Ημέρα 205 από 365
Α΄ Χρον 7:1–8:40, Πρξ 22:1–30, Άσμα 6:6–12
Παλαιά Διαθήκη
7:1 Οι δε υιοί του Ισσάχαρ ήσαν Θωλά και Φουά, Ιασούβ και Σιμβρών, τέσσαρες.
7:2 Και οι υιοί του Θωλά, Οζί και Ρεφαΐα και Ιεριήλ και Ιαμαί και Ιεβσάμ και Σεμουήλ, αρχηγοί του οίκου των πατέρων αυτών εις τον Θωλά, δυνατοί εν ισχύϊ εις τας γενεάς αυτών· ο αριθμός αυτών ήτο εν ταις ημέραις του Δαβίδ, εικοσιδύο χιλιάδες και εξακόσιοι.
7:3 Και οι υιοί του Οζί, Ιζραΐας· και οι υιοί του Ιζραΐα, Μιχαήλ και Οβαδία και Ιωήλ και Ιεσία, πέντε, αρχηγοί πάντες.
7:4 Και μετ' αυτών, κατά τας γενεάς αυτών, κατά τους πατρικούς αυτών οίκους, ήσαν τάγματα παραταττόμενα εις πόλεμον, τριάκοντα εξ χιλιάδες άνδρες· διότι απέκτησαν πολλάς γυναίκας και υιούς.
7:5 Και οι αδελφοί αυτών, μεταξύ πασών των οικογενειών του Ισσάχαρ, δυνατοί εν ισχύϊ, πάντες απαριθμηθέντες κατά τας γενεαλογίας αυτών, ογδοήκοντα επτά χιλιάδες.
7:6 Οι υιοί του Βενιαμίν, Βελά και Βεχέρ και Ιεδιαήλ, τρεις.
7:7 Και οι υιοί του Βελά, Εσβών και Οζί και Οζιήλ και Ιεριμώθ και Ιρί, πέντε, αρχηγοί πατρικών οίκων, δυνατοί εν ισχύϊ, απαριθμηθέντες κατά τας γενεαλογίας αυτών, ήσαν εικοσιδύο χιλιάδες και τριάκοντα τέσσαρες.
7:8 Και οι υιοί του Βεχέρ, Ζεμιρά και Ιωάς και Ελιέζερ και Ελιωηνάϊ και Αμρί και Ιεριμώθ και Αβιά και Αναθώθ, και Αλαμέθ· πάντες ούτοι ήσαν οι υιοί του Βεχέρ.
7:9 Και η γενεαλογική αυτών απαρίθμησις, κατά τας γενεάς αυτών, ήτο είκοσι χιλιάδες και διακόσιοι, αρχηγοί των πατρικών αυτών οίκων, δυνατοί εν ισχύϊ.
7:10 Και οι υιοί του Ιεδιαήλ, Βαλαάν· και οι υιοί του Βαλαάν, Ιεούς και Βενιαμίν και Εχούδ και Χαναανά και Ζηθάν και Θαρσείς και Αχισσάρ·
7:11 πάντες ούτοι οι υιοί του Ιεδιαήλ, αρχηγοί πατριών, δυνατοί εν ισχύϊ, ήσαν δεκαεπτά χιλιάδες και διακόσιοι, δυνάμενοι να εκστρατεύωσιν εις πόλεμον.
7:12 Και Σουφίμ και Ουπίμ, υιοί του Ιρ· και υιοί του Αχήρ, Ουσίμ.
7:13 Οι υιοί του Νεφθαλί, Ιασιήλ και Γουνί και Ιεσέρ και Σαλλούμ, υιοί της Βαλλάς.
