Ημέρα 116 από 365
Ιησ 15:1–16:10, Λκ 19:1–28, Παρ 26:12–23
Παλαιά Διαθήκη
15:1 Ο δε κλήρος της φυλής των υιών Ιούδα κατά τας συγγενείας αυτών ήτο εις τα όρια της Ιδουμαίας· η έρημος Σιν η προς νότον ήτο το άκρον το μεσημβρινόν.
15:2 Και τα μεσημβρινά αυτών όρια ήσαν από των παραλίων της αλμυράς θαλάσσης, από του κόλπου του βλέποντος προς μεσημβρίαν·
15:3 και εξετείνοντο προς το μεσημβρινόν μέρος εις την ανάβασιν Ακραββίμ, και διέβαινον εις Σιν και ανέβαινον από μεσημβρίας εις Κάδης-βαρνή, και διέβαινον την Εσρών και ανέβαινον εις Αδδάρ και έστρεφον προς Καρκαά·
15:4 και διέβαινον εις Ασμών και εξήρχοντο έως του χειμάρρου της Αιγύπτου, και ετελείονον τα όρια εις την θάλασσαν· ταύτα θέλουσιν είσθαι τα μεσημβρινά όριά σας.
15:5 Το δε ανατολικόν όριον ήτο η θάλασσα η αλμυρά, έως άκρου του Ιορδάνου. Και το όριον κατά το βόρειον μέρος ήρχετο από του κόλπου της θαλάσσης κατά το άκρον του Ιορδάνου·
15:6 και ανέβαινε το όριον έως Βαιθ-ογλά, και διέβαινεν από βορρά της Βαιθ-αραβά· και ανέβαινε το όριον έως του λίθου του Βοάν υιού του Ρουβήν·
15:7 και ανέβαινε το όριον προς Δεβείρ από της κοιλάδος Αχώρ, και εξετείνετο προς βορράν βλέπον εις Γάλγαλα, την κατέναντι της αναβάσεως Αδουμμίμ, ήτις είναι προς το μεσημβρινόν του ποταμού· έπειτα διέβαινε το όριον επί τα ύδατα του Εν-σεμές, και εξήρχετο εις Εν-ρωγήλ·
15:8 και ανέβαινε το όριον διά της φάραγγος του υιού του Εννόμ κατά το μεσημβρινόν πλάγιον της Ιεβούς· αύτη είναι η Ιερουσαλήμ· και ανέβαινε το όριον εις την κορυφήν του όρους, του κατέναντι της φάραγγος Εννόμ προς δυσμάς, ήτις είναι εις το τέλος της κοιλάδος των Ραφαείμ προς βορράν·
15:9 και διέβαινε το όριον από της κορυφής του όρους έως της πηγής των υδάτων Νεφθωά, και εξήρχετο εις τας κωμοπόλεις του όρους Εφρών· και διευθύνετο το όριον εις Βααλά, ήτις είναι η Κιριάθ-ιαρείμ·
15:10 και έστρεφε το όριον από Βααλά προς δυσμάς εις το όρος Σηείρ, και διέβαινεν εις το πλάγιον του όρους Ιαρείμ, όπου είναι η Χασαλών, προς βορράν· και κατέβαινεν εις την Βαιθ-σεμές και διέβαινεν εις Θαμνά·
15:11 έπειτα εξήρχετο το όριον εις το πλάγιον της Ακκαρών προς βορράν· και διευθύνετο το όριον εις Σικρών, και διέβαινεν εις το όρος της Βααλά, και εξήρχετο εις Ιαβνήλ, και έκαμνε το όριον διέξοδον εις την θάλασσαν.
15:12 Και το όριον το δυτικόν ήτο η θάλασσα η μεγάλη και τα παράλια. Ταύτα είναι τα όρια των υιών Ιούδα κύκλω, κατά τας συγγενείας αυτών.
