Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Ημέρα 213 από 365

Α΄ Χρον 24:1–25:31, Πρξ 27:1–29, Ψαλ 91:1–16

Παλαιά Διαθήκη

Α΄ Χρον 24:1–25:31

24:1 Και αύται ήσαν αι διαιρέσεις των υιών του Ααρών· οι υιοί του Ααρών, Ναδάβ και Αβιούδ, Ελεάζαρ και Ιθάμαρ.

24:2 Και απέθανον ο Ναδάβ και ο Αβιούδ έμπροσθεν του πατρός αυτών, και δεν είχον υιούς· όθεν ιεράτευσαν ο Ελεάζαρ και ο Ιθάμαρ.

24:3 Και διήρεσεν αυτούς ο Δαβίδ, τον τε Σαδώκ εκ των υιών Ελεάζαρ, και τον Αχιμέλεχ εκ των υιών του Ιθάμαρ, κατά τα χρέη αυτών εις την υπηρεσίαν αυτών.

24:4 Ευρέθησαν δε πλειότεροι αρχηγοί εκ των υιών Ελεάζαρ, παρά εκ των υιών Ιθάμαρ· και διηρέθησαν ούτω· εκ των υιών Ελεάζαρ ήσαν δεκαέξ αρχηγοί οίκου πατέρων· και εκ των υιών Ιθάμαρ οκτώ αρχηγοί του οίκου των πατέρων αυτών.

24:5 Διήρεσαν δε αυτούς διά κλήρων, τούτους προς εκείνους· διότι διευθυνταί του αγιαστηρίου και διευθυνταί του οίκου του Θεού ήσαν εκ των υιών Ελεάζαρ και εκ των υιών Ιθάμαρ.

24:6 Και κατέγραψεν αυτούς Σεμαΐας ο υιός του Ναθαναήλ ο γραμματεύς, ο εκ των Λευϊτών, έμπροσθεν του βασιλέως και των αρχόντων και Σαδώκ του ιερέως και Αχιμέλεχ υιού του Αβιάθαρ και έμπροσθεν των αρχηγών των πατριών των ιερέων και Λευϊτών, λαμβανομένης μιας πατριάς εκ του Ελεάζαρ και μιας εκ του Ιθάμαρ.

24:7 Ο πρώτος δε κλήρος εξήλθεν εις τον Ιωϊαρείβ, ο δεύτερος εις τον Ιεδαΐαν,

24:8 ο τρίτος εις τον Χαρήμ, ο τέταρτος εις τον Σεωρήμ,

24:9 ο πέμπτος εις τον Μαλχίαν, ο έκτος εις τον Μεϊαμείν,

24:10 ο έβδομος εις τον Ακκώς, ο όγδοος εις τον Αβιά,

24:11 ο ένατος εις τον Ιησούν, ο δέκατος εις τον Σεχανίαν,

24:12 ο ενδέκατος εις τον Ελιασείβ, ο δωδέκατος εις τον Ιακείμ,

24:13 ο δέκατος τρίτος εις τον Ουφφά, ο δέκατος τέταρτος εις τον Ιεσεβάβ,

24:14 ο δέκατος πέμπτος εις τον Βιλγά, ο δέκατος έκτος εις τον Ιμμήρ,

24:15 ο δέκατος έβδομος εις τον Εζείρ, ο δέκατος όγδοος εις τον Αφισής,

24:16 ο δέκατος ένατος εις τον Πεθαΐα, ο εικοστός εις τον Ιεζεκιήλ,

24:17 ο εικοστός πρώτος εις τον Ιαχείν, ο εικοστός δεύτερος εις τον Γαμούλ,

24:18 ο εικοστός τρίτος εις τον Δελαΐαν, ο εικοστός τέταρτος εις τον Μααζίαν.

24:19 Αύται ήσαν αι διατάξεις αυτών εις την υπηρεσίαν αυτών, διά να εισέρχωνται εις τον οίκον του Κυρίου κατά το διατεταγμένον εις αυτούς διά χειρός Ααρών του πατρός αυτών, ως προσέταξεν εις αυτόν Κύριος ο Θεός του Ισραήλ.

