Ημέρα 95 από 365
Δευτ 11:1–32, Λκ 8:35–56, Παρ 22:1–13
Παλαιά Διαθήκη
1 Αγάπα λοιπόν Κύριον τον Θεόν σου και φύλαττε τα φυλάγματα αυτού και τα διατάγματα αυτού, και τας κρίσεις αυτού, και τας εντολάς αυτού, πάσας τας ημέρας.
2 Και γνωρίσατε σήμερον· διότι ουχί τα παιδία σας, τα οποία δεν εγνώρισαν, και τα οποία δεν είδον την παιδείαν Κυρίου του Θεού σας, τα μεγαλεία αυτού, την χείρα αυτού την κραταιάν και τον βραχίονα αυτού τον εξηπλωμένον,
3 και τα σημεία αυτού, και τα έργα αυτού, όσα έκαμεν εν μέσω της Αιγύπτου, κατά του Φαραώ βασιλέως της Αιγύπτου και κατά πάσης της γης αυτού,
4 και όσα έκαμεν εις το στράτευμα των Αιγυπτίων, εις τους ίππους αυτών και εις τας αμάξας αυτών, τίνι τρόπω έκαμε τα ύδατα της Ερυθράς θαλάσσης να καταποντίσωσιν αυτούς ότε σας κατεδίωκον όπισθεν, και ο Κύριος εξωλόθρευσεν αυτούς έως της ημέρας ταύτης,
5 και τι έκαμεν εις εσάς εν τη ερήμω, έως να έλθητε εις τον τόπον τούτον,
6 και τι έκαμεν εις τον Δαθάν και Αβειρών τους υιούς Ελιάβ υιού του Ρουβήν, πως η γη ήνοιξε το στόμα αυτής και κατέπιεν αυτούς και τας οικογενείας αυτών και τας σκηνάς αυτών και πάσαν την περιουσίαν αυτών, εν μέσω παντός του Ισραήλ·
7 αλλ' οι οφθαλμοί σας είδον πάντα τα έργα του Κυρίου τα μεγάλα, όσα έκαμε.
8 Διά τούτο θέλετε φυλάττει πάσας τας εντολάς, τας οποίας εγώ προστάζω εις σε σήμερον· διά να κραταιωθήτε και να εισέλθητε και να κληρονομήσητε την γην, εις την οποίαν υπάγετε διά να κληρονομήσητε αυτήν·
9 και διά να μακροημερεύσητε επί της γης, την οποίαν ώμοσε Κύριος προς τους πατέρας σας να δώση εις αυτούς και εις το σπέρμα αυτών, γην ρέουσαν γάλα και μέλι.
10 Διότι η γη, εις την οποίαν εισέρχεσαι διά να κληρονομήσης αυτήν, δεν είναι ως η γη της Αιγύπτου εκ της οποίας εξήλθετε, όπου έσπειρες τον σπόρον σου, και επότιζες διά του ποδός σου, ως κήπον λαχάνων·
11 αλλ' η γη, εις την οποίαν διαβαίνετε διά να κληρονομήσητε αυτήν, γη ορέων και κοιλάδων, από της βροχής του ουρανού πίνει ύδωρ·
12 γη, την οποίαν Κύριος ο Θεός σου επιβλέπει πάντοτε· οι οφθαλμοί Κυρίου του Θεού σου είναι επ' αυτήν, από της αρχής του έτους έως τέλους του έτους.
13 Και εάν επιμελώς ακούσητε τας εντολάς μου, τας οποίας εγώ προστάζω εις εσάς σήμερον, να αγαπάτε Κύριον τον Θεόν σας, και να λατρεύητε αυτόν εξ όλης της καρδίας σας και εξ όλης της ψυχής σας,
14 τότε θέλω δώσει την βροχήν της γης σας εν τω καιρώ αυτής, την πρώϊμον και την όψιμον, διά να συνάξης τον σίτόν σου και τον οίνον σου και το έλαιόν σου·
15 και θέλω δώσει χόρτον εις τους αγρούς σου διά τα κτήνη σου, διά να τρώγης και να χορταίνης.
16 Προσέχετε εις εαυτούς, μήποτε πλανηθή η καρδία σας και παραδρομήσητε και λατρεύσητε άλλους θεούς και προσκυνήσητε αυτούς·
17 και εξαφθή η οργή του Κυρίου εναντίον σας, και κλείση τον ουρανόν, διά να μη βρέξη, και η γη να μη δώση τους καρπούς αυτής· και εξολοθρευθήτε πάραυτα εκ της γης της αγαθής, την οποίαν δίδει εις εσάς ο Κύριος.