7:14 Οι υιοί του Μανασσή, Ασριήλ, τον οποίον η γυνή αυτού εγέννησεν· η δε παλλακή αυτού η Σύριος εγέννησε τον Μαχείρ πατέρα του Γαλαάδ·
7:15 και ο Μαχείρ έλαβεν εις γυναίκα την αδελφήν του Ουπίμ και Σουφίμ· και το όνομα της αδελφής αυτών ήτο Μααχά· του δευτέρου δε το όνομα ήτο Σαλπαάδ· και ο Σαλπαάδ εγέννησε θυγατέρας.
7:16 Και η Μααχά η γυνή του Μαχείρ εγέννησεν υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Φαρές· και το όνομα του αδελφού αυτού ήτο Σαρές· και οι υιοί αυτού, Ουλάμ και Ρακέμ.
7:17 Και οι υιοί του Ουλάμ, Βεδάν. Ούτοι ήσαν οι υιοί του Γαλαάδ, υιού του Μαχείρ, υιού του Μανασσή.
7:18 Και η αδελφή αυτού Αμμολεκέθ εγέννησε τον Ισούδ και τον Αβιέζερ και τον Μααλά.
7:19 Και οι υιοί του Σεμιδά ήσαν Αχιάν και Συχέμ και Λικχί και Ανιάμ.
7:20 Και οι υιοί του Εφραΐμ, Σουθαλά και Βερέδ υιός τούτου, και Ταχάθ υιός τούτου, και Ελεαδά υιός τούτου, και Ταχάθ υιός τούτου,
7:21 και Ζαβάδ υιός τούτου, και Σουθαλά υιός τούτου, και Εσέρ και Ελεάδ· εθανάτωσαν δε αυτούς οι άνδρες της Γαθ, οι γεννηθέντες εν τω τόπω, διότι κατέβησαν να λάβωσι τα κτήνη αυτών.
7:22 Και Εφραΐμ ο πατήρ αυτών επένθησεν ημέρας πολλάς, και ήλθον οι αδελφοί αυτού διά να παρηγορήσωσιν αυτόν.
7:23 Ύστερον εισήλθε προς την γυναίκα αυτού, ήτις συνέλαβε και εγέννησεν υιόν· και εκάλεσε το όνομα αυτού Βεριά, επειδή εγεννήθη εν συμφορά συμβάση εν τω οίκω αυτού.
7:24 Η δε θυγάτηρ αυτού ήτο Σεερά, ήτις ωκοδόμησε την Βαιθ-ωρών, την κάτω και την άνω, και την Ουζέν-σεερά.
7:25 Και Ρεφά ήτο υιός τούτου, και Ρεσέφ και Θελά υιοί τούτου, και Ταχάν υιός τούτου,
7:26 Λααδάν υιός τούτου, Αμμιούδ υιός τούτου, Ελισαμά υιός τούτου,
7:27 Ναυή υιός τούτου, Ιησούς υιός τούτου.
7:28 Αι δε ιδιοκτησίαι αυτών και αι κατοικίαι αυτών ήσαν Βαιθήλ και αι κώμαι αυτής, και κατά ανατολάς Νααράν, και κατά δυσμάς Γέζερ και αι κώμαι αυτής, και Συχέμ και αι κώμαι αυτής, έως Γάζης και των κωμών αυτής·
7:29 και εις τα όρια των υιών Μανασσή Βαιθ-σαν και αι κώμαι αυτής, Θαανάχ και αι κώμαι αυτής, Μεγιδδώ και αι κώμαι αυτής, Δωρ και αι κώμαι αυτής. Εν ταύταις κατώκησαν οι υιοί Ιωσήφ υιού Ισραήλ.
7:30 Οι υιοί του Ασήρ, Ιεμνά και Ιεσσουά και Ιεσσουάϊ και Βεριά και Σερά η αδελφή αυτών.
7:31 Και οι υιοί του Βεριά, Έβερ και Μαλχήλ, όστις είναι ο πατήρ Βιρζαβίθ.
7:32 Και ο Έβερ εγέννησε τον Ιαφλήτ και τον Σωμήρ και τον Χωθάμ και την Σουά την αδελφήν αυτών.
