Ημέρα 206 από 365
Α΄ Χρον 9:1–10:14, Πρξ 23:1–17, Ψαλ 88:1–18
Παλαιά Διαθήκη
9:1 Ούτω πας ο Ισραήλ απηριθμήθη κατά γενεαλογίας· και ιδού, είναι καταγεγραμμένοι εν τω βιβλίω των βασιλέων του Ισραήλ και Ιούδα. Μετωκίσθησαν δε εις την Βαβυλώνα διά τας ανομίας αυτών.
9:2 Και οι πρώτοι κάτοικοι οι εν ταις ιδιοκτησίαις αυτών, εν ταις πόλεσιν αυτών, ήσαν οι Ισραηλίται, οι ιερείς, οι Λευΐται και οι Νεθινείμ.
9:3 Και εν Ιερουσαλήμ κατώκησαν εκ των υιών Ιούδα και εκ των υιών Βενιαμίν και εκ των υιών Εφραΐμ και Μανασσή,
9:4 Γουθαΐ ο υιός του Αμμιούδ, υιού του Αμρί, υιού του Ιμρί, υιού του Βανί, εκ των υιών του Φαρές υιού του Ιούδα.
9:5 Και εκ των Σηλωνιτών, Ασαΐας ο πρωτότοκος και οι υιοί αυτού.
9:6 Και εκ των υιών του Ζερά, Ιεουήλ και οι αδελφοί αυτών, εξακόσιοι ενενήκοντα.
9:7 Και εκ των υιών Βενιαμίν, Σαλλού ο υιός του Μεσουλλάμ, υιού του Ωδουΐα, υιού του Ασενουά,
9:8 και ο Ιεβνιά υιός του Ιεροάμ, και ο Ηλά υιός του Οζί, υιού του Μιχρί, και ο Μεσουλλάμ υιός του Σεφατία, υιού του Ραγουήλ, υιού του Ιβνιά·
9:9 και οι αδελφοί αυτών, κατά τας γενεάς αυτών, εννεακόσιοι πεντήκοντα εξ. Πάντες ούτοι οι άνδρες ήσαν αρχηγοί πατριών, κατά τους πατρικούς οίκους αυτών.
9:10 Και εκ των ιερέων, Ιεδαΐας και Ιωϊαρείβ και Ιαχείν
9:11 και Αζαρίας ο υιός του Χελκία, υιού του Μεσουλλάμ, υιού του Σαδώκ, υιού του Μεραϊώθ, υιού του Αχιτώβ, άρχων του οίκου του Θεού·
9:12 και Αδαΐας ο υιός του Ιεροάμ, υιού του Πασχώρ, υιού του Μαλχίου, και Μαασαί ο υιός του Αδιήλ, υιού του Ιαζηρά, υιού του Μεσουλλάμ, υιού του Μεσιλλεμίθ, υιού του Ιμμήρ·
9:13 και οι αδελφοί αυτών, αρχηγοί των πατρικών οίκων αυτών, χίλιοι επτακόσιοι εξήκοντα, δυνατοί εν ισχύϊ, άξιοι διά το έργον της υπηρεσίας του οίκου του Κυρίου.
9:14 και εκ των Λευϊτών, Σεμαΐας ο υιός του Ασσούβ, υιού του Αζρικάμ, υιού του Ασαβία, εκ των υιών Μεραρί·
9:15 και Βακβακάρ, Ερές και Γαλάλ και Ματθανίας ο υιός του Μιχά, υιού του Ζιχρί, υιού του Ασάφ·
9:16 και Οβαδία ο υιός του Σεμαΐα, υιού του Γαλάλ, υιού του Ιεδουθούν, και Βαραχίας ο υιός του Ασά, υιού του Ελκανά, ο κατοικήσας εν ταις κώμαις των Νετωφαθιτών.
9:17 οι δε θυρωροί ήσαν Σαλλούμ και Ακχούβ και Ταλμών και Αχιμάν και οι αδελφοί αυτών· ο Σαλλούμ ήτο ο άρχων·
9:18 ούτοι μέχρι του νυν ήσαν εν τη πύλη του βασιλέως κατά ανατολάς θυρωροί κατά τα τάγματα των υιών του Λευΐ.