15:13 Και εις τον Χάλεβ τον υιόν του Ιεφοννή έδωκε μερίδιον μεταξύ των υιών Ιούδα, κατά την προσταγήν του Κυρίου την προς τον Ιησούν, την πόλιν του Αρβά πατρός του Ανάκ, ήτις είναι η Χεβρών.
15:14 Και εξεδίωξεν εκείθεν ο Χάλεβ τους τρεις υιούς του Ανάκ, τον Σεσαΐ και τον Αχιμάν και τον Θαλμαΐ, τους υιούς του Ανάκ.
15:15 Και εκείθεν ανέβη επί τους κατοίκους της Δεβείρ· το δε όνομα της Δεβείρ πρότερον ήτο Κιριάθ-σεφέρ.
15:16 Και είπεν ο Χάλεβ, Όστις πατάξη την Κιριάθ-σεφέρ και κυριεύση αυτήν, θέλω δώσει εις τούτον Αχσάν την θυγατέρα μου εις γυναίκα.
15:17 Και εκυρίευσεν αυτήν Γοθονιήλ ο υιός του Κενέζ αδελφός του Χάλεβ· και έδωκεν εις αυτόν Αχσάν την θυγατέρα αυτού εις γυναίκα.
15:18 Και αυτή, ότε απήρχετο, παρεκίνησεν αυτόν να ζητήση παρά του πατρός αυτής αγρόν· και κατέβη από του όνου, και είπε προς αυτήν ο Χάλεβ, Τι θέλεις;
15:19 Η δε είπε, Δος μοι ευλογίαν· επειδή έδωκας εις εμέ γην μεσημβρινήν, δος μοι και πηγάς υδάτων. Και έδωκεν εις αυτήν τας άνω πηγάς και τας κάτω πηγάς.
15:20 Αύτη είναι η κληρονομία της φυλής των υιών Ιούδα κατά τας συγγενείας αυτών.
15:21 Και ήσαν αι έσχαται πόλεις της φυλής των υιών Ιούδα προς τα όρια της Εδώμ προς μεσημβρίαν, Καβσεήλ, και Εδέρ, και Ιαγούρ,
15:22 και Κινά, και Διμωνά, και Αδαδά,
15:23 και Κέδες, και Ασώρ, και Ιθνάν,
15:24 Ζιφ, και Τελέμ, και Βαλώθ,
15:25 και Ασώρ, Αδαττά, και Κιριώθ-εσρών, η και Ασώρ,
15:26 Αμάμ, και Σεμά, και Μωλαδά,
15:27 και Ασάρ-γαδδά, και Εσεμών, και Βαιθ-φαλέθ,
15:28 και Ασάρ-σουάλ, και Βηρ-σαβεέ, και Βιζιοθιά,
15:29 Βααλά, και Ιείμ, και Ασέμ,
15:30 και Ελθωλάδ, και Χεσίλ, και Ορμά,
15:31 και Σικλάγ, και Μαδμαννά, και Σανσαννά,
15:32 και Λεβαώθ, και Σιλεείμ, και Αείν, και Ριμμών· πάσαι αι πόλεις είκοσι εννέα, και αι κώμαι αυτών.
15:33 Εν τη πεδινή ήσαν Εσθαόλ, και Σαραά, και Ασνά,
15:34 και Ζανωά, και Εν-γαννίμ, Θαπφουά, και Ηνάμ,
15:35 Ιαρμούθ, και Οδολλάμ, Σωχώ, και Αζηκά,
15:36 και Σαγαρείμ, και Αδιθαείμ, και Γεδηρά, και αι επαύλεις αυτών, πόλεις δεκατέσσαρες, και αι κώμαι αυτών.
