Ημέρα 115 από 365
Ιησ 13:1–14:15, Λκ 18:21–43, Ψαλ 50:1–23
Παλαιά Διαθήκη
13:1 Ο δε Ιησούς ήτο γέρων, προβεβηκώς εις την ηλικίαν· και είπε προς αυτόν ο Κύριος, Συ είσαι γέρων, προβεβηκώς εις την ηλικίαν, μένει δε έτι πολλή γη να κυριευθή.
13:2 Αύτη είναι η γη, η μένουσα έτι· πάντα τα όρια των Φιλισταίων και πάσα η Γεσσουρί,
13:3 από Σιώρ, του κατέναντι της Αιγύπτου, έως των ορίων της Ακκαρών προς βορράν, τα οποία αριθμούνται εις τους Χαναναίους. αι πέντε ηγεμονίαι των Φιλισταίων, των Γαζαίων, των Αζωτίων, των Ασκαλωνιτών, των Γετθαίων και των Ακκαρωνιτών, και η των Αυϊτών·
13:4 από μεσημβρίας, πάσα η γη των Χαναναίων, και η Μεαρά η των Σιδωνίων έως Αφέκ, έως των ορίων των Αμορραίων·
13:5 και η γη των Γιβλιτών και πας ο Λίβανος, προς ανατολάς ηλίου, από Βάαλ-γαδ υπό το όρος Αερμών, έως της εισόδου Αιμάθ·
13:6 πάντες οι κάτοικοι της ορεινής, από του Λιβάνου έως Μισρεφώθ-μαΐμ, πάντες οι Σιδώνιοι· τούτους εγώ θέλω εξολοθρεύσει απ' έμπροσθεν των υιών Ισραήλ· συ δε διαμοίρασον αυτήν διά κλήρων εις τους Ισραηλίτας, καθώς προσέταξα εις σέ·
13:7 τώρα λοιπόν διαμοίρασον την γην ταύτην εις κληρονομίαν εις τας εννέα φυλάς και εις το ήμισυ της φυλής του Μανασσή.
13:8 Οι Ρουβηνίται και οι Γαδίται, μετά του άλλου ημίσεως αυτής, έλαβον την κληρονομίαν αυτών, την οποίαν έδωκεν εις αυτούς ο Μωϋσής, πέραν του Ιορδάνου προς ανατολάς, καθώς ο Μωϋσής ο δούλος του Κυρίου έδωκεν εις αυτούς,
13:9 από της Αροήρ, της παρά το χείλος του ποταμού Αρνών, και την πόλιν την εν τω μέσω του ποταμού· και πάσαν την πεδινήν Μεδεβά έως Δαιβών,
13:10 και πάσας τας πόλεις του Σηών βασιλέως των Αμορραίων, του βασιλεύοντος εν Εσεβών, έως των ορίων των υιών Αμμών,
13:11 και την Γαλαάδ, και τα όρια των Γεσσουριτών και των Μααχαθιτών, και παν το όρος Αερμών, και πάσαν την Βασάν έως Σαλχά,
13:12 άπαν το βσσίλειον του Ωγ εν Βασάν, του βασιλεύοντος εν Ασταρώθ και εν Εδρεΐ, όστις εναπελείφθη από των υπολοίπων των γιγάντων· διότι τούτους ο Μωϋσής επάταξε και εξωλόθρευσεν αυτούς.
13:13 Τους Γεσσουρίτας όμως και τους Μααχαθίτας οι υιοί Ισραήλ δεν εξωλόθρευσαν, αλλά κατοικούσιν οι Γεσσουρίται και οι Μααχαθίται μεταξύ του Ισραήλ έως της σήμερον.
13:14 Μόνον εις την φυλήν του Λευΐ δεν έδωκε κληρονομίαν· αι διά πυρός γινόμεναι θυσίαι Κυρίου του Θεού του Ισραήλ είναι η κληρονομία αυτών, καθώς είπε προς αυτούς.
13:15 Και έδωκεν ο Μωϋσής εις την φυλήν των υιών Ρουβήν κληρονομίαν, κατά τας συγγενείας αυτών.