9:19 Και Σαλλούμ ο υιός του Κωρή, υιού του Εβιασάφ, υιού του Κορέ, και οι αδελφοί αυτού, εκ του οίκου του πατρός αυτού, οι Κορίται, ήσαν επί το έργον της υπηρεσίας, φύλακες των πυλών της σκηνής· και οι πατέρες αυτών, εν τω στρατοπέδω του Κυρίου, ήσαν φύλακες της εισόδου.
9:20 Και Φινεές ο υιός του Ελεάζαρ, μετά του οποίου ήτο ο Κύριος, ήτο άρχων επ' αυτούς το πρότερον.
9:21 Ζαχαρίας ο υιός του Μεσελεμία ήτο πυλωρός της θύρας της σκηνής του μαρτυρίου.
9:22 Πάντες ούτοι, οι εκλελεγμένοι διά να ήναι πυλωροί των θυρών, ήσαν διακόσιοι δώδεκα. Ούτοι ήσαν απηριθμημένοι κατά γενεαλογίας εν ταις κώμαις αυτών, τους οποίους ο Δαβίδ και ο Σαμουήλ ο βλέπων είχον καταστήσει εις το υπούργημα αυτών.
9:23 Και αυτοί και οι υιοί αυτών είχον την επιστασίαν των πυλών του οίκου του Κυρίου, του οίκου της σκηνής, διά να φυλάττωσι.
9:24 προς τους τέσσαρας ανέμους ήσαν οι πυλωροί, προς ανατολάς, προς δυσμάς, προς βορράν και προς νότον.
9:25 Και οι αδελφοί αυτών, οι εν ταις κώμαις αυτών, έπρεπε να έρχωνται κατά επτά ημέρας εις τους διωρισμένους καιρούς μετά τούτων.
9:26 Διότι οι Λευΐται ούτοι, οι τέσσαρες αρχιπύλωροι, έμενον εις το υπούργημα αυτών και είχον την επιστασίαν των οικημάτων και των θησαυρών του οίκου του Θεού.
9:27 Και διενυκτέρευον πέριξ του οίκου του Θεού, διότι η φυλακή ήτο επ' αυτούς, και αυτοί έπρεπε να ανοίγωσιν αυτόν καθ' εκάστην πρωΐαν.
9:28 Και τινές εξ αυτών είχον την επιστασίαν των λειτουργικών σκευών, διότι κατά αριθμόν εισέφερον αυτά και κατά αριθμόν εξέφερον αυτά.
9:29 Εξ αυτών έτι ήσαν διωρισμένοι επί των άλλων σκευών και επί πάντων των σκευών των ιερών και επί της σεμιδάλεως και του οίνου και του ελαίου και του θυμιάματος και των αρωμάτων.
9:30 Και τινές εκ των υιών των ιερέων κατεσκεύαζον το μύρον το αρωματικόν.
9:31 Και Ματταθίας, ο εκ των Λευϊτών, ο πρωτότοκος Σαλλούμ του Κορίτου, είχε την επιστασίαν των τηγανιζομένων πραγμάτων.
9:32 Και άλλοι εκ των αδελφών αυτών, εκ των υιών των Κααθιτών, ήσαν επί των άρτων της προθέσεως, διά να ετοιμάζωσιν αυτούς κατά σάββατον.
9:33 Και εκ τούτων ήσαν οι ψαλτωδοί, αρχηγοί πατριών των Λευϊτών, οίτινες έμενον εν τοις οικήμασιν ελεύθεροι· διότι ενησχολούντο εις το έργον τούτο ημέραν και νύκτα.
9:34 ούτοι ήσαν οι αρχηγοί των πατριών των Λευϊτών, κατά τας γενεάς αυτών· ούτοι οι αρχηγοί κατώκουν εν Ιερουσαλήμ.
9:35 Και εν Γαβαών κατώκησεν ο πατήρ Γαβαών, ο Ιεχιήλ, το δε όνομα της γυναικός αυτού ήτο Μααχά·
9:36 και ο πρωτότοκος αυτού υιός ήτο Αβδών, έπειτα Σούρ και Κείς και Βάαλ και Νηρ και Ναδάβ
9:37 και Γεδώρ και Αχιώ και Ζαχαρίας και Μικλώθ·
9:38 και ο Μικλώθ εγέννησε τον Σιμεάμ. Και ούτοι έτι κατώκησαν μετά των αδελφών αυτών εν Ιερουσαλήμ, αντικρύ των αδελφών αυτών.
