Ημέρα 212 από 365
Α΄ Χρον 22:1–23:32, Πρξ 26:22–32, Ιώβ 1:1–4
Παλαιά Διαθήκη
22:1 Τότε είπεν ο Δαβίδ, Ούτος είναι ο οίκος Κυρίου του Θεού, και τούτο το θυσιαστήριον της ολοκαυτώσεως εις τον Ισραήλ.
22:2 Και προσέταξεν ο Δαβίδ να συνάξωσι τους ξένους τους εν γη Ισραήλ· και κατέστησε λιθοτόμους διά να λατομήσωσι λίθους ξυστούς, προς οικοδόμησιν του οίκου του Θεού.
22:3 Ο Δαβίδ ητοίμασε και σίδηρον πολύν, διά καρφία των θυρωμάτων των πυλών και διά τας συναρθρώσεις· και χαλκόν άφθονον αζύγιστον·
22:4 και ξύλα κέδρινα αναρίθμητα· διότι οι Σιδώνιοι και οι Τύριοι έφερον προς τον Δαβίδ άφθονα κέδρινα ξύλα.
22:5 Και είπεν ο Δαβίδ, Σολομών ο υιός μου είναι νέος και απαλός· ο δε οίκος όστις μέλλει να οικοδομηθή εις τον Κύριον πρέπει να ήναι εις άκρον μεγαλοπρεπής, ονομαστός και ένδοξος καθ' όλην την οικουμένην· θέλω λοιπόν κάμει ετοιμασίαν δι' αυτόν. Και έκαμεν ο Δαβίδ άφθονον ετοιμασίαν προ του θανάτου αυτού.
22:6 Τότε εκάλεσε Σολομώντα τον υιόν αυτού και προσέταξεν εις αυτόν να οικοδομήση οίκον εις Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ.
22:7 Και είπεν ο Δαβίδ προς τον Σολομώντα, Υιέ μου, εγώ μεν επεθύμησα εν τη καρδία μου να οικοδομήσω οίκον εις το όνομα Κυρίου του Θεού μου·
22:8 πλην έγεινε λόγος Κυρίου προς εμέ, λέγων, Αίμα πολύ έχυσας και πολέμους μεγάλους έκαμες· δεν θέλεις οικοδομήσει οίκον εις το όνομά μου, διότι αίματα πολλά έχυσας επί της γης ενώπιόν μου·
22:9 ιδού, θέλει γεννηθή εις σε υιός, όστις θέλει είσθαι ανήρ αναπαύσεως· και θέλω αναπαύσει αυτόν από πάντων των εχθρών αυτού κύκλω· διότι Σολομών θέλει είσθαι το όνομα αυτού, και εν ταις ημέραις αυτού θέλω δώσει ειρήνην και ησυχίαν εις τον Ισραήλ·
22:10 ούτος θέλει οικοδομήσει οίκον εις το όνομά μου· και ούτος θέλει είσθαι εις εμέ υιός, και εγώ πατήρ εις αυτόν· και θέλω στερεώσει τον θρόνον της βασιλείας αυτού επί τον Ισραήλ έως αιώνος.
22:11 Τώρα, υιέ μου, ο Κύριος έστω μετά σού· και ευοδού και οικοδόμησον τον οίκον Κυρίου του Θεού σου, καθώς ελάλησε περί σου.
22:12 Μόνον ο Κύριος να σοι δώση σοφίαν και σύνεσιν και να σε καταστήση επί τον Ισραήλ, διά να φυλάττης τον νόμον Κυρίου του Θεού σου.
22:13 Τότε θέλεις ευοδωθή, εάν προσέχης να εκπληροίς τα διατάγματα και τας κρίσεις, τας οποίας ο Κύριος προσέταξεν εις τον Μωϋσήν περί του Ισραήλ· ενδυναμού και ανδρίζου· μη φοβού και μη πτοηθής.