7:33 Και οι υιοί του Ιαφλήτ, Φασάχ και Βιμάλ και Ασουάθ· ούτοι είναι οι υιοί του Ιαφλήτ.
7:34 Και οι υιοί του Σωμήρ, Αχί και Ρωγά, Ιεχουβά και Αράμ.
7:35 Και οι υιοί Ελέμ του αδελφού αυτού, Σωφά και Ιεμνά και Σελλής και Αμάλ.
7:36 Οι υιοί του Σωφά, Σουά και Αρνεφέρ και Σωγάλ και Βερί και Ιεμρά,
7:37 Βοσόρ και Ωδ και Σαμμά και Σιλισά και Ιθράν και Βεηρά.
7:38 Και οι υιοί του Ιεθέρ, Ιεφοννή και Φισπά και Αρά.
7:39 Και οι υιοί του Ουλλά, Αράχ και Ανιήλ και Ρισιά.
7:40 Πάντες ούτοι ήσαν οι υιοί του Ασήρ, αρχηγοί πατρικών οίκων, εκλεκτοί, δυνατοί εν ισχύϊ, πρώτοι αρχηγοί. Και ο αριθμός αυτών, κατά την γενεαλογίαν αυτών, όσοι ήσαν άξιοι να παραταχθώσιν εις μάχην, ήτο εικοσιέξ χιλιάδες άνδρες.
8:1 Ο δε Βενιαμίν εγέννησε Βελά τον πρωτότοκον αυτού, Ασβήλ τον δεύτερον και Ααρά τον τρίτον,
8:2 Νωά τον τέταρτον και Ραφά τον πέμπτον.
8:3 Και οι υιοί του Βελά ήσαν, Αδδάρ και Γηρά και Αβιούδ
8:4 και Αβισσουά και Νααμάν και Αχωά
8:5 και Γηρά και Σεφουφάν και Ουράμ.
8:6 Και ούτοι είναι οι υιοί του Εχούδ, οίτινες ήσαν αρχηγοί πατριών εις τους κατοικούντας την Γαβαά και μετοικισθέντας εις Μαναχάθ·
8:7 και Νααμάν και Αχιά και Γηρά, όστις μετώκισεν αυτούς, και εγέννησε τον Ουζά και τον Αχιούδ.
8:8 Και ο Σααραΐμ εγέννησεν υιούς εν τη γη Μωάβ, αφού απέβαλε την Ουσίμ και την Βααρά, τας γυναίκας αυτού·
8:9 και εγέννησεν, εκ της Οδές της γυναικός αυτού, τον Ιωβάβ και τον Σιβιά και τον Μησά και τον Μαλχάμ
8:10 και τον Ιεούς και τον Σαχιά και τον Μιρμά· ούτοι ήσαν οι υιοί αυτού, αρχηγοί πατριών.
8:11 Εκ δε της Ουσίμ είχε γεννήσει τον Αβιτώβ και τον Ελφαάλ.
8:12 Και οι υιοί του Ελφαάλ ήσαν Έβερ και Μισαάμ και Σαμέρ, όστις ωκοδόμησε την Ωνώ και την Λωδ και τας κώμας αυτής·
8:13 και ο Βεριά και ο Σεμά ούτοι ήσαν αρχηγοί πατριών εις τους κατοικούντας την Αιαλών· ούτοι εξεδίωξαν τους κατοίκους της Γάθ·
8:14 και Αχιώ, Σασάκ και Ιερεμώθ
8:15 και Ζεβαδίας και Αράδ και Αδέρ,
8:16 και Μιχαήλ και Ιεσπά και Ιωχά υιοί του Βεριά·
8:17 και Ζεβαδίας και Μεσουλλάμ και Εζεκί και Έβερ
8:18 και Ισμεραΐ και Ιεζλιά και Ιωβάβ, υιοί του Ελφαάλ·
8:19 και Ιακείμ και Ζιχρί και Ζαβδί
8:20 και Ελιηνάϊ και Ζιλθαΐ και Ελιήλ
8:21 και Αδαΐας και Βεραΐα και Σιμράθ, υιοί του Σεμά·
8:22 και Ιεσφάν και Έβερ και Ελιήλ
8:23 και Αβδών και Ζιχρί και Ανάν
8:24 και Ανανίας και Ελάμ και Ανθωθιά
8:25 και Ιεφεδία και Φανουήλ υιοί του Σασάκ·
8:26 και Σαμσεραΐ και Σεαρία και Γοθολία
8:27 και Ιαρεσία και Ηλιά και Ζιχρί, υιοί του Ιεροάμ.
