ, και Χιννερώθ,
19:36 και Αδαμά, και Ραμά, και Ασώρ,
19:37 και Κέδες, και Εδρεΐ, και Εν-ασώρ,
19:38 και Ιρών, και Μιγδαλήλ, Ωρέμ, και Βαιθ-ανάθ, και Βαιθ-σεμές· πόλεις δεκαεννέα, και αι κώμαι αυτών.
19:39 Αύτη είναι η κληρονομία της φυλής των υιών Νεφθαλί κατά τας συγγενείας αυτών, αι πόλεις και αι κώμαι αυτών.
19:40 Εξήλθεν ο έβδομος κλήρος εις την φυλήν των υιών Δαν κατά τας συγγενείας αυτών.
19:41 Και ήτο το όριον της κληρονομίας αυτών Σαραά, και Εσθαόλ, και Ιρ-σεμές,
19:42 και Σαλαβείν, και Αιαλών, και Ιεθλά,
19:43 και Αιλών, και Θαμναθά, και Ακκαρών,
19:44 και Ελθεκώ, και Γιββεθών, και Βααλάθ,
19:45 και Ιούδ, και Βανή-βαράκ, και Γαθ-ριμμών,
19:46 και Με-ιαρκών, και Ρακκών, μετά του ορίου του κατέναντι της Ιόππης.
19:47 Το δε όριον των υιών Δαν παρετάθη υπ' αυτών· διά τούτο οι υιοί Δαν ανέβησαν να πολεμήσωσι την Λεσέμ και εκυρίευσαν αυτήν και επάταξαν αυτήν εν στόματι μαχαίρας, και εξουσίασαν αυτήν και κατώκησαν εν αυτή· και ωνόμασαν αυτήν Λεσέμ Δαν, κατά το όνομα Δαν του πατρός αυτών.
19:48 Αύτη είναι η κληρονομία της φυλής των υιών Δαν κατά τας συγγενείας αυτών, αι πόλεις αύται και αι κώμαι αυτών.
19:49 Αφού δε ετελείωσαν μεριζόμενοι την γην κατά τα όρια αυτής, οι υιοί Ισραήλ έδωκαν μεταξύ αυτών κληρονομίαν εις τον Ιησούν τον υιόν του Ναυή·
19:50 κατά τον λόγον του Κυρίου έδωκαν εις αυτόν την πόλιν, την οποίαν εζήτησε, την Θαμνάθ-σαράχ εν τω όρει Εφραΐμ· και έκτισε την πόλιν και κατώκησεν εν αυτή.
19:51 Αύται είναι αι κληρονομίαι, τας οποίας Ελεάζαρ ο ιερεύς και Ιησούς ο υιός του Ναυή και οι αρχηγοί των πατριών των φυλών των υιών Ισραήλ διεμοίρασαν διά κλήρων εν Σηλώ, ενώπιον του Κυρίου παρά την θύραν της σκηνής του μαρτυρίου. Και ετελείωσαν τον διαμερισμόν της γης.
20:1 Και ελάλησε Κύριος προς τον Ιησούν λέγων,
20:2 Είπε προς τους υιούς Ισραήλ λέγων, Διορίσατε εις εαυτούς τας πόλεις της καταφυγής, περί των οποίων είπα προς εσάς διά του Μωϋσέως·
20:3 διά να φεύγη εκεί ο φονεύς, όστις φονεύση άνθρωπον ακουσίως εξ αγνοίας· και αύται θέλουσιν είσθαι εις εσάς διά καταφύγιον από του εκδικητού του αίματος.
20:4 Και όταν ο φεύγων εις μίαν εκ των πόλεων τούτων σταθή εις την είσοδον της πύλης της πόλεως, και λαλήση την υπόθεσιν αυτού εις επήκοον των πρεσβυτέρων της πόλεως εκείνης, ούτοι θέλουσι δεχθή αυτόν εις την πόλιν προς εαυτούς και δώσει τόπον εις αυτόν, και θέλει κατοικεί μετ' αυτών.
20:5 Και εάν ο εκδικητής του αίματος καταδιώξη αυτόν, δεν θέλουσι παραδώσει τον φονέα εις τας χείρας αυτού· διότι εξ αγνοίας επάταξε τον πλησίον αυτού και δεν εμίσει αυτόν πρότερον.