22:14 Και ιδού, εγώ κατά την πτωχείαν μου ητοίμασα διά τον οίκον του Κυρίου εκατόν χιλιάδας ταλάντων χρυσίου και χιλίας χιλιάδας ταλάντων αργυρίου· χαλκόν δε και σίδηρον αζύγιστον, διότι είναι άφθονος· ητοίμασα δε και ξύλα και λίθους· και συ πρόσθες εις ταύτα.
22:15 Έχεις δε εργάτας εις πλήθος, λιθοτόμους και κτίστας και ξυλουργούς, και παντός είδους σοφούς εις παν έργον.
22:16 Του χρυσού, του αργύρου και του χαλκού και του σιδήρου αριθμός δεν είναι. Σηκώθητι και κάμνε· και ο Κύριος έστω μετά σου.
22:17 Ο Δαβίδ προσέταξεν έτι εις πάντας τους άρχοντας του Ισραήλ να βοηθήσωσι τον Σολομώντα τον υιόν αυτού, λέγων,
22:18 Δεν είναι με σας Κύριος ο Θεός σας και έδωκεν εις εσάς ανάπαυσιν πανταχόθεν; διότι παρέδωκεν εις την χείρα μου τους κατοικούντας την γήν· και η γη υπετάχθη έμπροσθεν του Κυρίου και έμπροσθεν του λαού αυτού.
22:19 Δότε λοιπόν την καρδίαν σας και την ψυχήν σας εις το να ζητήτε Κύριον τον Θεόν σας· και σηκώθητε και οικοδομήσατε το αγιαστήριον Κυρίου του Θεού, διά να φέρητε την κιβωτόν της διαθήκης του Κυρίου και τα άγια σκεύη του Θεού εις τον οίκον, όστις μέλλει να οικοδομηθή επί τω ονόματι του Κυρίου.
23:1 Και αφού εγήρασεν ο Δαβίδ και ήτο πλήρης ημερών, έκαμε Σολομώντα τον υιόν αυτού βασιλέα επί τον Ισραήλ.
23:2 Και συνήγαγε πάντας τους άρχοντας του Ισραήλ και τους ιερείς και τους Λευΐτας.
23:3 Οι δε Λευΐται ήσαν απηριθμημένοι από ηλικίας τριάκοντα ετών και επάνω· και ο αριθμός αυτών κατά κεφαλήν αυτών, κατά άνδρα, ήτο τριάκοντα οκτώ χιλιάδες.
23:4 Εκ τούτων εικοσιτέσσαρες χιλιάδες ήσαν εργοδιώκται εις το έργον του οίκου του Κυρίου· και εξ χιλιάδες επιστάται και κριταί·
23:5 και τέσσαρες χιλιάδες πυλωροί· και τέσσαρες χιλιάδες υμνούντες τον Κύριον, με τα όργανα, τα οποία έκαμα, είπεν ο Δαβίδ, διά να υμνώσι τον Κύριον.
23:6 Και διήρεσεν αυτούς ο Δαβίδ εις τάξεις κατά τους υιούς του Λευΐ, Γηρσών, Καάθ και Μεραρί.
23:7 Εκ των Γηρσωνιτών ήσαν Λααδάν και Σιμεΐ.
23:8 Οι υιοί του Λααδάν ήσαν Ιεχιήλ ο άρχων και Ζαιθάμ και Ιωήλ, τρεις.
23:9 Οι υιοί του Σιμεΐ, Σελωμείθ και Αζιήλ και Χαρράν, τρεις. Ούτοι ήσαν οι αρχηγοί των πατριών του Λααδάν.
23:10 Υιοί δε του Σιμεΐ, Ιαάθ, Ζινά και Ιεούς και Βεριά. Ούτοι ήσαν οι υιοί του Σιμεΐ, τέσσαρες.
23:11 Και ο Ιαάθ ήτο ο αρχηγός, και Ζιζά ο δεύτερος· ο δε Ιεούς και Βεριά δεν είχον πολλούς υιούς· διά τούτο ηριθμήθησαν ομού, ως μία πατριά.
23:12 Οι υιοί του Καάθ, Αμράμ, Ισαάρ, Χεβρών και Οζιήλ, τέσσαρες.
