Ημέρα 86 από 365
Αρ 32:1–33:56, Λκ 5:1–11, Ψαλ 38:1–22
Παλαιά Διαθήκη
32:1 Οι δε υιοί Ρουβήν και οι υιοί Γαδ είχον πλήθος κτηνών πολύ σφόδρα· και ότε είδον την γην Ιαζήρ και την γην Γαλαάδ, ότι, ιδού, ο τόπος ήτο τόπος διά κτήνη,
32:2 οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν ελθόντες είπον προς τον Μωϋσήν και προς Ελεάζαρ τον ιερέα και προς τους άρχοντας της συναγωγής, λέγοντες,
32:3 Η Αταρώθ και Δαιβών και Ιαζήρ και Νιμρά και Εσεβών και Ελεαλή και Σεβάμ και Νεβώ και Βαιών,
32:4 η γη την οποίαν επάταξεν ο Κύριος έμπροσθεν της συναγωγής του Ισραήλ, είναι γη κτηνοτρόφος και οι δούλοί σου έχουσι κτήνη·
32:5 διά τούτο, είπον, εάν ευρήκαμεν χάριν έμπροσθέν σου, ας δοθή η γη αύτη εις τους δούλους σου διά ιδιοκτησίαν· μη διαβιβάσης ημάς τον Ιορδάνην.
32:6 Και είπεν ο Μωϋσής προς τους υιούς Γαδ και προς τους υιούς Ρουβήν, Οι αδελφοί σας θέλουσιν υπάγει εις πόλεμον και σεις θέλετε μείνει εδώ;
32:7 και διά τι δειλιάζετε την καρδίαν των υιών Ισραήλ, διά να μη περάσωσιν εις την γην, την οποίαν ο Κύριος έδωκεν εις αυτούς;
32:8 ούτως έκαμον οι πατέρες σας, ότε απέστειλα αυτούς από Κάδης-βαρνή διά να ίδωσι την γήν·
32:9 και ανέβησαν μέχρι της φάραγγος Εσχώλ, και ιδόντες την γην εδειλίασαν την καρδίαν των υιών Ισραήλ, διά να μη εισέλθωσιν εις την γην την οποίαν ο Κύριος έδωκεν εις αυτούς·
32:10 και εξήφθη η οργή του Κυρίου εν τη ημέρα εκείνη, και ώμοσε λέγων,
32:11 Δεν θέλουσιν ιδεί οι άνδρες οι αναβάντες εξ Αιγύπτου, από είκοσι ετών και επάνω, την γην την οποίαν ώμοσα προς τον Αβραάμ, προς τον Ισαάκ και προς τον Ιακώβ· διότι δεν με ηκολούθησαν εντελώς·
32:12 εκτός Χάλεβ υιού Ιεφοννή του Κενεζίτου και Ιησού υιού του Ναυή· διότι ηκολούθησαν εντελώς τον Κύριον.
32:13 Και εξήφθη η οργή του Κυρίου κατά του Ισραήλ, και έκαμεν αυτούς να περιπλανώνται εις την έρημον τεσσαράκοντα έτη, εωσού εξωλοθρεύθη πάσα η γενεά, ήτις είχε πράξει το κακόν ενώπιον του Κυρίου.
32:14 Και ιδού, σεις εσηκώθητε αντί των πατέρων σας, γενεά ανθρώπων αμαρτωλών, διά να εξάψητε περισσότερον την φλόγα της οργής του Κυρίου κατά του Ισραήλ.
32:15 Επειδή, εάν εκκλίνητε απ' αυτού, έτι πάλιν θέλει αφήσει τον Ισραήλ εν τη ερήμω και θέλετε εξολοθρεύσει πάντα τον λαόν τούτον.
32:16 Και προσήλθον εις αυτόν και είπον, Θέλομεν οικοδομήσει ενταύθα μάνδρας διά τα κτήνη ημών και πόλεις διά τα παιδία ημών·
32:17 ημείς δε ώπλισμένοι θέλομεν προχωρεί πρόθυμοι έμπροσθεν των υιών Ισραήλ, εωσού φέρωμεν αυτούς εις τον τόπον αυτών· τα δε παιδία ημών θέλουσι κατοικεί εις τετειχισμένας πόλεις, διά τους κατοίκους του τόπου·
32:18 δεν θέλομεν επιστρέψει εις τας οικίας ημών, εωσού οι υιοί Ισραήλ κληρονομήσωσιν έκαστος την κληρονομίαν αυτού·
32:19 διότι ημείς δεν θέλομεν να κληρονομήσωμεν μετ' αυτών πέραν του Ιορδάνου και επέκεινα· διότι η κληρονομία ημών έπεσεν εις ημάς εντεύθεν του Ιορδάνου προς ανατολάς.