18 Θέλετε λοιπόν βάλει τους λόγους μου τούτους εις την καρδίαν σας και εις την ψυχήν σας· και θέλετε δέσει αυτούς διά σημείον επί της χειρός σας και θέλουσιν είσθαι ως προμετωπίδια μεταξύ των οφθαλμών σας·
19 και θέλετε διδάσκει αυτούς εις τα τέκνα σας, ομιλούντες περί αυτών καθήμενος εν τη οικία σου και περιπατών εν τη οδώ και πλαγιάζων και εγειρόμενος·
20 και θέλεις γράψει αυτούς επί τους παραστάτας της οικίας σου και επί τας πύλας σου·
21 διά να πολλαπλασιασθώσιν αι ημέραι σας και αι ημέραι των τέκνων σας επί της γης, την οποίαν ο Κύριος ώμοσε προς τους πατέρας σας να δώση εις αυτούς, ως αι ημέραι του ουρανού επί της γης.
22 Επειδή, εάν φυλάξητε επιμελώς πάσας τας εντολάς ταύτας, τας οποίας εγώ προστάζω εις εσάς, ώστε να εκτελήτε αυτάς, να αγαπάτε Κύριον τον Θεόν σας, να περιπατήτε εις πάσας τας οδούς αυτού, και να ήσθε προσκεκολλημένοι εις αυτόν,
23 τότε θέλει εκδιώξει ο Κύριος πάντα ταύτα τα έθνη απ' έμπροσθέν σας, και θέλετε κληρονομήσει έθνη μεγαλήτερα και δυνατώτερά σας.
24 Πας ο τόπος, όπου πατήση το ίχνος των ποδών σας, ιδικός σας θέλει είσθαι από της ερήμου και του Λιβάνου, από του ποταμού, του ποταμού Ευφράτου, και έως της θαλάσσης της προς δυσμάς, θέλει είσθαι το όριόν σας.
25 Ουδείς θέλει δυνηθή να σταθή έμπροσθέν σας· τον φόβον σας και τον τρόμον σας θέλει εμβάλλει Κύριος ο Θεός σας επί προσώπου πάσης της γης, την οποίαν πατήσητε, καθώς είπεν εις εσάς.
26 Ιδού, εγώ βάλλω σήμερον έμπροσθέν σας ευλογίαν και κατάραν·
27 την ευλογίαν, εάν υπακούητε εις τας εντολάς Κυρίου του Θεού σας, τας οποίας εγώ προστάζω εις εσάς σήμερον,
28 και την κατάραν, εάν δεν υπακούητε εις τας εντολάς Κυρίου του Θεού σας, αλλά εκκλίνητε από της οδού, την οποίαν εγώ προστάζω εις εσάς σήμερον, ώστε να ακολουθήσητε άλλους θεούς, τους οποίους δεν εγνωρίσατε.
29 Και όταν Κύριος ο Θεός σου σε εισαγάγη εις την γην, εις την οποίαν υπάγεις διά να κληρονομήσης αυτήν, θέλεις θέσει την ευλογίαν επί το όρος Γαριζίν και την κατάραν επί το όρος Εβάλ.
30 Δεν είναι ταύτα πέραν του Ιορδάνου, κατά την οδόν την προς δυσμάς ηλίου, εν τη γη των Χαναναίων, των κατοικούντων εν τη πεδιάδι, κατέναντι Γαλγάλων, πλησίον της δρυός Μορέχ;
31 Διότι σεις διαβαίνετε τον Ιορδάνην, διά να εισέλθητε να κληρονομήσητε την γην, την οποίαν Κύριος ο Θεός σας δίδει εις εσάς, και θέλετε κληρονομήσει αυτήν και κατοικήσει εν αυτή.
32 Και θέλετε προσέχει να εκτελήτε πάντα τα διατάγματα και τας κρίσεις, τας οποίας εγώ βάλλω ενώπιόν σας σήμερον.
Καινή Διαθήκη
35 Και εξήλθον διά να ίδωσι το γεγονός, και ήλθον προς τον Ιησούν και εύρον τον άνθρωπον, εκ του οποίου είχον εξέλθει τα δαιμόνια, καθήμενον παρά τους πόδας του Ιησού, ενδεδυμένον και σωφρονούντα· και εφοβήθησαν.
36 Διηγήθησαν δε προς αυτούς και οι ιδόντες πως εσώθη ο δαιμονιζόμενος.
37 Και άπαν το πλήθος της περιχώρου των Γαδαρηνών παρεκάλεσαν αυτόν να αναχωρήση απ' αυτών, διότι κατείχοντο υπό μεγάλου φόβου, αυτός δε εμβάς εις το πλοίον υπέστρεψεν.
38 Ο δε άνθρωπος, εκ του οποίου είχον εξέλθει τα δαιμόνια, παρεκάλει αυτόν να ήναι μετ' αυτού· ο Ιησούς όμως απέλυσεν αυτόν, λέγων.
39 Επίστρεψον εις τον οίκόν σου και διηγού όσα έκαμεν εις σε ο Θεός· και ανεχώρησε κηρύττων καθ' όλην την πόλιν όσα έκαμεν εις αυτόν ο Ιησούς.
40 Ότε δε υπέστρεψεν ο Ιησούς, υπεδέχθη αυτόν ο όχλος· διότι πάντες ήσαν περιμένοντες αυτόν.