8:28 ούτοι ήσαν αρχηγοί πατριών, αρχηγοί κατά τας γενεάς αυτών. ούτοι κατώκησαν εν Ιερουσαλήμ.
8:29 Εν δε Γαβαών κατώκησεν ο πατήρ Γαβαών, το δε όνομα της γυναικός αυτού ήτο Μααχά·
8:30 και ο πρωτότοκος υιός αυτού ήτο Αβδών, έπειτα Σούρ και Κείς και Βάαλ και Ναδάβ
8:31 και Γεδώρ και Αχιώ και Ζαχέρ
8:32 και Μικλώθ ο γεννήσας τον Σιμεά. Και ούτοι έτι κατώκησαν μετά των αδελφών αυτών εν Ιερουσαλήμ, κατέναντι των αδελφών αυτών.
8:33 Και ο Νηρ εγέννησε τον Κείς, και Κείς εγέννησε τον Σαούλ, και Σαούλ εγέννησε τον Ιωνάθαν και τον Μαλχί-σουέ και τον Αβιναδάβ και τον Εσ-βαάλ.
8:34 Και ο υιός του Ιωνάθαν ήτο ο Μερίβ-βαάλ· και ο Μερίβ-βαάλ εγέννησε τον Μιχά.
8:35 Και οι υιοί του Μιχά ήσαν Φιθών και Μελέχ και Θαρεά και Άχαζ.
8:36 Και ο Άχαζ εγέννησε τον Ιωαδά· και ο Ιωαδά εγέννησε τον Αλεμέθ και τον Αζμαβέθ και τον Ζιμβρί· και Ζιμβρί εγέννησε τον Μοσά.
8:37 και Μοσά εγέννησε τον Βινεά· Ραφά, υιός τούτου· Ελεασά, υιός τούτου· Ασήλ, υιός τούτου.
8:38 Και ο Ασήλ είχεν εξ υιούς, των οποίων τα ονόματα είναι ταύτα· Αζρικάμ, Βοχερού και Ισμαήλ και Σεαρία και Οβαδία και Ανάν· πάντες ούτοι ήσαν οι υιοί του Ασήλ.
8:39 Και οι υιοί του Ησέκ του αδελφού αυτού ήσαν Ουλάμ ο πρωτότοκος αυτού, Ιεούς ο δεύτερος και Ελιφελέτ ο τρίτος.
8:40 Και οι υιοί του Ουλάμ ήσαν άνδρες δυνατοί εν ισχύϊ, εντείνοντες τόξον και έχοντες πολλούς υιούς και υιούς υιών, εκατόν πεντήκοντα. Πάντες ούτοι ήσαν εκ των υιών Βενιαμίν.
Καινή Διαθήκη
1 Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούσατέ με απολογούμενον τώρα προς εσάς.