20:6 Και θέλει κατοικεί εν εκείνη τη πόλει, εωσού παρασταθή ενώπιον της συναγωγής εις κρίσιν, έως του θανάτου του ιερέως του μεγάλου, του όντος εν ταις ημέραις εκείναις· τότε ο φονεύς θέλει επιστρέψει και υπάγει εις την πόλιν αυτού και εις την οικίαν αυτού, εις την πόλιν όθεν έφυγε.
20:7 Και διώρισαν την Κέδες εν τη Γαλιλαία εν τω όρει Νεφθαλί, και την Συχέμ εν τω όρει Εφραΐμ, και την Κιριάθ-αρβά, ήτις είναι η Χεβρών, εν τη ορεινή του Ιούδα.
20:8 Εις δε το πέραν του Ιορδάνου, πλησίον της Ιεριχώ, προς ανατολάς, διώρισαν την Βοσόρ εν τη ερήμω επί της πεδιάδος εκ της φυλής Ρουβήν, και την Ραμώθ εν τη Γαλαάδ εκ της φυλής Γαδ, και την Γωλάν εν Βασάν εκ της φυλής Μανασσή.
20:9 Αύται ήσαν αι πόλεις αι διορισθείσαι διά πάντας τους υιούς Ισραήλ και διά τους ξένους τους παροικούντας μεταξύ αυτών, ώστε πας ο φονεύσας τινά εξ αγνοίας να φεύγη εκεί, και να μη θανατωθή εκ της χειρός του εκδικητού του αίματος, εωσού παρασταθή ενώπιον της συναγωγής.
Καινή Διαθήκη
1 Και εν μιά των ημερών εκείνων, ενώ αυτός εδίδασκε τον λαόν εν τω ιερώ, και ευηγγελίζετο, ήλθον εξαίφνης οι αρχιερείς και οι γραμματείς μετά των πρεσβυτέρων
2 και είπον προς αυτόν, λέγοντες· Ειπέ προς ημάς εν ποία εξουσία πράττεις ταύτα, ή τις είναι όστις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;
3 Αποκριθείς δε είπε προς αυτούς· Θέλω σας ερωτήσει και εγώ ένα λόγον, και είπατέ μοι·
4 το βάπτισμα του Ιωάννου εξ ουρανού ήτο ή εξ ανθρώπων;
5 Οι δε εσυλλογίσθησαν καθ' εαυτούς λέγοντες, ότι Εάν είπωμεν, Εξ ουρανού, θέλει ειπεί, Διά τι λοιπόν δεν επιστεύσατε εις αυτόν;
6 Εάν δε είπωμεν, Εξ ανθρώπων, πας ο λαός θέλει μας λιθοβολήσει· επειδή είναι πεπεισμένοι ότι ο Ιωάννης είναι προφήτης.
7 Και απεκρίθησαν ότι δεν εξεύρουσι πόθεν ήτο.
8 Και ο Ιησούς είπε προς αυτούς· Ουδέ εγώ σας λέγω εν ποία εξουσία πράττω ταύτα.
9 Ήρχισε δε να λέγη προς τον λαόν την παραβολήν ταύτην· Άνθρωπος τις εφύτευσεν αμπελώνα, και εμίσθωσεν αυτόν εις γεωργούς, και απεδήμησε πολύν καιρόν.
10 Και εν τω καιρώ των καρπών απέστειλε προς τους γεωργούς δούλον διά να δώσωσιν εις αυτόν από του καρπού του αμπελώνος· οι γεωργοί όμως δείραντες αυτόν εξαπέστειλαν κενόν·
11 Και πάλιν έπεμψεν άλλον δούλον. Πλην αυτοί δείραντες και εκείνον και ατιμάσαντες εξαπέστειλαν κενόν.
12 Και πάλιν έπεμψε τρίτον. Αλλ' εκείνοι και τούτον πληγώσαντες απεδίωξαν.
13 Είπε δε ο κύριος του αμπελώνος· Τι να κάμω; ας πέμψω τον υιόν μου τον αγαπητόν· ίσως ιδόντες τούτον θέλουσιν εντραπεί.
14 Πλην ιδόντες αυτόν οι γεωργοί, διελογίζοντο καθ' εαυτούς λέγοντες· Ούτος είναι ο κληρονόμος· έλθετε ας φονεύσωμεν αυτόν, διά να γείνη ημών η κληρονομία.