24:20 Περί δε των επιλοίπων υιών Λευΐ· εκ των υιών Αμράμ ήτο ο Σουβαήλ, εκ των υιών Σουβαήλ ο Ιεδαΐας.

24:21 Περί του Ρεαβιά· εκ των υιών Ρεαβιά ο πρώτος ήτο ο Ιεσία.

24:22 Εκ των Ισααριτών ο Σελωμώθ· εκ των υιών Σελωμώθ ο Ιαάθ.

24:23 Οι δε υιοί Χεβρών ήσαν Ιεριάς ο πρώτος, Αμαρίας ο δεύτερος, Ιααζιήλ ο τρίτος, Ιεκαμεάμ ο τέταρτος.

24:24 Εκ των υιών Οζιήλ Μιχά· εκ των υιών του Μιχά Σαμίρ.

24:25 Ο αδελφός του Μιχά ήτο ο Ιεσία· εκ των υιών Ιεσία ο Ζαχαρίας.

24:26 Οι υιοί του Μεραρί ήσαν Μααλί και Μουσί· οι υιοί του Ιααζία, Βενώ.

24:27 Οι υιοί του Μεραρί διά του Ιααζία, Βενώ και Σωάμ και Ζακχούρ και Ιβρί.

24:28 Εκ του Μααλί ήτο ο Ελεάζαρ, όστις δεν είχεν υιούς.

24:29 Περί δε του Κείς· οι υιοί του Κείς, ο Ιεραμεήλ.

24:30 Και οι υιοί του Μουσί, Μααλί και Εδέρ και Ιεριμώθ. Ούτοι ήσαν οι υιοί των Λευϊτών, κατά τους οίκους των πατριών αυτών.

24:31 Έρριψαν και ούτοι κλήρους, καθώς οι αδελφοί αυτών οι υιοί του Ααρών, έμπροσθεν του βασιλέως Δαβίδ και του Σαδώκ και του Αχιμέλεχ και των αρχηγών των πατριών των ιερέων και Λευϊτών, εξισουμένων των πρώτων πατριών μετά των αδελφών αυτών των νεωτέρων.

25:1 Ο Δαβίδ λοιπόν και οι άρχοντες του στρατεύματος διήρεσαν εις την υπηρεσίαν τους υιούς του Ασάφ και του Αιμάν και του Ιεδουθούν, διά να υμνωδώσιν εν κιθάραις, εν ψαλτηρίοις και εν κυμβάλοις· και ο αριθμός των εργαζομένων κατά την υπηρεσίαν αυτών, ήτο,

25:2 εκ των υιών Ασάφ, Ζακχούρ και Ιωσήφ και Νεθανίας και Ασαρηλά, υιοί Ασάφ, υπό την οδηγίαν του Ασάφ, του υμνωδούντος, κατά την διάταξιν του βασιλέως·

25:3 του Ιεδουθούν· οι υιοί του Ιεδουθούν, Γεδαλίας και Σερί και Ιεσαΐας, Σιμεΐ, Ασαβίας και Ματταθίας, εξ, υπό την οδηγίαν του πατρός αυτών Ιεδουθούν, όστις υμνώδει εν κιθάρα, υμνών και δοξολογών τον Κύριον·

25:4 του Αιμάν· οι υιοί του Αιμάν, Βουκκίας, Ματθανίας, Οζιήλ, Σεβουήλ και Ιεριμώθ, Ανανίας, Ανανί, Ελιαθά, Γιδδαλθί και Ρομαμθί-έζερ, Ιωσβεκασά, Μαλλωθί, Ωθίρ και Μααζιώθ·

25:5 πάντες ούτοι ήσαν οι υιοί του Αιμάν του βλέποντος του βασιλέως εις τους λόγους του Θεού, διωρισμένοι εις το να υψόνωσι το κέρας. Έδωκε δε ο Θεός εις τον Αιμάν δεκατέσσαρας υιούς και τρεις θυγατέρας.

