Α΄ Σαμουήλκεφάλαιο 1
Τα κείμενα για σύγκριση δεν φορτώθηκαν. Ελέγξτε τη σύνδεση και δοκιμάστε ξανά.
Ερμηνεία του κεφαλαίου (στα ρωσικά)
1Ήτο δε άνθρωπός τις εκ Ραμαθαΐμ-σοφίμ, εκ του όρους Εφραΐμ, και το όνομα αυτού Ελκανά, υιός του Ιεροάμ, υιού Ελιού, υιού Θοού, υιού Σούφ, Εφραθαίος.
Ερμηνεία, στ. 1 (στα ρωσικά)
. Рамафаим-Цофим - иначе Рама Самуилова (см. 19 ст. ) - местность в горах Ефремовых, расположенных на северо-западе от Иерусалима. Ефрафянин - не в смысле "Вифлеемлянин" (Быт XXXV:1): Вифлеем расположен к югу от Иерусалима, - а в смысле "ефремлянин", по месту своего происхождения. Ефрафа, Ефрафянин, Ефрем, Ефраим, Ефремлянин - происходят от одного и того же еврейского корня ??? - произрастать, плодиться, производить плоды, быть плодородным.
2Και είχεν ούτος δύο γυναίκας· το όνομα της μιας Άννα, και το όνομα της δευτέρας Φενίννα· η μεν Φενίννα είχε τέκνα, η δε Άννα δεν είχε τέκνα.
3Ανέβαινε δε ο άνθρωπος ούτος εκ της πόλεως αυτού κατ' έτος, διά να προσκυνήση και να προσφέρη θυσίαν προς τον Κύριον των δυνάμεων εν Σηλώ. Και ήσαν εκεί οι δύο υιοί του Ηλεί, Οφνεί και Φινεές, ιερείς του Κυρίου.
Ερμηνεία, στ. 3 (στα ρωσικά)
. В Силоме (на севере от Иерусалима, в колене Ефрема) находился в это время Дом Господень, т. е. Скиния. Илий был при ней первосвященником (и вместе судьей народа), а Офни и Финеес - священниками.
Положенные дни, в которые Елкана ходил в Силом приносить жертвы Господу Богу, были праздники: Пасхи, Пятидесятницы и Кущей, когда все евреи мужского пола обязаны были (Исх XXXIV:23; Втор XVI:16) являться к Скинии и приносить здесь свои жертвы. В отношении лиц женского пола отмеченный закон не был обязательным как потому, что мужчины рассматривались здесь представителями вообще всего своего семейства, так и потому, что сравнительная слабость и некоторые особенности телесной жизни женщин мешали им исполнять предписание с должной аккуратностью. Но отсутствие прямого предписания не мешало, конечно, благочестивым женщинам, в случае возможности, добровольно сопутствовать мужчинам в их паломничестве к Дому Господню, как мы это и видим из дальнейших стихов главы.
4Έφθασε δε η ημέρα, καθ' ην εθυσίασεν ο Ελκανά και έδωκε μερίδας εις την Φενίνναν την γυναίκα αυτού και εις πάντας τους υιούς αυτής και τας θυγατέρας αυτής.
Ερμηνεία, στ. 4 (στα ρωσικά)
. Имеется в виду мирная жертва. Особенность ее состояла, между прочим, в том, что, по сожжении тука на жертвеннике и отделении грудинки и плеча в пользу священников, все прочее возвращалось принесшему жертву и служило обыкновенно для священной трапезы около Скинии, в знак общения с Богом. Помимо семейства жертвоприносителя, в священной трапезе благочестивого израильтянина принимали участие и левиты, а также рабы и бедные (Лев VII:11, 21, 29-34; Втор XVI:11).
5εις δε την Άνναν έδωκε διπλασίαν μερίδα· διότι ηγάπα την Ανναν· αλλ' ο Κύριος είχε κλείσει την μήτραν αυτής.