2 Ακούσαντες δε ότι ελάλει προς αυτούς εις την Εβραϊκήν διάλεκτον, έδειξαν περισσοτέραν ησυχίαν. Και είπεν·
3 Εγώ μεν είμαι άνθρωπος Ιουδαίος, γεγεννημένος εν Ταρσώ της Κιλικίας, ανατεθραμμένος δε εν τη πόλει ταύτη παρά τους πόδας του Γαμαλιήλ, πεπαιδευμένος κατά την ακρίβειαν του πατροπαραδότου νόμου, ζηλωτής ων του Θεού, καθώς πάντες σεις είσθε σήμερον·
4 όστις κατέτρεξα μέχρι θανάτου ταύτην την οδόν, δεσμεύων και παραδίδων εις φυλακάς άνδρας τε και γυναίκας,
5 καθώς και ο αρχιερεύς μαρτυρεί εις εμέ και όλον το πρεσβυτέριον· παρά των οποίων και επιστολάς λαβών προς τους αδελφούς, επορευόμην εις Δαμασκόν διά να φέρω δεδεμένους εις Ιερουσαλήμ και τους εκεί όντας, διά να τιμωρηθώσιν.
6 Ενώ δε οδοιπορών επλησίαζον εις την Δαμασκόν, περί την μεσημβρίαν εξαίφνης έστραψε περί εμέ φως πολύ εκ του ουρανού,
7 και έπεσον εις το έδαφος και ήκουσα φωνήν λέγουσαν προς εμέ· Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις;
8 Εγώ δε απεκρίθην· Τις είσαι, Κύριε; Και είπε προς εμέ· Εγώ είμαι Ιησούς ο Ναζωραίος, τον οποίον συ διώκεις.
9 Οι όντες δε μετ' εμού το μεν φως είδον και κατεφοβήθησαν, την φωνήν όμως του λαλούντος προς εμέ δεν ήκουσαν.
10 Και είπον· Τι να κάμω, Κύριε; Και ο Κύριος είπε προς εμέ· Σηκωθείς ύπαγε εις Δαμασκόν, και εκεί θέλει σοι λαληθή περί πάντων όσα είναι διωρισμένα να κάμης.
11 Και επειδή εκ της λαμπρότητος του φωτός εκείνου δεν έβλεπον, χειραγωγούμενος υπό των όντων μετ' εμού ήλθον εις Δαμασκόν.
12 Ανανίας δε τις, άνθρωπος ευσεβής κατά τον νόμον, μαρτυρούμενος υπό πάντων των εκεί κατοικούντων Ιουδαίων,
13 ήλθε προς εμέ και σταθείς επάνω μου μοι, είπε· Σαούλ αδελφέ, ανάβλεψον. Και εγώ τη αυτή ώρα ανέβλεψα εις αυτόν.
14 Ο δε είπεν· Ο Θεός των πατέρων ημών σε διώρισε να γνωρίσης το θέλημα αυτού και να ίδης τον δίκαιον και να ακούσης φωνήν εκ του στόματος αυτού,
15 διότι θέλεις είσθαι μάρτυς περί αυτού προς πάντας τους ανθρώπους των όσα είδες και ήκουσας.
16 Και τώρα τι βραδύνεις; σηκωθείς βαπτίσθητι και απολούσθητι από των αμαρτιών σου, επικαλεσθείς το όνομα του Κυρίου.
17 Αφού δε υπέστρεψα εις Ιερουσαλήμ, ενώ προσηυχόμην εν τω ιερώ, ήλθον εις έκστασιν
18 και είδον αυτόν λέγοντα προς εμέ· Σπεύσον και έξελθε ταχέως εξ Ιερουσαλήμ, διότι δεν θέλουσι παραδεχθή την περί εμού μαρτυρίαν σου.
19 Και εγώ είπον· Κύριε, αυτοί εξεύρουσιν ότι εγώ εφυλάκιζον και έδερον εν ταις συναγωγαίς τους πιστεύοντας εις σέ·
20 και ότε εχύνετο το αίμα Στεφάνου του μάρτυρός σου, και εγώ ήμην παρών και συνεφώνουν εις τον φόνον αυτού και εφύλαττον τα ιμάτια των φονευόντων αυτόν.