25:6 Πάντες ούτοι υπό την οδηγίαν του πατρός αυτών ήσαν υμνωδούντες εν τω οίκω του Κυρίου, εν κυμβάλοις, ψαλτηρίοις και κιθάραις, διά την υπηρεσίαν του οίκου του Θεού, κατά την διάταξιν του βασιλέως προς τον Ασάφ και Ιεδουθούν και Αιμάν.

25:7 Και έγεινεν ο αριθμός αυτών, μετά των αδελφών αυτών, των δεδιδαγμένων τα άσματα του Κυρίου, διακόσιοι ογδοήκοντα οκτώ, πάντες συνετοί.

25:8 Και έρριψαν κλήρους περί της υπηρεσίας, εξ ίσου ο μικρός καθώς ο μεγάλος, ο διδάσκαλος καθώς ο μαθητής.

25:9 Ο πρώτος δε κλήρος εξήλθε διά τον Ασάφ εις τον Ιωσήφ· ο δεύτερος εις τον Γεδαλίαν· ούτος και οι αδελφοί αυτού και οι υιοί αυτού ήσαν δώδεκα.

25:10 Ο τρίτος εις τον Ζακχούρ· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:11 Ο τέταρτος εις τον Ισερί· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:12 Ο πέμπτος εις τον Νεβανίαν· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:13 Ο έκτος εις τον Βουκκίαν· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:14 Ο έβδομος εις τον Ιεσαρηλά· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:15 Ο όγδοος εις τον Ιεσαΐαν· ούτος, οι υιοί αυτού, και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:16 Ο έννατος εις τον Ματθανίαν· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:17 Ο δέκατος εις τον Σιμεΐ· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:18 Ο ενδέκατος εις τον Αζαρεήλ· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:19 Ο δωδέκατος εις τον Ασαβίαν· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:20 Ο δέκατος τρίτος εις τον Σουβαήλ· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:21 Ο δέκατος τέταρτος εις τον Ματταθίαν· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:22 Ο δέκατος πέμπτος εις τον Ιερεμώθ· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:23 Ο δέκατος έκτος εις τον Ανανίαν· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:24 Ο δέκατος έβδομος εις τον Ιωσβεκασά· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:25 Ο δέκατος όγδοος εις τον Ανανί· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:26 Ο δέκατος έννατος εις τον Μαλλωθί· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:27 Ο εικοστός εις τον Ελιαθά· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:28 Ο εικοστός πρώτος εις τον Ωθίρ· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:29 Ο εικοστός δεύτερος εις τον Γιδδαλθί· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:30 Ο εικοστός τρίτος εις τον Μααζιώθ· ούτος, οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

25:31 Ο εικοστός τέταρτος εις τον Ρωμαμθί-έζερ· ούτος οι υιοί αυτού και οι αδελφοί αυτού, δώδεκα.

Καινή Διαθήκη

Πρξ 27:1–29

1 Αφού δε απεφασίσθη να αποπλεύσωμεν εις την Ιταλίαν, παρέδωκαν τον Παύλον και τινάς άλλους δεσμίους εις εκατόνταρχον Ιούλιον ονομαζόμενον, εκ του τάγματος του Σεβαστού λεγομένου.

2 Και αφού επέβημεν εις πλοίον Αδραμυττηνόν, εσηκώθημεν μέλλοντες να παραπλεύσωμεν τους κατά την Ασίαν τόπους, έχοντες μεθ' ημών Αρίσταρχον τον Μακεδόνα τον εκ Θεσσαλονίκης·

3 και την άλλην ημέραν εφθάσαμεν εις Σιδώνα· και ο Ιούλιος φιλανθρώπως φερόμενος προς τον Παύλον επέτρεψεν εις αυτόν να υπάγη προς τους φίλους αυτού και να λάβη περίθαλψιν.

4 Και εκείθεν σηκωθέντες υπεπλεύσαμεν την Κύπρον, επειδή ήσαν εναντίοι οι άνεμοι,

5 και διαπλεύσαντες το πέλαγος της Κιλικίας και Παμφυλίας, ήλθομεν εις τα Μύρα της Λυκίας.