Ερμηνεία, στ. 5 (στα ρωσικά)
. Часть особую, т. е. выбранную с особенным вниманием и любовью. - Xотя Господь заключил чрево ее. Рассуждая по поводу означенных слов, блаж. Феодорит замечает: "Сие научает читателей не на брак полагать надежду, но Творца призывать на помощь. Ибо как земледельцу принадлежит ввергнуть семена в землю, а Богу - привести посеянное в совершенство, так и браку предоставлено общение, помочь же естеству и образовать живое существо есть Божие дело" (Толк. на 1 Цар, вопр. 3).
6Και η αντίζηλος αυτής παρώξυνεν αυτήν σφόδρα, ώστε να κάμνη αυτήν να αδημονή, ότι ο Κύριος είχε κλείσει την μήτραν αυτής.
7Και ούτως έκαμνε κατ' έτος· οσάκις ανέβαινεν εις τον οίκον του Κυρίου, ούτω παρώξυνεν αυτήν· και εκείνη έκλαιε και δεν έτρωγεν.
8Είπε δε προς αυτήν Ελκανά ο ανήρ αυτής, Άννα, διά τι κλαίεις; και διά τι δεν τρώγεις; και διά τι η καρδία σου είναι τεθλιμμένη; δεν είμαι εγώ εις σε καλήτερος παρά δέκα υιούς;
9Και εσηκώθη η Άννα, αφού έφαγον εν Σηλώ και αφού έπιον· ο δε Ηλεί ο ιερεύς εκάθητο επί καθέδρας, πλησίον του παραστάτου της πύλης του ναού του Κυρίου.
10Και αυτή ήτο καταπικραμένη την ψυχήν και προσηύχετο εις τον Κύριον, κλαίουσα καθ' υπερβολήν.
11Και ηυχήθη ευχήν, λέγουσα, Κύριε των δυνάμεων, εάν επιβλέψης τωόντι εις την ταπείνωσιν της δούλης σου και με ενθυμηθής και δεν λησμονήσης την δούλην σου, αλλά δώσης εις την δούλην σου τέκνον αρσενικόν, τότε θέλω δώσει αυτό εις τον Κύριον πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού, και ξυράφιον δεν θέλει αναβή επί την κεφαλήν αυτού.
Ερμηνεία, στ. 11 (στα ρωσικά)
. Имеется в виду обет назорейства. См. прим. к VI гл. кн. Чисел. Исходя из того предположения, что Елкана принадлежал к колену Левия (1 Пар VI:27-28, 33-34), говорят, что Самуил, как левит, и так должен был служить Господу при Скинии. Конечно, как левит, Самуил должен был бы служить Господу при Скинии, но не всю жизнь, а лишь в возрасте от 25 или 30 лет до 50 (Чис IV:3, 30; VIII:24), и притом без обязательства несения тех аскетических подвигов, какие связаны с обетом назорейства.
12Ενώ δε αυτή εξηκολούθει προσευχομένη ενώπιον του Κυρίου, ο Ηλεί παρετήρει το στόμα αυτής.
13Πλην η Άννα αυτή ελάλει εν τη καρδία αυτής· μόνον τα χείλη αυτής εκινούντο, αλλ' η φωνή αυτής δεν ηκούετο· όθεν ο Ηλεί ενόμισεν ότι ήτο μεθυσμένη.
14Και είπε προς αυτήν ο Ηλεί, Έως πότε θέλεις είσθαι μεθύουσα; απόβαλε τον οίνόν σου από σου.
15Και απεκρίθη η Άννα και είπεν, Ουχί, κύριέ μου, εγώ είμαι γυνή κατατεθλιμμένη την ψυχήν· ούτε οίνον ούτε σίκερα δεν έπιον, αλλ' εξέχεα την ψυχήν μου ενώπιον του Κυρίου·
16μη υπολάβης την δούλην σου ως αχρείαν γυναίκα· διότι εκ του πλήθους του πόνου μου και της θλίψεώς μου ελάλησα έως τώρα.
17Τότε απεκρίθη ο Ηλεί και είπεν, Ύπαγε εις ειρήνην· και ο Θεός του Ισραήλ ας σοι δώση την αίτησίν σου, την οποίαν ήτησας παρ' αυτού.
18Η δε είπεν, Είθε η δούλη σου να εύρη χάριν εις τους οφθαλμούς σου. Τότε απήλθεν η γυνή εις την οδόν αυτής και έφαγε, και το πρόσωπον αυτής δεν ήτο πλέον σκυθρωπόν.