13:16 και τα όρια αυτών ήσαν από Αροήρ, της παρά το χείλος του ποταμού Αρνών, και η πόλις εν τω μέσω του ποταμού, και πάσα η πεδινή έως Μεδεβά,
13:17 η Εσεβών και πάσαι αι πόλεις αυτής, αι εν τη πεδινή· Δαιβών, και η Βαμώθ-βαάλ, και η Βαιθ-βάαλ-μεών,
13:18 και η Ιασσά, και η Κεδημώθ, και η Μηφαάθ,
13:19 και η Κιριαθαΐμ, και η Σιβμά, και η Ζαρέθ-σαάρ εν τω όρει της κοιλάδος,
13:20 και η Βαιθ-φεγώρ, και η Ασδώθ-φασγά, και η Βαιθ-ιεσιμώθ,
13:21 και πάσαι αι πόλεις της πεδινής, και άπαν το βασίλειον του Σηών βασιλέως των Αμορραίων, του βασιλεύοντος εν Εσεβών, τον οποίον επάταξεν ο Μωϋσής, αυτόν και τους ηγεμόνας της Μαδιάμ, τον Ευΐ και τον Ρεκέμ και τον Σούρ και τον Ουρ και τον Ρεβά άρχοντας του Σηών, κατοικούντας την γην.
13:22 Και τον Βαλαάμ· τον υιόν του Βεώρ, τον μάντιν, οι υιοί Ισραήλ εθανάτωσαν εν μαχαίρα μεταξύ των φονευθέντων υπ' αυτών.
13:23 Και των υιών Ρουβήν, ο Ιορδάνης ήτο το όριον αυτών. Αύτη είναι η κληρονομία των υιών Ρουβήν κατά τας συγγενείας αυτών, αι πόλεις και αι κώμαι αυτών.
13:24 Και έδωκεν ο Μωϋσής κληρονομίαν εις την φυλήν Γαδ, εις τους υιούς Γαδ, κατά τας συγγενείας αυτών·
13:25 και το όριον αυτών ήτο η Ιαζήρ, και πάσαι αι πόλεις της Γαλαάδ και το ήμισυ της γης των υιών Αμμών, έως της Αροήρ, της κατέναντι Ραββά,
13:26 και από Εσεβών μέχρι Ραμάθ-μισπά και Βετονίμ, και από Μαχαναΐμ έως των ορίων της Δεβείρ,
13:27 και εν τη κοιλάδι, Βαιθ-αράμ και Βαιθ-νιμρά και Σοκχώθ και Σαφών, το επίλοιπον του βασιλείου του Σηών βασιλέως της Εσεβών, και ο Ιορδάνης το όριον έως του άκρου της θαλάσσης Χιννερώθ πέραν του Ιορδάνου προς ανατολάς.
13:28 Αύτη είναι η κληρονομία των υιών Γαδ κατά τας συγγενείας αυτών, αι πόλεις και αι κώμαι αυτών.
13:29 Και έδωκεν ο Μωϋσής κληρονομίαν εις το ήμισυ της φυλής Μανασσή· και έγεινε κτήμα εις το ήμισυ της φυλής των υιών Μανασσή κατά τας συγγενείας αυτών.
13:30 Και το όριον αυτών ήτο από Μαχαναΐμ, πάσα η Βασάν, άπαν το βασίλειον του Ωγ βασιλέως της Βασάν και πάσαι αι κωμοπόλεις του Ιαείρ, αι εν Βασάν, εξήκοντα πόλεις·
13:31 και το ήμισυ της Γαλαάδ και Ασταρώθ και Εδρεΐ, πόλεις του βασιλείου του Ωγ εκ Βασάν, εδόθησαν εις τους υιούς Μαχείρ υιού Μανασσή, εις το ήμισυ των υιών Μαχείρ κατά τας συγγενείας αυτών.
13:32 Ούτοι είναι οι τόποι, τους οποίους εκληροδότησεν ο Μωϋσής εις τας πεδιάδας Μωάβ, εις το πέραν του Ιορδάνου, πλησίον της Ιεριχώ, προς ανατολάς.