15 Και εκβαλόντες αυτόν έξω του αμπελώνος, εφόνευσαν· Τι λοιπόν θέλει κάμει εις αυτούς ο κύριος του αμπελώνος;
16 Θέλει ελθεί και απολέσει τους γεωργούς τούτους, και θέλει δώσει τον αμπελώνα εις άλλους. Ακούσαντες δε είπον· Μη γένοιτο.
17 Ο δε εμβλέψας εις αυτούς είπε· Τι λοιπόν είναι τούτο το γεγραμμένον, Ο λίθος, τον οποίον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος έγεινε κεφαλή γωνίας;
18 Πας όστις πέση επί τον λίθον εκείνον θέλει συντριφθή· εις όντινα δε επιπέση, θέλει κατασυντρίψει αυτόν.
19 Και εζήτησαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς να βάλωσιν επ' αυτόν τας χείρας εν αυτή τη ώρα, πλην εφοβήθησαν τον λαόν· διότι ηνόησαν ότι προς αυτούς είπε την παραβολήν ταύτην.
20 Και παραφυλάξαντες απέστειλαν ενεδρευτάς, υποκρινομένους ότι είναι δίκαιοι, επί σκοπώ να πιάσωσιν αυτόν από λόγου, διά να παραδώσωσιν αυτόν εις την αρχήν και εις την εξουσίαν του ηγεμόνος.
21 Και ηρώτησαν αυτόν λέγοντες· Διδάσκαλε, εξεύρομεν ότι ορθώς ομιλείς και διδάσκεις και δεν βλέπεις εις πρόσωπον, αλλ' επ' αληθείας την οδόν του Θεού διδάσκεις·
22 είναι συγκεχωρημένον εις ημάς να δώσωμεν φόρον εις τον Καίσαρα ή ουχί;
23 Εννοήσας δε την πανουργίαν αυτών, είπε προς αυτούς· Τι με πειράζετε;
24 δείξατέ μοι δηνάριον· τίνος εικόνα έχει και επιγραφήν; Και αποκριθέντες είπον· Του Καίσαρος.
25 Ο δε είπε προς αυτούς· Απόδοτε λοιπόν τα του Καίσαρος εις τον Καίσαρα και τα του Θεού εις τον Θεόν.
26 Και δεν ηδυνήθησαν να πιάσωσιν αυτόν από λόγου έμπροσθεν του λαού, και θαυμάσαντες διά την απόκρισιν αυτού εσιώπησαν.
Σοφία
26:24 Όστις μισεί, υποκρίνεται με τα χείλη αυτού, και μηχανεύεται δόλον εν τη καρδία αυτού.
26:25 Όταν ομιλή χαριέντως, μη πίστευε αυτόν· διότι έχει επτά βδελύγματα εν τη καρδία αυτού.
26:26 Όστις σκεπάζει το μίσος διά δόλου, η πονηρία αυτού θέλει φανερωθή εν μέσω της συνάξεως.
26:27 Όστις σκάπτει λάκκον, θέλει πέσει εις αυτόν· και ο λίθος θέλει επιστρέψει επί τον κυλίοντα αυτόν.
26:28 Η ψευδής γλώσσα μισεί τους υπ' αυτής καταθλιβομένους· και το απατηλόν στόμα εργάζεται καταστροφήν.
27:1 Μη καυχάσαι εις την αύριον ημέραν· διότι δεν εξεύρεις τι θέλει γεννήσει η ημέρα.
27:2 Ας σε επαινή άλλος και μη το στόμα σου· ξένος, και μη τα χείλη σου.
27:3 Βαρύς είναι ο λίθος και δυσβάστακτος η άμμος· αλλ' η οργή του άφρονος είναι βαρυτέρα των δύο.
27:4 Ο θυμός είναι σκληρός και η οργή οξεία· αλλά τις δύναται να σταθή έμπροσθεν της ζηλοτυπίας;
27:5 Ο φανερός έλεγχος είναι καλήτερος παρά κρυπτομένη αγάπη·
27:6 πληγαί φίλου είναι πισταί· φιλήματα δε εχθρών πολυάριθμα.
27:7 Κεχορτασμένη ψυχή αποστρέφεται την κηρήθραν· εις δε την πεινασμένην ψυχήν παν πικρόν φαίνεται γλυκύ.
27:8 Ως το πτηνόν το αποπλανώμενόν από της φωλεάς αυτού, ούτως είναι ο άνθρωπος ο αποπλανώμενος από του τόπου αυτού.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.