6 Και εκεί ευρών ο εκατόνταρχος πλοίον Αλεξανδρινόν, το οποίον έπλεεν εις την Ιταλίαν, επεβίβασεν ημάς εις αυτό·

7 βραδυπλοούντες δε ικανάς ημέρας και μόλις φθάσαντες εις την Κνίδον, επειδή δεν μας άφινεν ο άνεμος, υπεπλεύσαμεν την Κρήτην κατά την Σαλμώνην,

8 και μόλις παραπλεύσαντες αυτήν, ήλθομεν εις τόπον τινά ονομαζόμενον Καλούς Λιμένας, πλησίον του οποίου ήτο η πόλις Λασαία.

9 Επειδή δε παρήλθεν ικανός καιρός και ο πλούς ήτο ήδη επικίνδυνος, διότι και η νηστεία είχεν ήδη παρέλθει, συνεβούλευεν ο Παύλος,

10 λέγων προς αυτούς· Άνδρες, βλέπω ότι ο πλούς μέλλει να γείνη με κακοπάθειαν και πολλήν ζημίαν ουχί μόνον του φορτίου και του πλοίου, αλλά και των ψυχών ημών.

11 Αλλ' ο εκατόνταρχος επείθετο μάλλον εις τον κυβερνήτην και εις τον ναύκληρον παρά εις τα υπό του Παύλου λεγόμενα.

12 Και επειδή ο λιμήν δεν ήτο επιτήδειος εις παραχειμασίαν, οι πλειότεροι εγνωμοδότησαν να σηκωθώσι και εκείθεν, ώστε φθάσαντες αν ηδύναντο εις Φοίνικα, λιμένα της Κρήτης βλέποντα προς τον λίβα άνεμον και προς τον χώρον, να παραχειμάσωσιν εκεί.

13 Και ότε έπνευσεν ολίγον νότος, νομίσαντες ότι επέτυχον του σκοπού, ανέσυραν την άγκυραν και παρέπλεον πλησίον την Κρήτην.

14 Πλην μετ' ολίγον προσέβαλε κατ' αυτής άνεμος τυφωνικός ο λεγόμενος Ευροκλύδων.

15 Και επειδή το πλοίον συνηρπάσθη και δεν ηδύνατο να αντέχη προς τον άνεμον, αφεθέντες εφερόμεθα.

16 Και τρέξαντες υπό νησίδιόν τι ονομαζόμενον Κλαύδην, μόλις ηδυνήθημεν να βάλωμεν εις την εξουσίαν μας την λέμβον,

17 την οποίαν αφού ανέλαβον μετεχειρίζοντο βοηθήματα, ζώνοντες υποκάτωθεν το πλοίον· και φοβούμενοι μη εκπέσωσιν εις την Σύρτιν, κατεβίβασαν τα πανία και εφέροντο ούτως.

18 Και επειδή εχειμαζόμεθα σφοδρώς, την ακόλουθον ημέραν έκαμνον χύσιν,

19 και την τρίτην με τας ιδίας ημών χείρας ερρίψαμεν τα σκεύη του πλοίου·

20 και επειδή διά πολλών ημερών δεν εφαίνοντο ούτε ήλιος ούτε άστρα, και χειμών βαρύς επέκειτο, πάσα ελπίς σωτηρίας αφηρείτο πλέον αφ' ημών.

21 Μετά δε πολυήμερον ασιτίαν σταθείς ο Παύλος εν τω μέσω αυτών, είπεν· Έπρεπεν, ω άνδρες, να μου υπακούσητε και να μη σηκωθήτε από της Κρήτης και ούτως ηθέλομεν αποφύγει την κακοπάθειαν ταύτην και την ζημίαν.

22 Αλλά και ήδη σας παραινώ να έχητε θάρρος· διότι εξ υμών ουδεμία ψυχή δεν θέλει χαθή, ειμή μόνον το πλοίον.