13:33 Εις δε την φυλήν του Λευΐ δεν έδωκε κληρονομίαν ο Μωϋσής. Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, αυτός ήτο η κληρονομία αυτών, καθώς είπε προς αυτούς.
14:1 Και ούτοι είναι οι τόποι, τους οποίους οι υιοί Ισραήλ εκληρονόμησαν εν τη γη Χαναάν, τους οποίους εκληροδότησαν εις αυτούς Ελεάζαρ ο ιερεύς και Ιησούς ο υιός του Ναυή και οι αρχηγοί των πατριών των φυλών των υιών Ισραήλ.
14:2 Διά κλήρου έγεινεν η κληρονομία των εννέα τούτων φυλών και της ημισείας φυλής, καθώς προσέταξεν ο Κύριος διά του Μωϋσέως.
14:3 Διότι ο Μωϋσής είχε δώσει την κληρονομίαν των δύο φυλών και της ημισείας φυλής από του πέραν του Ιορδάνου· εις τους Λευΐτας όμως δεν έδωκε κληρονομίαν μεταξύ αυτών.
14:4 Διότι οι υιοί Ιωσήφ ήσαν δύο φυλαί, του Μανασσή και του Εφραΐμ· και δεν έδωκαν εις τους Λευΐτας μερίδιον εν τη γη ειμή πόλεις διά να κατοικώσι, μετά των προαστείων αυτών, διά τα κτήνη αυτών και διά την περιουσίαν αυτών.
14:5 Καθώς προσέταξε Κύριος εις τον Μωϋσήν, ούτως έκαμον οι υιοί Ισραήλ, και διεμοίρασαν την γην.
14:6 Και προσήλθον οι υιοί Ιούδα προς τον Ιησούν εις Γάλγαλα, και είπε προς αυτόν Χάλεβ ο υιός του Ιεφοννή ο Κενεζαίος, Συ εξεύρεις τον λόγον τον οποίον ελάλησεν ο Κύριος προς τον Μωϋσήν, τον άνθρωπον του Θεού, περί εμού και σου εν Κάδης-βαρνή·
14:7 ήμην τεσσαράκοντα ετών ηλικίας, ότε με απέστειλεν ο Μωϋσής ο δούλος του Κυρίου από Κάδης-βαρνή διά να κατασκοπεύσω την γήν· και απήγγειλα προς αυτόν λόγον, όστις ήτο εν τη καρδία μου·
14:8 οι αδελφοί μου όμως, οι συναναβάντες μετ' εμού, ενέκρωσαν την καρδίαν του λαού· αλλ' εγώ ηκολούθησα εντελώς Κύριον τον Θεόν μου·
14:9 και ώμοσεν ο Μωϋσής την ημέραν εκείνην λέγων, Εξάπαντος η γη, την οποίαν επάτησαν οι πόδες σου, θέλει είσθαι κληρονομία ιδική σου και των υιών σου διαπαντός· διότι εντελώς ηκολούθησας Κύριον τον Θεόν μου·
14:10 και τώρα, ιδού, ο Κύριος με εφύλαξε ζώντα, καθώς είπε, τα τεσσαράκοντα πέντε ταύτα έτη, αφ' ης ημέρας ελάλησεν ο Κύριος τον λόγον τούτον προς τον Μωϋσήν, ότε ο Ισραήλ επορεύετο εν τη ερήμω· και τώρα, ιδού, εγώ είμαι σήμερον ογδοήκοντα πέντε ετών ηλικίας·
14:11 έτι και την σήμερον είμαι δυνατός, καθώς την ημέραν ότε με απέστειλεν ο Μωϋσής· ως ήτο τότε η δύναμίς μου διά πόλεμον και διά να εξέρχωμαι και διά να εισέρχωμαι·
14:12 τώρα λοιπόν δος μοι το όρος τούτο, περί του οποίου ελάλησεν ο Κύριος την ημέραν εκείνην· διότι συ ήκουσας την ημέραν εκείνην, ότι είναι εκεί Ανακείμ και πόλεις μεγάλαι ωχυρωμέναι· εάν ο Κύριος ήναι μετ' εμού, εγώ θέλω δυνηθή να εκδιώξω αυτούς, καθώς είπεν ο Κύριος.