9:39 Και ο Νηρ εγέννησε τον Κείς, και ο Κείς εγέννησε τον Σαούλ, και ο Σαούλ εγέννησε τον Ιωνάθαν και τον Μαλχί-σουέ και τον Αβιναδάβ και τον Εσ-βαάλ.
9:40 Και ο υιός του Ιωνάθαν ήτο ο Μερίβ-βαάλ· και ο Μερίβ-βαάλ εγέννησε τον Μιχά.
9:41 Και οι υιοί του Μιχά ήσαν Φιθών και Μελέχ και Θαρεά,
9:42 και Άχαζ ο γεννήσας τον Ιαρά· και Ιαρά εγέννησε τον Αλεμέθ, και τον Αζμαβέθ και τον Ζιμβρί· και Ζιμβρί εγέννησε τον Μοσά.
9:43 και Μοσά εγέννησε τον Βινεά· και Ρεφαΐα ήτο υιός τούτου. ο Ελεασά υιός τούτου· Ασήλ υιός τούτου.
9:44 Ο δε Ασήλ είχεν εξ υιούς, των οποίων τα ονόματα είναι ταύτα· Αζρικάμ, Βοχερού και Ισμαήλ και Σεαρία και Οβαδία και Ανάν· ούτοι ήσαν οι υιοί του Ασήλ.
10:1 Οι δε Φιλισταίοι επολέμουν κατά του Ισραήλ· και έφυγον οι άνδρες του Ισραήλ από προσώπου των Φιλισταίων και έπεσον πεφονευμένοι εν τω όρει Γελβουέ.
10:2 Και καταφθάσαντες οι Φιλισταίοι οπίσω του Σαούλ και οπίσω των υιών αυτού, επάταξαν οι Φιλισταίοι τον Ιωνάθαν και τον Αβιναδάβ και τον Μαλχί-σουέ, τους υιούς του Σαούλ.
10:3 Εβάρυνε δε η μάχη επί τον Σαούλ, και επέτυχον αυτού οι τοξόται, και επληγώθη υπό των τοξοτών.
10:4 Και είπεν ο Σαούλ προς τον οπλοφόρον αυτού, Σύρε την ρομφαίαν σου και διαπέρασόν με δι' αυτής, διά να μη έλθωσιν ούτοι οι απερίτμητοι και με εμπαίξωσι· πλην ο οπλοφόρος αυτού δεν ήθελε· διότι εφοβείτο σφόδρα. Όθεν έλαβεν ο Σαούλ την ρομφαίαν και έπεσεν επ' αυτήν.
10:5 Και ως είδεν ο οπλοφόρος αυτού ότι απέθανεν ο Σαούλ, έπεσε και αυτός επί την ρομφαίαν και απέθανεν·
10:6 ούτως απέθανεν ο Σαούλ και οι τρεις υιοί αυτού· και πας ο οίκος αυτού απέθανεν ομού.
10:7 Και πάντες οι άνδρες Ισραήλ, οι εν τη κοιλάδι, ιδόντες ότι έφευγον και ότι ο Σαούλ και οι υιοί αυτού απέθανον, τότε κατέλιπον τας πόλεις αυτών και έφυγον· και ελθόντες οι Φιλισταίοι κατώκησαν εν αυταίς.
10:8 Και την επαύριον, ότε ήλθον οι Φιλισταίοι διά να εκδύσωσι τους πεφονευμένους, εύρηκαν τον Σαούλ και τους υιούς αυτού πεπτωκότας εν τώ όρει Γελβουέ.
10:9 Και εξέδυσαν αυτόν και έλαβον την κεφαλήν αυτού και τα όπλα αυτού και απέστειλαν εις την γην των Φιλισταίων κύκλω, διά να διαδώσωσι την αγγελίαν εις τα είδωλα αυτών και εις τον λαόν.
10:10 Και ανέθεσαν τα όπλα αυτού εις τον οίκον των θεών αυτών· και εις τον ναόν του Δαγών προσήλωσαν την κεφαλήν αυτού.