23 Διότι την νύκτα ταύτην εφάνη εις εμέ άγγελος του Θεού, του οποίου είμαι, τον οποίον και λατρεύω,

24 λέγων· μη φοβού, Παύλε· πρέπει να παρασταθής ενώπιον του Καίσαρος· και ιδού, ο Θεός σοι εχάρισε πάντας τους πλέοντας μετά σου.

25 Διά τούτο θαρρείτε, άνδρες· διότι πιστεύω εις τον Θεόν ότι ούτω θέλει γείνει, καθ' ον τρόπον ελαλήθη προς εμέ.

26 Πρέπει δε να πέσωμεν εις νήσόν τινά.

27 Ότε δε ήλθεν η δεκάτη τετάρτη νυξ, ενώ παρεφερόμεθα εν τη Αδριατική θαλάσση, περί το μέσον της νυκτός εσυμπέραινον οι ναύται ότι πλησιάζουσιν εις τόπον τινά.

28 Και ρίψαντες την βολίδα εύρον είκοσι οργυιάς, και αφού επροχώρησαν ολίγον διάστημα, ρίψαντες και πάλιν την βολίδα εύρον οργυιάς δεκαπέντε·

29 και φοβούμενοι μήπως πέσωμεν έξω εις τραχείς τόπους, ρίψαντες τέσσαρας αγκύρας από της πρύμνης, ηύχοντο να γείνη ημέρα.

Ψαλμός

Ψαλ 91:1–16

1 Ο κατοικών υπό την σκέπην του Υψίστου υπό την σκιάν του Παντοκράτορος θέλει διατρίβει.

2 Θέλω λέγει προς τον Κύριον, Συ είσαι καταφυγή μου και φρούριόν μου· Θεός μου· επ' αυτόν θέλω ελπίζει.

3 Διότι αυτός θέλει σε λυτρόνει εκ της παγίδος των κυνηγών και εκ θανατηφόρου λοιμού.

4 Με τα πτερά αυτού θέλει σε σκεπάζει, και υπό τας πτέρυγας αυτού θέλεις είσθαι ασφαλής· η αλήθεια αυτού είναι πανοπλία και ασπίς.

5 Δεν θέλεις φοβείσθαι από φόβου νυκτερινού, την ημέραν από βέλους πετωμένου.

6 Από θανατικού, το οποίον περιπατεί εν σκότει· από ολέθρου, όστις ερημόνει εν μεσημβρία·

7 Χιλιάς θέλει πίπτει εξ αριστερών σου και μυριάς εκ δεξιών σου· πλην εις σε δεν θέλει πλησιάζει.

8 Μόνον με τους οφθαλμούς σου θέλεις θεωρεί και θέλεις βλέπει των ασεβών την ανταπόδοσιν.

9 Επειδή συ τον Κύριον, την ελπίδα μου, τον Ύψιστον έκαμες καταφύγιόν σου,

10 δεν θέλει συμβαίνει εις σε κακόν, και μάστιξ δεν θέλει πλησιάζει εις την σκηνήν σου.

11 Διότι θέλει προστάξει εις τους αγγέλους αυτού περί σου, διά να σε διαφυλάττωσιν εν πάσαις ταις οδοίς σου.

12 Θέλουσι σε σηκόνει επί των χειρών αυτών, διά να μη προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου.

13 Θέλεις πατήσει επί λέοντα και επί ασπίδα· θέλεις καταπατήσει σκύμνον και δράκοντα.

14 Επειδή έθεσεν εις εμέ την αγάπην αυτού, διά τούτο θέλω λυτρώσει αυτόν· θέλω υψώσει αυτόν, διότι εγνώρισε το όνομά μου.

15 Θέλει με επικαλείσθαι, και θέλω εισακούει αυτού· μετ' αυτού θέλω είσθαι εν θλίψει· θέλω λυτρόνει αυτόν και θέλω δοξάζει αυτόν.

16 Θέλω χορτάσει αυτόν μακρότητα ημερών και θέλω δείξει εις αυτόν την σωτηρίαν μου.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.