Β΄ Χρονικώνκεφάλαιο 12
Τα κείμενα για σύγκριση δεν φορτώθηκαν. Ελέγξτε τη σύνδεση και δοκιμάστε ξανά.
Ερμηνεία του κεφαλαίου (στα ρωσικά)
1Και καθώς εστερεώθη η βασιλεία του Ροβοάμ και ενεδυναμώθη, εγκατέλιπε τον νόμον του Κυρίου, και πας ο Ισραήλ μετ' αυτού.
Ερμηνεία, στ. 1 (στα ρωσικά)
. Неверность Ровоама Иегове (сн. ст. 5 и ) подробнее изображена в 3 Цар XIV:21–24 Толков. Библия II, 476.
2Και εν τω πέμπτω έτει της βασιλείας του Ροβοάμ, Σισάκ ο βασιλεύς της Αιγύπτου ανέβη εναντίον της Ιερουσαλήμ, επειδή παρηνόμησαν εις τον Κύριον,
3μετά χιλίων διακοσίων αμαξών και εξήκοντα χιλιάδων ιππέων· ο δε λαός όστις ήλθε μετ' αυτού εξ Αιγύπτου ήτο αναρίθμητος, Λίβυες, Τρωγλοδύται και Αιθίοπες.
4Και κυριεύσας τας οχυράς πόλεις τας εν Ιούδα, ήλθεν έως της Ιερουσαλήμ.
Ερμηνεία, στ. 2–4 (στα ρωσικά)
. О нашествии Сусакима, как наказании за беззакония Ровоама, говорится и в 3 Цар XIV:25–26 (см.Толков. Библию II, 476), но во 2 Пар рассказ этот является восполненным несколькими частностями. Так показана (ст. 3) численность колесниц (1 200) и всадников (60 000) войска Сусакимова, а также отмечен разноплеменный состав этого войска: кроме собственно египтян, в нем были еще представители других народностей, очевидно африканских, подчиненных Египту: «Ливитяне, Сукхиты и Ефиопляне». Ливийцы (евр. лувим или легавим, Быт X:13; Наум III:9; Дан XI:43) обитали по северному побережью Африки, вблизи нынешнего Алжира и далее к востоку (ср. Толков. Библия т. I, с. 326). Ефиоплянами (евр. кутим ) обычно называются в Библии жители страны, соответствовавшей нынешней Нубии и Абиссинии, хотя иногда это имя означает территорию и народность к северу от Персидского залива. (См. Толков. Библию т. I, с. 325; т. II, с. 524). «Сукхиты», евр. суккиим, недостаточно известны LXX, Vulg., слав.: «Троглодиты», обитатели пещер и шатров, по наиболее принятому мнению, — кочевое племя на западном берегу Черного моря (родственное ефиоплянам).
5Τότε Σεμαΐας ο προφήτης ήλθε προς τον Ροβοάμ και τους άρχοντας του Ιούδα, τους συναχθέντας εν Ιερουσαλήμ διά τον φόβον του Σισάκ, και είπε προς αυτούς, Ούτω λέγει Κύριος· Σεις με εγκατελίπετε· διά τούτο σας εγκατέλιπον και εγώ εις την χείρα του Σισάκ.
6Και εταπεινώθησαν οι άρχοντες του Ισραήλ και ο βασιλεύς, και έλεγον, Δίκαιος ο Κύριος.
7Και ότε είδεν ο Κύριος ότι εταπεινώθησαν, έγεινε λόγος Κυρίου προς τον Σεμαΐαν, λέγων, Ούτοι εταπεινώθησαν· δεν θέλω εξολοθρεύσει αυτούς, αλλά θέλω χαρίσει εις αυτούς σωτηρίαν τινά· και ο θυμός μου δεν θέλει εκχυθή επί την Ιερουσαλήμ διά χειρός του Σισάκ·
8αλλ' όμως θέλουσι γείνει δούλοι αυτού, διά να γνωρίσωσι την δουλείαν την εμήν και την δουλείαν των βασιλειών της γης.