32:20 Και είπε προς αυτούς ο Μωϋσής, Εάν κάμητε κατά τον λόγον τούτον, εάν προχωρήτε ώπλισμένοι έμπροσθεν του Κυρίου εις πόλεμον,
32:21 και διαβήτε πάντες, ώπλισμένοι τον Ιορδάνην έμπροσθεν του Κυρίου, εωσού εκδιώξη τους εχθρούς αυτού απ' έμπροσθεν αυτού,
32:22 και υποταχθή η γη έμπροσθεν του Κυρίου· τότε μετά ταύτα θέλετε επιστρέψει και θέλετε είσθαι αθώοι ενώπιον του Κυρίου και ενώπιον του Ισραήλ, και θέλετε έχει την γην ταύτην ιδιοκτησίαν σας ενώπιον του Κυρίου·
32:23 εάν όμως δεν κάμητε ούτως, ιδού, θέλετε αμαρτήσει ενώπιον του Κυρίου· και ας ήσθε βέβαιοι ότι θέλει σας ευρή η αμαρτία σας·
32:24 οικοδομήσατε πόλεις διά τα παιδία σας και μάνδρας διά τα πρόβατά σας και κάμετε εκείνο, το οποίον εξήλθεν εκ του στόματός σας.
32:25 Και είπον οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν προς τον Μωϋσήν, λέγοντες, Οι δούλοί σου θέλουσι κάμει καθώς ο κύριός μου προστάζει·
32:26 τα παιδία ημών, αι γυναίκες ημών, τα ποίμνια ημών και πάντα τα κτήνη ημών θέλουσι μένει ενταύθα εις τας πόλεις του Γαλαάδ·
32:27 οι δούλοί σου όμως θέλουσι διαβή πάντες ώπλισμένοι, παρατεταγμένοι ενώπιον του Κυρίου εις μάχην, καθώς λέγει ο κύριός μου.
32:28 Τότε ο Μωϋσής έδωκε προσταγήν περί αυτών εις Ελεάζαρ τον ιερέα και εις τον Ιησούν υιόν του Ναυή και εις τους αρχηγούς των πατριών των φυλών των υιών Ισραήλ·
32:29 και είπε προς αυτούς ο Μωϋσής, Εάν οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν διαβώσι με σας τον Ιορδάνην, πάντες ώπλισμένοι εις μάχην, έμπροσθεν του Κυρίου, και κατακυριευθή η γη έμπροσθέν σας, τότε θέλετε δώσει εις αυτούς την γην Γαλαάδ εις ιδιοκτησίαν·
32:30 εάν όμως δεν θέλωσι να διαβώσιν ώπλισμένοι με σας, τότε θέλουσι λάβει κληρονομίαν μεταξύ σας εν τη γη Χαναάν.
32:31 Και απεκρίθησαν οι υιοί Γαδ και οι υιοί Ρουβήν λέγοντες, Ως είπεν ο Κύριος εις τους δούλους σου, ούτω θέλομεν κάμει·
32:32 ημείς θέλομεν διαβή ώπλισμένοι έμπροσθεν του Κυρίου εις την γην Χαναάν, διά να έχωμεν την ιδιοκτησίαν της κληρονομίας ημών εντεύθεν του Ιορδάνου.
32:33 Και έδωκεν εις αυτούς ο Μωϋσής, εις τους υιούς Γαδ και εις τους υιούς Ρουβήν και εις το ήμισυ της φυλής Μανασσή υιού του Ιωσήφ, το βασίλειον του Σηών βασιλέως των Αμορραίων και το βασίλειον του Ωγ βασιλέως της Βασάν, την γην μετά των πόλεων αυτής εν τοις ορίοις, τας πόλεις της γης κύκλω.