14:13 Και ευλόγησεν αυτόν ο Ιησούς και έδωκεν εις τον Χάλεβ τον υιόν του Ιεφοννή την Χεβρών εις κληρονομίαν.
14:14 Διά τούτο η Χεβρών αποκατέστη κληρονομία του Χάλεβ υιού του Ιεφοννή του Κενεζαίου έως της σήμερον, διότι εντελώς ηκολούθησε Κύριον τον Θεόν του Ισραήλ.
14:15 το δε όνομα της Χεβρών πρότερον ήτο Κιριάθ-αρβά· ήτο δε ο Αρβά άνθρωπος μέγας μεταξύ των Ανακείμ. Και η γη ησύχασεν από του πολέμου.
Καινή Διαθήκη
21 Ο δε είπε· Ταύτα πάντα εφύλαξα εκ νεότητός μου.
22 Ακούσας δε ταύτα ο Ιησούς, είπε προς αυτόν· Έτι εν σοι λείπει· πάντα όσα έχεις πώλησον και διαμοίρασον εις πτωχούς, και θέλεις έχει θησαυρόν εν ουρανώ, και ελθέ, ακολούθει μοι.
23 Ο δε ακούσας ταύτα έγεινε περίλυπος διότι ήτο πλούσιος σφόδρα.
24 Ιδών δε αυτόν ο Ιησούς περίλυπον γενόμενον, είπε· Πως δυσκόλως θέλουσιν εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού οι έχοντες τα χρήματα·
25 διότι ευκολώτερον είναι να περάση κάμηλος διά τρύπης βελόνης, παρά πλούσιος να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού.
26 Είπον δε οι ακούσαντες· Και τις δύναται να σωθή;
27 Ο δε είπε· Τα αδύνατα παρά ανθρώποις είναι δυνατά παρά τω Θεώ.
28 Είπε δε ο Πέτρος· Ιδού, ημείς αφήκαμεν πάντα και σε ηκολουθήσαμεν.
29 Ο δε είπε προς αυτούς· Αληθώς σας λέγω ότι δεν είναι ουδείς, όστις αφήκεν οικίαν ή γονείς ή αδελφούς ή γυναίκα ή τέκνα ένεκεν της βασιλείας του Θεού,
30 όστις δεν θέλει απολαύσει πολλαπλάσια εν τω καιρώ τούτω και εν τω ερχομένω αιώνι ζωήν αιώνιον.
31 Παραλαβών δε τους δώδεκα, είπε προς αυτούς· Ιδού, αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα, και θέλουσιν εκτελεσθή πάντα τα γεγραμμένα διά των προφητών εις τον Υιόν του ανθρώπου.
32 Διότι θέλει παραδοθή εις τα έθνη και θέλει εμπαιχθή και υβρισθή και εμπτυσθή,
33 και μαστιγώσαντες θέλουσι θανατώσει αυτόν, και τη τρίτη ημέρα θέλει αναστηθή.
34 Και αυτοί δεν ενόησαν ουδέν εκ τούτων, και ήτο ο λόγος ούτος κεκρυμμένος απ' αυτών, και δεν ενόουν τα λεγόμενα.
35 Ότε δε επλησίαζεν εις την Ιεριχώ, τυφλός τις εκάθητο παρά την οδόν ζητών·
36 ακούσας δε όχλον διαβαίνοντα, ηρώτα τι είναι τούτο.
37 Απήγγειλαν δε προς αυτόν ότι Ιησούς ο Ναζωραίος διαβαίνει.
38 Και εφώναξε λέγων· Ιησού, υιέ του Δαβίδ, ελέησόν με.
39 Και οι προπορευόμενοι επέπληττον αυτόν διά να σιωπήση· αλλ' αυτός πολλώ μάλλον έκραζεν· Υιέ του Δαβίδ, ελέησόν με.
40 Σταθείς δε ο Ιησούς, προσέταξε να φερθή προς αυτόν. Και αφού επλησίασεν, ηρώτησεν αυτόν
41 λέγων· Τι θέλεις να σοι κάμω; Ο δε είπε· Κύριε, να αναβλέψω.