23:13 Οι υιοί του Αμράμ, Ααρών και Μωϋσής· και ο Ααρών ήτο κεχωρισμένος, αυτός και οι υιοί αυτού, διά να αγιάζωσι τα αγιώτατα πράγματα πάντοτε, διά να θυμιάζωσιν ενώπιον του Κυρίου, να λειτουργώσιν εις αυτόν και να ευλογώσιν εν τω ονόματι αυτού διά παντός.
23:14 Του δε Μωϋσέως του ανθρώπου του Θεού, οι υιοί αυτού συνηριθμήθησαν μετά της φυλής του Λευΐ.
23:15 Οι υιοί του Μωϋσέως ήσαν Γηρσώμ και Ελιέζερ.
23:16 Εκ των υιών του Γηρσώμ ο Σεβουήλ ήτο ο αρχηγός.
23:17 Και οι υιοί του Ελιέζερ ήσαν Ρεαβίας ο αρχηγός· και δεν είχεν ο Ελιέζερ άλλους υιούς· του Ρεαβιά δε οι υιοί ήσαν πάμπολλοι.
23:18 Εκ των υιών του Ισαάρ ο Σελωμείθ ήτο ο αρχηγός.
23:19 Οι υιοί του Χεβρών ήσαν Ιερίας ο πρώτος, Αμαρίας ο δεύτερος, Ιααζιήλ ο τρίτος και Ιεκαμεάμ ο τέταρτος.
23:20 Οι υιοί του Οζιήλ, Μιχά ο πρώτος και Ιεσιά ο δεύτερος.
23:21 Οι υιοί του Μεραρί, Μααλί και Μουσί· οι υιοί του Μααλί, Ελεάζαρ και Κείς.
23:22 Απέθανε δε ο Ελεάζαρ, μη έχων υιούς, αλλά θυγατέρας· και έλαβον αυτάς οι αδελφοί αυτών οι υιοί του Κείς.
23:23 Οι υιοί του Μουσί, Μααλί και Εδέρ και Ιερεμώθ, τρεις.
23:24 Ούτοι ήσαν οι υιοί του Λευΐ, κατά τους οίκους των πατέρων αυτών, αρχηγοί των πατριών, κατά την απαρίθμησιν αυτών, απαριθμηθέντες κατ' όνομα, κατά κεφαλήν, οίτινες έκαμνον τα έργα της υπηρεσίας του οίκου του Κυρίου, από ηλικίας είκοσι ετών και επάνω.
23:25 Διότι ο Δαβίδ είπε, Κύριος ο Θεός του Ισραήλ έδωκεν ανάπαυσιν εις τον λαόν αυτού, και θέλει κατοικεί εν Ιερουσαλήμ διά παντός·
23:26 οι δε Λευΐται δεν θέλουσι πλέον βαστάζει την σκηνήν και πάντα τα σκεύη αυτής διά την υπηρεσίαν αυτής.
23:27 Όθεν κατά τους τελευταίους λόγους του Δαβίδ, οι υιοί Λευΐ ήσαν απηριθμημένοι από είκοσι ετών και επάνω·
23:28 επειδή το έργον αυτών ήτο να παρίστανται εις τους υιούς του Ααρών, εν τη υπηρεσία του οίκου του Κυρίου, επί τας αυλάς και επί τα οικήματα και επί τον καθαρισμόν πάντων των αγίων πραγμάτων και εις το να κάμνωσι την υπηρεσίαν του οίκου του Θεού·
23:29 και διά τους άρτους της προθέσεως και διά την σεμίδαλιν εις τας εξ αλφίτων προσφοράς και διά τα άζυμα λάγανα και διά τας τηγανίτας και διά τα φρυγανωτά και διά παν είδος μέτρου·
23:30 και διά να ίστανται καθ' εκάστην πρωΐαν και εσπέραν, διά να υμνώσι και να δοξολογώσι τον Κύριον·
23:31 και διά να προσφέρωσιν εις τον Κύριον πάντα τα ολοκαυτώματα εν τοις σάββασιν, εν ταις νεομηνίαις και εν ταις επισήμοις εορταίς, κατά τον αριθμόν, κατά το διατεταγμένον εις αυτούς, πάντοτε ενώπιον του Κυρίου·
23:32 και διά να φυλάττωσι την φυλακήν της σκηνής του μαρτυρίου και την φυλακήν του αγιαστηρίου και την φυλακήν των υιών του Ααρών των αδελφών αυτών εν τη υπηρεσία του οίκου του Κυρίου.