32:34 Και οι υιοί Γαδ ωκοδόμησαν την Δαιβών και την Αταρώθ και την Αροήρ
32:35 και την Ατρώθ-σοφάν και την Ιαζήρ και την Ιογβεά
32:36 και την Βαιθ-νιμρά και την Βαιθ-αράν, πόλεις οχυράς, και μάνδρας προβάτων.
32:37 Και οι υιοί Ρουβήν ωκοδόμησαν την Εσεβών και την Ελεαλή και την Κιριαθαΐμ
32:38 και την Νεβώ και την Βάαλ-μεών, μεταβάλλοντες τα ονόματα αυτών, και την Σιβμά· και έδωκαν άλλα ονόματα εις τας πόλεις, τας οποίας ωκοδόμησαν.
32:39 Και οι υιοί Μαχείρ υιού του Μανασσή υπήγαν εις την Γαλαάδ και εκυρίευσαν αυτήν, εκδιώξαντες τον Αμορραίον τον εν αυτή.
32:40 Και έδωκεν ο Μωϋσής την Γαλαάδ εις Μαχείρ τον υιόν του Μανασσή· και κατώκησεν εν αυτή.
32:41 Και Ιαείρ ο υιός του Μανασσή υπήγε και εκυρίευσε τας μικράς πόλεις αυτής· και ωνόμασεν αυτάς Αβώθ-ιαείρ.
32:42 Και ο Νοβά υπήγε και εκυρίευσε την Καινάθ και τα χωρία αυτής· και ωνόμασεν αυτήν Νοβά, από του ονόματος αυτού.
33:1 Αύται είναι αι οδοιπορίαι των υιών Ισραήλ, των εξελθόντων εκ της γης Αιγύπτου κατά τα στρατεύματα αυτών διά χειρός του Μωϋσέως και του Ααρών.
33:2 Και έγραψεν ο Μωϋσής τας εξόδους αυτών κατά τας οδοιπορίας αυτών, διά προσταγής του Κυρίου· και αύται είναι αι οδοιπορίαι αυτών κατά τας εξόδους αυτών.
33:3 Και εσηκώθησαν από Ραμεσσή τον πρώτον μήνα, τη δεκάτη πέμπτη ημέρα του πρώτου μηνός· τη επαύριον του πάσχα εξήλθον οι υιοί Ισραήλ εν χειρί υψηλή ενώπιον πάντων των Αιγυπτίων·
33:4 ενώ οι Αιγύπτιοι έθαπτον εκείνους, τους οποίους ο Κύριος επάταξε μεταξύ αυτών, παν πρωτότοκον· και εις τους θεούς αυτών έκαμεν ο Κύριος εκδίκησιν.
33:5 Και σηκωθέντες οι υιοί Ισραήλ από Ραμεσσή, εστρατοπέδευσαν εν Σοκχώθ.
33:6 Και σηκωθέντες από Σοκχώθ, εστρατοπέδευσαν εν Εθάμ, ήτις είναι εν τω άκρω της ερήμου.
33:7 Και σηκωθέντες από Εθάμ, έστρεψαν προς Πι-αϊρώθ, ήτις είναι κατέναντι Βέελ-σεφών· και εστρατοπέδευσαν κατέναντι της Μιγδώλ.
33:8 Και σηκωθέντες απ' έμπροσθεν της Αϊρώθ, διέβησαν διά της θαλάσσης εις την έρημον· και ώδοιπόρησαν οδόν τριών ημερών διά της ερήμου Εθάμ και εστρατοπέδευσαν εν Μερρά.
33:9 Και σηκωθέντες από Μερρά, ήλθον εις Αιλείμ· και ήσαν εν Αιλείμ δώδεκα πηγαί υδάτων και εβδομήκοντα δένδρα φοινίκων· και εστρατοπέδευσαν εκεί.
33:10 Και σηκωθέντες από Αιλείμ, εστρατοπέδευσαν παρά την Ερυθράν θάλασσαν.
33:11 Και σηκωθέντες από της Ερυθράς θαλάσσης, εστρατοπέδευσαν εν τη ερήμω Σιν.
33:12 Και σηκωθέντες από της ερήμου Σιν, εστρατοπέδευσαν εν Δοφκά.
33:13 Και σηκωθέντες από Δοφκά, εστρατοπέδευσαν εν Αιλούς.