42 Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν· Ανάβλεψον· η πίστις σου σε έσωσε.
43 Και παρευθύς ανέβλεψε και ηκολούθει αυτόν δοξάζων τον Θεόν· και πας ο λαός ιδών ήνεσε τον Θεόν.
Ψαλμός
1 «Ψαλμός του Ασάφ.» Ο Θεός των θεών, ο Κύριος ελάλησε, και εκάλεσε την γην, από ανατολής ηλίου έως δύσεως αυτού.
2 Εκ της Σιών, ήτις είναι η εντέλεια της ώραιότητος, έλαμψεν ο Θεός.
3 Θέλει ελθεί ο Θεός ημών και δεν θέλει σιωπήσει· πυρ κατατρώγον θέλει είσθαι έμπροσθεν αυτού και πέριξ αυτού σφοδρά ανεμοζάλη,
4 θέλει προσκαλέσει τους ουρανούς άνωθεν και την γην, διά να κρίνη τον λαόν αυτού.
5 Συναθροίσατέ μοι τους οσίους μου, οίτινες έκαμον μετ' εμού συνθήκην επί θυσίας.
6 Και οι ουρανοί θέλουσιν αναγγέλλει την δικαιοσύνην αυτού· διότι ο Θεός, αυτός είναι ο Κριτής. Διάψαλμα.
7 Άκουσον, λαέ μου, και θέλω λαλήσει· Ισραήλ, και θέλω διαμαρτυρήσει κατά σού· Ο Θεός, ο Θεός σου είμαι εγώ.
8 Δεν θέλω σε ελέγξει διά τας θυσίας σου, τα δε ολοκαυτώματά σου είναι διαπαντός ενώπιόν μου.
9 Δεν θέλω δεχθή εκ του οίκου σου μόσχον, τράγους εκ των ποιμνίων σου.
10 Διότι εμού είναι πάντα τα θηρία του δάσους, τα κτήνη τα επί χιλίων ορέων.
11 Γνωρίζω πάντα τα πετεινά των ορέων, και τα θηρία του αγρού είναι μετ' εμού.
12 Εάν πεινάσω, δεν θέλω ειπεί τούτο προς σέ· διότι εμού είναι η οικουμένη και το πλήρωμα αυτής.
13 Μήπως εγώ θέλω φάγει κρέας ταύρων ή πίει αίμα τράγων;
14 Θυσίασον εις τον Θεόν θυσίαν αινέσεως, και απόδος εις τον Ύψιστον τας ευχάς σου·
15 και επικαλού εμέ εν ημέρα θλίψεως, θέλω σε ελευθερώσει, και θέλεις με δοξάσει.
16 Προς δε τον ασεβή είπεν ο Θεός· Τι προς σε, να διηγήσαι τα διατάγματά μου και να αναλαμβάνης την διαθήκην μου εν τω στόματί σου;
17 Συ δε μισείς παιδείαν και απορρίπτεις οπίσω σου τους λόγους μου.
18 Εάν ίδης κλέπτην, τρέχεις μετ' αυτού· και μετά των μοιχών είναι η μερίς σου.
19 Παραδίδεις το στόμα σου εις την κακίαν, και η γλώσσα σου περιπλέκει δολιότητα.
20 Καθήμενος λαλείς κατά του αδελφού σου· βάλλεις σκάνδαλον κατά του υιού της μητρός σου.
21 Ταύτα έπραξας, και εσιώπησα· υπέλαβες ότι είμαι τω όντι όμοιός σου· θέλω σε ελέγξει, και θέλω παραστήσει πάντα έμπροσθεν των οφθαλμών σου.
22 Θέσατε λοιπόν τούτο εις τον νούν σας, οι λησμονούντες τον Θεόν, μήποτε σας αρπάσω, και ουδείς ο λυτρώσων.
23 Ο προσφέρων θυσίαν αινέσεως, ούτος με δοξάζει· και εις τον ευθετούντα την οδόν αυτού θέλω δείξει την σωτηρίαν του Θεού.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.