21 Και είπε προς εμέ· Ύπαγε, διότι εγώ θέλω σε εξαποστείλει εις έθνη μακράν.
22 Και μέχρι τούτου του λόγου ήκουον αυτόν· τότε δε ύψωσαν την φωνήν αυτών, λέγοντες· Σήκωσον από της γης τον τοιούτον· διότι δεν πρέπει να ζη.
23 Και επειδή αυτοί εκραύγαζον και ετίναζον τα ιμάτια και έρριπτον κονιορτόν εις τον αέρα,
24 ο χιλίαρχος προσέταξε να φερθή εις το φρούριον, παραγγείλας να εξετασθή διά μαστίγων, διά να γνωρίση διά ποίαν αιτίαν εφώναζον ούτω κατ' αυτού.
25 Και καθώς εξήπλωσεν αυτόν δεδεμένον με τα λωρία, ο Παύλος είπε προς τον παρεστώτα εκατόνταρχον· Είναι τάχα νόμιμον εις εσάς άνθρωπον Ρωμαίον και ακατάκριτον να μαστιγόνητε;
26 Ακούσας δε ο εκατόνταρχος, υπήγε και απήγγειλε προς τον χιλίαρχον, λέγων· Βλέπε τι μέλλεις να κάμης· διότι ο άνθρωπος ούτος είναι Ρωμαίος.
27 Προσελθών δε ο χιλίαρχος, είπε προς αυτόν· Λέγε μοι, συ Ρωμαίος είσαι; Ο δε είπε· Ναι.
28 Και απεκρίθη ο χιλίαρχος· Εγώ διά πολλών χρημάτων απέκτησα ταύτην την πολιτογράφησιν. Ο δε Παύλος είπεν· Αλλ' εγώ και εγεννήθην Ρωμαίος.
29 Ευθύς λοιπόν απεσύρθησαν απ' αυτού οι μέλλοντες να βασανίσωσιν αυτόν. Και ο χιλίαρχος έτι εφοβήθη γνωρίσας ότι είναι Ρωμαίος, και διότι είχε δέσει αυτόν.
30 Τη δε επαύριον θέλων να μάθη το βέβαιον, περί τίνος κατηγορείται παρά των Ιουδαίων, έλυσεν αυτόν από των δεσμών, και προσέταξε να έλθωσιν οι αρχιερείς και όλον το συνέδριον αυτών και καταβιβάσας τον Παύλον, έστησεν έμπροσθεν αυτών.
Σοφία
6 Οι οδόντες σου είναι ως ποίμνιον προβάτων, αναβαινόντων από της λούσεως, τα οποία πάντα γεννώσι δίδυμα, και δεν υπάρχει άτεκνον μεταξύ αυτών·
7 αι παρειαί σου ως τμήμα ροϊδίου μεταξύ των πλοκάμων σου.
8 Εξήκοντα βασίλισσαι είναι και ογδοήκοντα παλλακαί, και νεάνιδες αναρίθμητοι·
9 μία είναι η περιστερά μου, η αμώμητός μου· αυτή είναι η μόνη της μητρός αυτής· είναι η εκλεκτή της τεκούσης αυτήν. Είδον αυτήν αι θυγατέρες και εμακάρισαν αυτήν· αι βασίλισσαι και αι παλλακαί, και επήνεσαν αυτήν.
10 Τις αύτη, η προκύπτουσα ως αυγή, ώραία ως η σελήνη, λάμπουσα ως ο ήλιος, τρομερά ως στράτευμα με σημαίας;
11 Κατέβην εις τον κήπον των καρυών διά να ίδω την χλόην της κοιλάδος, να ίδω εάν εβλάστησεν η άμπελος και εξήνθησαν αι ροϊδιαί.
12 Χωρίς να αισθανθώ, η ψυχή μου με κατέστησεν ως τας αμάξας του Αμινναδίβ.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.