33:14 Και σηκωθέντες από Αιλούς, εστρατοπέδευσαν εν Ραφιδείν, όπου δεν ήτο ύδωρ διά να πίη ο λαός.
33:15 Και σηκωθέντες από Ραφιδείν, εστρατοπέδευσαν εν τη ερήμω Σινά.
33:16 Και σηκωθέντες από της ερήμου Σινά, εστρατοπέδευσαν εν Κιβρώθ-αττααβά.
33:17 Και σηκωθέντες από Κιβρώθ-αττααβά, εστρατοπέδευσαν εν Ασηρώθ.
33:18 Και σηκωθέντες από Ασηρώθ, εστρατοπέδευσαν εν Ριθμά.
33:19 Και σηκωθέντες από Ριθμά, εστρατοπέδευσαν εν Ριμμών-φαρές.
33:20 Και σηκωθέντες από Ριμμών-φαρές, εστρατοπέδευσαν εν Λιβνά.
33:21 Και σηκωθέντες από Λιβνά, εστρατοπέδευσαν εν Ρισσά.
33:22 Και σηκωθέντες από Ρισσά, εστρατοπέδευσαν εν Κεελαθά.
33:23 Και σηκωθέντες από Κεελαθά, εστρατοπέδευσαν εν τω όρει Σαφέρ.
33:24 Και σηκωθέντες από του όρους Σαφέρ, εστρατοπέδευσαν εν Χαραδά.
33:25 Και σηκωθέντες από Χαραδά, εστρατοπέδευσαν εν Μακηλώθ.
33:26 Και σηκωθέντες από Μακηλώθ, εστρατοπέδευσαν εν Ταχάθ.
33:27 Και σηκωθέντες από Ταχάθ, εστρατοπέδευσαν εν Θαρά.
33:28 Και σηκωθέντες από Θαρά, εστρατοπέδευσαν εν Μιθκά.
33:29 Και σηκωθέντες από Μιθκά, εστρατοπέδευσαν εν Ασεμωνά.
33:30 Και σηκωθέντες από Ασεμωνά, εστρατοπέδευσαν εν Μοσηρώθ.
33:31 Και σηκωθέντες από Μοσηρώθ, εστρατοπέδευσαν εν Βενέ-ιακάν.
33:32 Και σηκωθέντες από Βενέ-ιακάν, εστρατοπέδευσαν εν τω όρει Γαδγάδ.
33:33 Και σηκωθέντες από του όρους Γαδγάδ, εστρατοπέδευσαν εν Ιοτβαθά.
33:34 Και σηκωθέντες από Ιοτβαθά, εστρατοπέδευσαν εν Εβρωνά.
33:35 Και σηκωθέντες από Εβρωνά, εστρατοπέδευσαν εν Εσιών-γάβερ.
33:36 Και σηκωθέντες από Εσιών-γάβερ, εστρατοπέδευσαν εν τη ερήμω Σιν, ήτις είναι η Κάδης.
33:37 Και σηκωθέντες από Κάδης, εστρατοπέδευσαν εν τω όρει Ωρ, κατά το άκρον της γης Εδώμ.
33:38 Και ανέβη Ααρών ο ιερεύς, διά προσταγής του Κυρίου, εις το όρος Ωρ και απέθανεν εκεί, το τεσσαρακοστόν έτος της εξόδου των υιών Ισραήλ εκ γης Αιγύπτου, τον πέμπτον μήνα· την πρώτην του μηνός.
33:39 Και ο Ααρών ήτο εκατόν εικοσιτριών ετών, ότε απέθανεν εν τω όρει Ωρ.
33:40 Και ήκουσεν ο Χαναναίος, βασιλεύς της Αράδ, όστις κατώκει προς μεσημβρίαν, εν γη Χαναάν, την έλευσιν των υιών Ισραήλ.
33:41 Και σηκωθέντες από του όρους Ωρ, εστρατοπέδευσαν εν Σαλμωνά.
33:42 Και σηκωθέντες από Σαλμωνά, εστρατοπέδευσαν εν Φυνών.
33:43 Και σηκωθέντες από Φυνών, εστρατοπέδευσαν εν Ωβώθ.
33:44 Και σηκωθέντες από Ωβώθ, εστρατοπέδευσαν εν Ιϊέ-αβαρίμ, κατά τα όρια του Μωάβ.