10:11 Ακούσαντες δε πάντες οι κάτοικοι της Ιαβείς-γαλαάδ πάντα όσα έκαμον οι Φιλισταίοι εις τον Σαούλ,
10:12 ηγέρθησαν πάντες οι δυνατοί άνδρες και εσήκωσαν το σώμα του Σαούλ και τα σώματα των υιών αυτού και έφεραν αυτά εις Ιαβείς, και έθαψαν τα οστά αυτών υπό την δρυν εν Ιαβείς και ενήστευσαν επτά ημέρας.
10:13 Ούτως απέθανεν ο Σαούλ, διά την ανομίαν αυτού την οποίαν ηνόμησεν εις τον Κύριον, εναντίον του λόγου του Κυρίου, τον οποίον δεν εφύλαξε· και έτι διότι εζήτησεν άνθρωπον έχοντα πνεύμα μαντείας, διά να ερωτήση,
10:14 και δεν ηρώτησε τον Κύριον· διά τούτο εθανάτωσεν αυτόν και έστρεψε την βασιλείαν εις τον Δαβίδ τον υιόν του Ιεσσαί.
Καινή Διαθήκη
1 Ατενίσας δε ο Παύλος εις το συνέδριον, είπεν· Άνδρες αδελφοί, εγώ έζησα ενώπιον του Θεού μετά πάσης καλής συνειδήσεως μέχρι ταύτης της ημέρας.
2 Ο δε αρχιερεύς Ανανίας προσέταξε τους παρεστώτας πλησίον αυτού να κτυπήσωσι το στόμα αυτού.
3 Τότε ο Παύλος είπε προς αυτόν· Ο Θεός μέλλει να σε κτυπήση, τοίχε ασβεστωμένε· και συ κάθησαι να με κρίνης κατά τον νόμον, και παρανομών προστάζεις να με κτυπώσιν;
4 Οι δε παρεστώτες είπον· Τον αρχιερέα του Θεού λοιδορείς;
5 Και ο Παύλος είπε· Δεν ήξευρον, αδελφοί, ότι είναι αρχιερεύς· διότι είναι γεγραμμένον. Άρχοντα του λαού σου δεν θέλεις κακολογήσει.
6 Εννοήσας δε ο Παύλος ότι το εν μέρος είναι Σαδδουκαίων, το δε άλλο Φαρισαίων, έκραξεν εν τω συνεδρίω. Άνδρες αδελφοί, εγώ είμαι Φαρισαίος, υιός Φαρισαίου· περί ελπίδος και αναστάσεως νεκρών εγώ κρίνομαι.
7 Και ότε ελάλησε τούτο, έγεινε διαίρεσις των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων, και διηρέθη το πλήθος.
8 Διότι οι μεν Σαδδουκαίοι λέγουσιν ότι δεν είναι ανάστασις ουδέ άγγελος ουδέ πνεύμα, οι δε Φαρισαίοι ομολογούσιν αμφότερα.
9 Και έγεινε κραυγή μεγάλη, και σηκωθέντες οι γραμματείς του μέρους των Φαρισαίων διεμάχοντο, λέγοντες· Ουδέν κακόν ευρίσκομεν εν τω ανθρώπω τούτω· αν δε ελάλησε προς αυτόν πνεύμα ή άγγελος, ας μη θεομαχώμεν.
10 Και επειδή έγεινε μεγάλη διαίρεσις, φοβηθείς ο χιλίαρχος μη διασπαραχθή ο Παύλος υπ' αυτών, προσέταξε να καταβή το στράτευμα και να αρπάση αυτόν εκ μέσου αυτών και να φέρη εις το φρούριον.
11 Την δε ερχομένην νύκτα επιφανείς εις αυτόν ο Κύριος, είπε· Θάρρει, Παύλε, διότι καθώς εμαρτύρησας τα περί εμού εις Ιερουσαλήμ, ούτω πρέπει να μαρτυρήσης και εις Ρώμην.