Καινή Διαθήκη
22 Αξιωθείς όμως της βοηθείας της παρά του Θεού, ίσταμαι έως της ημέρας ταύτης μαρτυρών προς μικρόν τε και μεγάλον, μη λέγων μηδέν εκτός των όσα ελάλησαν οι προφήται και ο Μωϋσής ότι έμελλον να γείνωσιν,
23 ότι ο Χριστός έμελλε να πάθη, ότι πρώτος αναστάς εκ νεκρών μέλλει να κηρύξη φως εις τον λαόν και εις τα έθνη.
24 Ενώ δε αυτός απελογείτο ταύτα, ο Φήστος είπε με μεγάλην φωνήν· Μαίνεσαι, Παύλε, τα πολλά γράμματα σε καταφέρουσιν εις μανίαν.
25 Ο δε, Δεν μαίνομαι, είπε, κράτιστε Φήστε, αλλά προφέρω λόγους αληθείας και νοός υγιαίνοντος.
26 Διότι έχει γνώσιν περί τούτων ο βασιλεύς, προς τον οποίον και λαλώ μετά παρρησίας· επειδή είμαι πεπεισμένος ότι δεν λανθάνει αυτόν ουδέν τούτων, διότι τούτο δεν είναι πεπραγμένον εν γωνία.
27 Πιστεύεις, βασιλεύ Αγρίππα, εις τους προφήτας; εξεύρω ότι πιστεύεις.
28 Και ο Αγρίππας είπε προς τον Παύλον· Παρ' ολίγον με πείθεις να γείνω Χριστιανός.
29 Και ο Παύλος είπεν· Ήθελον εύχεσθαι προς τον Θεόν, ουχί μόνον συ, αλλά και πάντες οι σήμερον ακούοντές με, να γείνωσι και παρ' ολίγον και παρά πολύ τοιούτοι οποίος και εγώ είμαι, παρεκτός των δεσμών τούτων.
30 Και αφού αυτός είπε ταύτα, εσηκώθη ο βασιλεύς και ο ηγεμών και η Βερνίκη και οι συγκαθήμενοι μετ' αυτών,
31 και αναχωρήσαντες ελάλουν προς αλλήλους, λέγοντες ότι ουδέν άξιον θανάτου ή δεσμών πράττει ο άνθρωπος ούτος.
32 Ο δε Αγρίππας είπε προς τον Φήστον· Ο άνθρωπος ούτος ηδύνατο να απολυθή, εάν δεν είχεν επικαλεσθή τον Καίσαρα.
Σοφία
1 Άνθρωπος τις ήτο εν τη γη της Αυσίτιδος ονομαζόμενος Ιώβ· και ο άνθρωπος ούτος ήτο άμεμπτος και ευθύς και φοβούμενος τον Θεόν και απεχόμενος από κακού.
2 Και εγεννήθησαν εις αυτόν επτά υιοί και τρεις θυγατέρες.
3 Και ήσαν τα κτήνη αυτού επτακισχίλια πρόβατα και τρισχίλιαι κάμηλοι και πεντακόσια ζεύγη βοών και πεντακόσιαι όνοι και πλήθος πολύ υπηρετών· και ήτο ο άνθρωπος εκείνος ο μεγαλήτερος πάντων των κατοίκων της Ανατολής.
4 Και υπήγαινον οι υιοί αυτού και έκαμνον συμπόσια εν ταις οικίαις αυτών, έκαστος κατά την ημέραν αυτού, και έστελλον και προσεκάλουν τας τρεις αδελφάς αυτών διά να τρώγωσι και να πίνωσι μετ' αυτών.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.