41 Και ιδού, ήλθεν άνθρωπος ονομαζόμενος Ιάειρος, όστις ήτο άρχων της συναγωγής και πεσών εις τους πόδας του Ιησού, παρεκάλει αυτόν να εισέλθη εις τον οίκον αυτού,
42 διότι είχε θυγατέρα μονογενή ως ετών δώδεκα, και αύτη απέθνησκεν. Ενώ δε επορεύετο, οι όχλοι συνέθλιβον αυτόν.
43 Και γυνή τις έχουσα ρύσιν αίματος δώδεκα έτη, ήτις δαπανήσασα εις ιατρούς όλον τον βίον αυτής δεν ηδυνήθη να θεραπευθή υπ' ουδενός,
44 πλησιάσασα όπισθεν ήγγισε το άκρον του ιματίου αυτού, και παρευθύς εστάθη η ρύσις του αίματος αυτής.
45 Και είπεν ο Ιησούς· Τις μου ήγγισε; και ενώ ηρνούντο πάντες, είπεν ο Πέτρος και οι μετ' αυτού· Επιστάτα, οι όχλοι σε συμπιέζουσι και σε συνθλίβουσι, και λέγεις· Τις μου ήγγισεν;
46 Ο δε Ιησούς είπε· Μου ήγγισέ τις· διότι εγώ ενόησα ότι εξήλθε δύναμις απ' εμού.
47 Ιδούσα δε η γυνή ότι δεν εκρύφθη, ήλθε τρέμουσα και προσπεσούσα εις αυτόν, απήγγειλε προς αυτόν ενώπιον παντός του λαού διά ποίαν αιτίαν ήγγισεν αυτόν, και ότι παρευθύς ιατρεύθη.
48 Ο δε είπε προς αυτήν· Θάρρει, θύγατερ, η πίστις σου σε έσωσεν· ύπαγε εις ειρήνην.
49 Ενώ δε ελάλει έτι, έρχεταί τις παρά του αρχισυναγώγου, λέγων προς αυτόν ότι απέθανεν η θυγάτηρ σου· μη ενόχλει τον Διδάσκαλον.
50 Ο δε Ιησούς ακούσας απεκρίθη προς αυτόν, λέγων· Μη φοβού· μόνον πίστευε, και θέλει σωθή.
51 Και ότε εισήλθεν εις την οικίαν, δεν αφήκεν ουδένα να εισέλθη ειμή τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην και τον πατέρα της κόρης και την μητέρα.
52 Έκλαιον δε πάντες και εθρήνουν αυτήν. Ο δε είπε· Μη κλαίετε· δεν απέθανεν, αλλά κοιμάται.
53 Και κατεγέλων αυτόν, εξεύροντες ότι απέθανεν.
54 Αλλ' αυτός εκβαλών έξω πάντας και πιάσας την χείρα αυτής, εφώναξε λέγων· Κοράσιον, σηκώθητι.
55 Και υπέστρεψε το πνεύμα αυτής, και ανέστη παρευθύς, και προσέταξε να δοθή εις αυτήν να φάγη.
56 Και εξεπλάγησαν οι γονείς αυτής. Ο δε παρήγγειλεν εις αυτούς να μη είπωσιν εις μηδένα το γεγονός.
Σοφία
1 Προτιμότερον όνομα καλόν παρά πλούτη μεγάλα, χάρις αγαθή παρά αργύριον και χρυσίον.
2 Πλούσιος και πτωχός συναπαντώνται· ο Κύριος είναι ο Ποιητής αμφοτέρων τούτων.
3 Ο φρόνιμος προβλέπει το κακόν και κρύπτεται· οι άφρονες όμως προχωρούσι και τιμωρούνται.
4 Η αμοιβή της ταπεινώσεως και του φόβου του Κυρίου είναι πλούτος και δόξα και ζωή.
5 Τρίβολοι και παγίδες είναι εν τη οδώ του σκολιού· όστις φυλάττει την ψυχήν αυτού, θέλει είσθαι μακράν απ' αυτών.
6 Δίδαξον το παιδίον εν αρχή της οδού αυτού· και δεν θέλει απομακρυνθή απ' αυτής ουδέ όταν γηράση.
7 Ο πλούσιος εξουσιάζει τους πτωχούς· και ο δανειζόμενος είναι δούλος του δανείζοντος.
8 Ο σπείρων ανομίαν θέλει θερίσει συμφοράς· και η ράβδος της ύβρεως αυτού θέλει εκλείψει.
9 Ο έχων όμμα αγαθόν θέλει ευλογηθή· διότι δίδει εκ του άρτου αυτού εις τον πτωχόν.
10 Εκδίωξον τον χλευαστήν και θέλει συνεξέλθει η φιλονεικία, και η έρις και η ύβρις θέλουσι παύσει.
11 Όστις αγαπά την καθαρότητα της καρδίας, διά την χάριν των χειλέων αυτού ο βασιλεύς θέλει είσθαι φίλος αυτού.
12 Οι οφθαλμοί του Κυρίου περιφρουρούσι την γνώσιν· ανατρέπει δε τας υποθέσεις του παρανόμου.
13 Ο οκνηρός λέγει, Λέων είναι έξω· εν τω μέσω των πλατειών θέλω φονευθή.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.