33:45 Και σηκωθέντες από Ιείμ, εστρατοπέδευσαν εν Δαιβών-γαδ.
33:46 Και σηκωθέντες από Δαιβών-γαδ, εστρατοπέδευσαν εν Αλμών-διβλαθαΐμ.
33:47 Και σηκωθέντες από Αλμών-διβλαθαΐμ, εστρατοπέδευσαν εις τα όρη Αβαρίμ, κατέναντι Νεβώ.
33:48 Και σηκωθέντες από των ορέων Αβαρίμ, εστρατοπέδευσαν εις τας πεδιάδας Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατέναντι της Ιεριχώ.
33:49 Και εστρατοπέδευσαν παρά τον Ιορδάνην, από Βαιθ-ιεσιμώθ έως Αβέλ-σιττίμ, εις τας πεδιάδας Μωάβ.
33:50 Και ελάλησε Κύριος προς τον Μωϋσήν εις τας πεδιάδας Μωάβ παρά τον Ιορδάνην κατέναντι της Ιεριχώ, λέγων,
33:51 Λάλησον προς τους υιούς Ισραήλ και ειπέ προς αυτούς, Αφού διαβήτε τον Ιορδάνην προς την γην Χαναάν,
33:52 θέλετε εκδιώξει πάντας τους κατοίκους της γης απ' έμπροσθέν σας και καταστρέψει πάσας τας εικόνας αυτών και καταστρέψει πάντα τα χυτά είδωλα αυτών και κατεδαφίσει πάντας τους βωμούς αυτών·
33:53 και θέλετε κυριεύσει την γην και κατοικήσει εν αυτή· διότι εις εσάς έδωκα την γην ταύτην εις κληρονομίαν·
33:54 και θέλετε διαμοιρασθή την γην διά κλήρων μεταξύ των συγγενειών σας· εις τους περισσοτέρους θέλετε δώσει περισσοτέραν κληρονομίαν, και εις τους ολιγωτέρους θέλετε δώσει ολιγωτέραν κληρονομίαν· εκάστου η κληρονομία θέλει είσθαι εις το μέρος όπου πέση ο κλήρος αυτού· κατά τας φυλάς των πατέρων σας θέλετε κληρονομήσει.
33:55 Εάν όμως δεν εκδιώξητε τους κατοίκους της γης απ' έμπροσθέν σας, τότε όσους ηθέλετε αφήσει εξ αυτών να μένωσι, θέλουσιν είσθαι άκανθαι εις τους οφθαλμούς σας και κέντρα εις τας πλευράς σας και θέλουσι σας ενοχλεί εν τω τόπω όπου κατοικείτε·
33:56 και έτι, καθώς εστοχαζόμην να κάμω εις αυτούς, ούτω θέλω κάμει εις εσάς.
Καινή Διαθήκη
1 Ενώ δε ο όχλος συνέθλιβεν αυτόν διά να ακούη τον λόγον του Θεού, αυτός ίστατο πλησίον της λίμνης Γεννησαρέτ,
2 και είδε δύο πλοία ιστάμενα παρά την λίμνην οι δε αλιείς αποβάντες απ' αυτών εξέπλυναν τα δίκτυα.
3 Εμβάς δε εις εν των πλοίων, το οποίον ήτο του Σίμωνος, παρεκάλεσεν αυτόν να απομακρύνη αυτό ολίγον από της γης, και καθήσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους.
4 Καθώς δε έπαυσε λαλών, είπε προς τον Σίμωνα· Επανάγαγε το πλοίον εις τα βαθέα και ρίψατε τα δίκτυα υμών διά να οψαρεύσητε.
5 Και αποκριθείς ο Σίμων, είπε προς αυτόν· Διδάσκαλε, δι' όλης της νυκτός κοπιάσαντες δεν επιάσαμεν ουδέν· αλλ' όμως επί τω λόγω σου θέλω ρίψει το δίκτυον.
6 Και αφού έκαμον τούτο, συνέκλεισαν πλήθος πολύ ιχθύων και διεσχίζετο το δίκτυον αυτών.
7 Και έκαμον νεύμα εις τους συντρόφους τους εν τω άλλω πλοίω, διά να έλθωσι να βοηθήσωσιν αυτούς· και ήλθον και εγέμισαν αμφότερα τα πλοία, ώστε εβυθίζοντο.