19Και το πρωΐ εσηκώθησαν ενωρίς, και προσκυνήσαντες ενώπιον του Κυρίου, επέστρεψαν και ήλθον εις την οικίαν αυτών εις Ραμάθ. Και ο Ελκανά εγνώρισεν Άνναν την γυναίκα αυτού· και ο Κύριος ενεθυμήθη αυτήν.
20Και ότε επληρώθησαν αι ημέραι αφότου η Άννα συνέλαβεν, εγέννησεν υιόν και εκάλεσε το όνομα αυτού Σαμουήλ, Διότι παρά Κυρίου ήτησα αυτόν, είπε.
Ερμηνεία, στ. 20 (στα ρωσικά)
. Слово "Самуил" с еврейского означает "Испрошенный от Бога".
21Και ανέβη ο άνθρωπος Ελκανά και πας ο οίκος αυτού, διά να προσφέρη προς τον Κύριον την ετήσιον θυσίαν και την ευχήν αυτού.
Ερμηνεία, στ. 21 (στα ρωσικά)
. От принесения десятин в пользу священников не освобождались и левиты (Чис XVIII:26; Неем X:38).
22Αλλ' η Άννα δεν ανέβη· διότι είπε προς τον άνδρα αυτής, Δεν θέλω αναβή εωσού το παιδίον απογαλακτισθή· και τότε θέλω φέρει αυτό, διά να εμφανισθή ενώπιον του Κυρίου και εκεί να κατοική διαπαντός.
23Και είπε προς αυτήν Ελκανά ο ανήρ αυτής, Κάμε ό,τι σοι φαίνεται καλόν· κάθου εωσού απογαλακτίσης αυτό· μόνον ο Κύριος να εκπληρώση τον λόγον αυτού. Και εκάθισεν η γυνή και εθήλαζε τον υιόν αυτής, εωσού απεγαλάκτισεν αυτόν.
Ερμηνεία, στ. 23 (στα ρωσικά)
. Только да утвердит, т. е. сделает твердым, непреложным слово обещания, вышедшее из уст твоих.
24Και αφού απεγαλάκτισεν αυτόν, ανεβίβασεν αυτόν μεθ' εαυτής, μετά τριών μόσχων και ενός εφά αλεύρου και ασκού οίνου, και έφερεν αυτόν εις τον οίκον του Κυρίου εν Σηλώ· το δε παιδίον ήτο μικρόν.
25Και έσφαξαν τον μόσχον και έφεραν το παιδίον προς τον Ηλεί.
Ερμηνεία, στ. 25 (στα ρωσικά)
. И принес отец его жертву, какую в установленные дни приносил Господу. См. прим. к 3 стиху. Выражение "в установленные дни", по сопоставлении его с выражением 3 стиха "в положенные дни", дает основание предполагать, что прибытие к скинии Елканы, Анны и Самуила совпало с одним из тех трех годичных праздников (Пасха, Пятидесятница, Кущей), когда Елкана и его семейство являлись к скинии и приносили там свои жертвы.
26Και είπεν η Άννα, Ω, κύριέ μου ζη η ψυχή σου, κύριέ μου, εγώ είμαι η γυνή, ήτις εστάθη ενταύθα πλησίον σου, δεομένη του Κυρίου·
27περί του παιδίου τούτου εδεόμην· και ο Κύριος έδωκεν εις εμέ την αίτησίν μου, την οποίαν ήτησα παρ' αυτού·
28όθεν και εγώ εδάνεισα αυτό εις τον Κύριον· πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού θέλει είσθαι δανεισμένον εις τον Κύριον. Και προσεκύνησεν εκεί τον Κύριον.
Ερμηνεία, στ. 28 (στα ρωσικά)
. Последующие события показали, что пожизненное служение Самуила Господу не ограничилось исполнением несложных обязанностей при священно-служивших в скинии. Призванный Богом как пророк и судья еврейского народа, Самуил ревностно служил Господу в целом народе еврейском.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850. Ερμηνεία: «Ερμηνευτική Βίβλος», επιμ. Α. Π. Λοπουχίν (στα ρωσικά).
Рождение Самуила и посвящение его Господу.