Ερμηνεία, στ. 5–8 (στα ρωσικά)
. О деятельности пророка Самея — современника и бытописателя Ровоама (ст. 15), об обличительной проповеди этого пророка и благотворных последствиях этой проповеди известие находится также только во 2 Пар и имеет все признаки документального свидетельства очевидца или участника события пророка.
9Και ανέβη Σισάκ ο βασιλεύς της Αιγύπτου επί την Ιερουσαλήμ, και έλαβε τους θησαυρούς του οίκου του Κυρίου και τους θησαυρούς του οίκου του βασιλέως· τα πάντα έλαβεν· έλαβεν έτι τους θυρεούς τους χρυσούς, τους οποίους έκαμεν ο Σολομών.
10Και αντ' εκείνων έκαμεν ο βασιλεύς Ροβοάμ θυρεούς χαλκίνους, και παρέδωκεν αυτούς εις τας χείρας των αρχόντων των σωματοφυλάκων, οίτινες εφύλαττον την είσοδον του οίκου του βασιλέως.
11Και οπότε εισήρχετο ο βασιλεύς εις τον οίκον του Κυρίου, οι σωματοφύλακες ήρχοντο και ελάμβανον αυτούς, και πάλιν έφερον αυτούς εις το οίκημα των σωματοφυλάκων.
Ερμηνεία, στ. 9–11 (στα ρωσικά)
. Буквальное повторение 3 Цар XIV:25–28 (ср. Толков. Библия II, 476).
12Επειδή λοιπόν εταπεινώθη, απεστράφη απ' αυτού ο θυμός του Κυρίου, διά να μη αφανίση αυτούς ολοκλήρως· διότι ήσαν έτι αγαθά πράγματα εν τω Ιούδα.
13Και ενεδυναμώθη ο βασιλεύς Ροβοάμ εν Ιερουσαλήμ και εβασίλευσε· διότι ο Ροβοάμ ήτο ηλικίας τεσσαράκοντα και ενός έτους ότε εβασίλευσε, και εβασίλευσε δεκαεπτά έτη εν Ιερουσαλήμ, τη πόλει την οποίαν ο Κύριος εξέλεξεν εκ πασών των φυλών του Ισραήλ, διά να θέση το όνομα αυτού εκεί. Της δε μητρός αυτού το όνομα ήτο Νααμά η Αμμωνίτις.
Ερμηνεία, στ. 13 (στα ρωσικά)
и 16 сн. 4 Цар XIV:21 и 31.
14Και έπραξε πονηρά, επειδή δεν προσήλωσε την καρδίαν αυτού εις το να εκζητή τον Κύριον.
15Αι δε πράξεις του Ροβοάμ, αι πρώται και αι έσχαται, δεν είναι γεγραμμέναι εν τω βιβλίω Σεμαΐου του προφήτου και Ιδδώ του βλέποντος, εν ταις γενεαλογίαις; Ήσαν δε πάντοτε πόλεμοι μεταξύ Ροβοάμ και Ιεροβοάμ.
16Και εκοιμήθη ο Ροβοάμ μετά των πατέρων αυτού και ετάφη εν πόλει Δαβίδ· εβασίλευσε δε αντ' αυτού Αβιά ο υιός αυτού.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850. Ερμηνεία: «Ερμηνευτική Βίβλος», επιμ. Α. Π. Λοπουχίν (στα ρωσικά). Η αρίθμηση των σχολίων σε αυτό το βιβλίο ελέγχεται ακόμη με τη συνοδική: μερικά σχόλια ίσως στέκονται δίπλα στον γειτονικό στίχο.
1–12. Отступление Ровоама от Иеговы и наказание нашествием египтян; временное раскаяние Ровоама. 13–16. Продолжительность и общий характер царствования Ровоама, его преемник.