12 Και ότε έγεινεν ημέρα, τινές των Ιουδαίων συνομώσαντες ανεθεμάτισαν εαυτούς, λέγοντες μήτε να φάγωσι μήτε να πίωσιν, εωσού φονεύσωσι τον Παύλον·
13 ήσαν δε πλειότεροι των τεσσαράκοντα οι πράξαντες την συνωμοσίαν ταύτην·
14 οίτινες ελθόντες προς τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους, είπον· Με ανάθεμα ανεθεματίσαμεν εαυτούς, να μη γευθώμεν μηδέν εωσού φονεύσωμεν τον Παύλον.
15 Τώρα λοιπόν σεις μετά του συνεδρίου μηνύσατε προς τον χιλίαρχον, να καταβιβάση αυτόν αύριον προς εσάς, ως μέλλοντας να μάθητε ακριβέστερον τα περί αυτού· ημείς δε, πριν αυτός πλησιάση, είμεθα έτοιμοι να φονεύσωμεν αυτόν.
16 Ακούσας δε την ενέδραν ο υιός της αδελφής του Παύλου, υπήγε και εισελθών εις το φρούριον απήγγειλε προς τον Παύλον.
17 Και ο Παύλος προσκαλέσας ένα των εκατοντάρχων, είπε· Φέρε τον νέον τούτον προς τον χιλίαρχον· διότι έχει τι να απαγγείλη προς αυτόν.
Ψαλμός
1 Ωιδή ψαλμού διά τους υιούς Κορέ, εις τον πρώτον μουσικόν, επί Μαχαλάθ-λεανώθ, Μασχίλ του Αιμάν του Εζραΐτου.
2 Κύριε ο Θεός της σωτηρίας μου, ημέραν και νύκτα έκραξα ενώπιόν σου·
3 Ας έλθη ενώπιόν σου η προσευχή μου· κλίνον το ωτίον σου εις την κραυγήν μου·
4 Διότι ενεπλήσθη κακών η ψυχή μου, και η ζωή μου πλησιάζει εις τον άδην.
5 Συγκατηριθμήθην μετά των καταβαινόντων εις τον λάκκον· έγεινα ως άνθρωπος μη έχων δύναμιν·
6 εγκαταλελειμμένος μεταξύ των νεκρών, ως οι πεφονευμένοι, κοιτώμενοι εν τω τάφω, τους οποίους δεν ενθυμείσαι πλέον, και οίτινες απεκόπησαν από της χειρός σου.
7 Μ' έβαλες εις τον κατώτατον λάκκον, εις το σκότος, εις τα βάθη.
8 Επ' εμέ επεστηρίχθη ο θυμός σου, και πάντα τα κύματά σου επέφερες επ' εμέ. Διάψαλμα.
9 Εμάκρυνας τους γνωστούς μου απ' εμού· με έκαμες βδέλυγμα προς αυτούς· απεκλείσθην και δεν δύναμαι να εξέλθω.
10 Ο οφθαλμός μου ητόνησεν από της θλίψεως· σε επεκαλέσθην, Κύριε, όλην την ημέραν· ήπλωσα προς σε τας χείρας μου.
11 Μήπως εις τους νεκρούς θέλεις κάμει θαυμάσια; ή οι τεθνεώτες θέλουσι σηκωθή και θέλουσι σε αινέσει; Διάψαλμα.
12 Μήπως εν τω τάφω θέλουσι διηγείσθαι το έλεός σου ή την αλήθειάν σου εν τη φθορά;
13 Μήπως θέλουσι γνωρισθή εν τω σκότει τα θαυμάσιά σου και η δικαιοσύνη σου εν τω τόπω της λήθης.
14 Αλλ' εγώ προς σε, Κύριε, έκραξα· και το πρωΐ η προσευχή μου θέλει σε προφθάσει.
15 Διά τι, Κύριε, απορρίπτεις την ψυχήν μου, αποκρύπτεις το πρόσωπόν σου απ' εμού;
16 Είμαι τεθλιμμένος και ψυχομαχών εκ νεότητος· δοκιμάζω τους φόβους σου και ευρίσκομαι εν αμηχανία.
17 Επ' εμέ διήλθον αι οργαί σου· οι τρόμοι σου με εφάνισαν.
18 Ως ύδατα με περιετριγύρισαν όλην την ημέραν· ομού με περιεκύκλωσαν.
19 Απεμάκρυνας απ' εμού τον αγαπητόν και τον φίλον· οι γνωστοί μου είναι αφανείς.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.