8 Ιδών δε ο Σίμων Πέτρος, προσέπεσε προς τα γόνατα του Ιησού, λέγων· Έξελθε απ' εμού, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός, Κύριε.
9 Επειδή έκπληξις κατέλαβεν αυτόν και πάντας τους μετ' αυτού διά την άγραν των ιχθύων, την οποίαν συνέλαβον,
10 ομοίως δε και τον Ιάκωβον και Ιωάννην, τους υιούς του Ζεβεδαίου, οίτινες ήσαν σύντροφοι του Σίμωνος. Και είπε προς τον Σίμωνα ο Ιησούς· Μη φοβού· από του νυν ανθρώπους θέλεις αγρεύει.
11 Και αφού έφεραν τα πλοία επί την γην, αφήσαντες άπαντα ηκολούθησαν αυτόν.
Ψαλμός
1 Ψαλμός του Δαβίδ εις ανάμνησιν.
2 Κύριε, μη με ελέγξης εν τω θυμώ σου, μηδέ εν τη οργή σου παιδεύσης με.
3 Διότι τα βέλη σου ενεπήχθησαν εις εμέ και η χειρ σου καταπιέζει με.
4 Δεν υπάρχει υγεία εν τη σαρκί μου εξ αιτίας της οργής σου. δεν είναι ειρήνη εις τα οστά μου εξ αιτίας της αμαρτίας μου.
5 Διότι αι ανομίαι μου υπερέβησαν την κεφαλήν μου· ως φορτίον βαρύ υπερεβάρυναν επ' εμέ.
6 Εβρώμησαν και εσάπησαν αι πληγαί μου εξ αιτίας της ανοησίας μου.
7 Εταλαιπωρήθην, εκυρτώθην εις άκρον· όλην την ημέραν περιπατώ σκυθρωπός.
8 Διότι τα εντόσθιά μου γέμουσι φλογώσεως, και δεν υπάρχει υγεία εν τη σαρκί μου.
9 Ησθένησα και καθ' υπερβολήν κατεκόπην· βρυχώμαι από της αδημονίας της καρδίας μου.
10 Κύριε, ενώπιόν σου είναι πάσα η επιθυμία μου, και ο στεναγμός μου δεν κρύπτεται από σου.
11 Η καρδία μου ταράττεται, η δύναμίς μου με εγκαταλείπει· και το φως των οφθαλμών μου, και αυτό δεν είναι μετ' εμού.
12 Οι φίλοι μου και οι πλησίον μου στέκουσιν απέναντι της πληγής μου, και οι πλησιέστεροί μου στέκουσιν από μακρόθεν.
13 Και οι ζητούντες την ψυχήν μου στήνουσιν εις εμέ παγίδας· και οι εκζητούντες το κακόν μου λαλούσι πονηρά, και μελετώσι δόλους όλην την ημέραν.
14 Αλλ' εγώ ως κωφός δεν ήκουον και ήμην ως άφωνος, μη ανοίγων το στόμα αυτού.
15 Και ήμην ως άνθρωπος μη ακούων και μη έχων αντιλογίαν εν τω στόματι αυτού.
16 Διότι επί σε, Κύριε, ήλπισα· συ θέλεις μου εισακούσει, Κύριε ο Θεός μου.
17 Επειδή είπα, Ας μη χαρώσιν επ' εμέ· όταν ολισθήση ο πους μου, αυτοί μεγαλαυχούσι κατ' εμού.
18 Διότι είμαι έτοιμος να πέσω, και ο πόνος μου είναι πάντοτε έμπροσθέν μου.
19 Επειδή εγώ θέλω αναγγέλλει την ανομίαν μου, θέλω λυπείσθαι διά την αμαρτίαν μου.
20 Αλλ' οι εχθροί μου ζώσιν, υπερισχύουσι· και επληθύνθησαν οι μισούντές με αδίκως.
21 Και οι ανταποδίδοντες κακόν αντί καλού είναι εναντίοι μου, επειδή κυνηγώ το καλόν.
22 Μη με εγκαταλίπης, Κύριε· Θεέ μου, μη απομακρυνθής απ' εμού.
23 Τάχυνον εις βοήθειάν μου, Κύριε, η σωτηρία μου.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.