15:37 Σενάν, και Αδασά, και Μάγδαλ-γαδ,
15:38 και Διλαάν, και Μισπά, και Ιοκθεήλ,
15:39 Λαχείς, και Βασκάθ, και Εγλών,
15:40 και Χαββών, και Λαμάς, και Χιθλείς,
15:41 και Γεδηρώθ, Βαιθ-δαγών, και Νααμά, και Μακκηδά, πόλεις δεκαέξ, και αι κώμαι αυτών.
15:42 Λιβνά, και Εθέρ, και Ασάν,
15:43 και Ιεφθά, και Ασνά, και Νεσίβ,
15:44 και Κεειλά, και Αχζίβ, και Μαρησά, πόλεις εννέα, και αι κώμαι αυτών.
15:45 Ακκαρών, και αι κωμοπόλεις αυτής, και αι κώμαι αυτής·
15:46 από της Ακκαρών έως της θαλάσσης, πάσαι αι πλησίον της Αζώτου, και αι κώμαι αυτών.
15:47 Άζωτος, αι κωμοπόλεις αυτής και αι κώμαι αυτής, Γάζα, αι κωμοπόλεις αυτής και αι κώμαι αυτής, έως του χειμάρρου της Αιγύπτου, και η θάλασσα η μεγάλη το όριον.
15:48 Και εν τη ορεινή, Σαμείρ, και Ιαθείρ, και Σωχώ,
15:49 και Δαννά, και Κιριάθ-σαννά, ήτις είναι η Δεβείρ,
15:50 και Ανάβ, και Εσθεμώ, και Ανείμ,
15:51 και Γεσέν, και Ωλών, και Γιλώ, πόλεις ένδεκα, και αι κώμαι αυτών.
15:52 Αράβ, και Δουμά, και Εσάν,
15:53 και Ιανούμ, και Βαιθ-θαπφουά, και Αφεκά,
15:54 και Χουματά, και Κιριάθ-αρβά, ήτις είναι η Χεβρών, και Σιώρ, πόλεις εννέα, και αι κώμαι αυτών.
15:55 Μαών, Καρμέλ, και Ζιφ, και Ιουτά,
15:56 και Ιεζραέλ, και Ιοκδεάμ, και Ζανωά,
15:57 Ακαΐν, Γαβαά, και Θαμνά, πόλεις δέκα, και αι κώμαι αυτών.
15:58 Αλούλ, Βαιθ-σούρ, και Γεδώρ,
15:59 και Μααράθ, και Βαιθ-ανώθ, και Ελτεκών, πόλεις εξ, και αι κώμαι αυτών.
15:60 Κιριάθ-βαάλ, ήτις είναι η Κιριάθ-ιαρείμ, και Ραββά, πόλεις δύο, και αι κώμαι αυτών.
15:61 Εν τη ερήμω, Βαιθ-αραβά, Μιδδίν, και Σεχαχά,
15:62 και Νιβσάν, και η πόλις του άλατος, και Εν-γαδδί, πόλεις εξ, και αι κώμαι αυτών.
15:63 τους δε Ιεβουσαίους, τους κατοικούντας την Ιερουσαλήμ, οι υιοί Ιούδα δεν ηδυνήθησαν να εκδιώξωσιν αυτούς· αλλά κατοικούσιν οι Ιεβουσαίοι μετά των υιών Ιούδα εν τη Ιερουσαλήμ έως της ημέρας ταύτης.
16:1 Και έπεσεν ο κλήρος των υιών Ιωσήφ από του Ιορδάνου πλησίον της Ιεριχώ, έως των υδάτων της Ιεριχώ κατά ανατολάς, προς την έρημον την αναβαίνουσαν από της Ιεριχώ διά του όρους Βαιθήλ,
16:2 και εκτείνεται από Βαιθήλ έως Λούζ, και διαβαίνει διά των ορίων του Αρχί-αταρώθ,
16:3 και καταβαίνει εκ δυσμών εις τα όρια του Ιαφλαιτί, έως των ορίων της κάτω Βαιθ-ωρών, και έως Γεζέρ, και εξέρχεται εις την θάλασσαν.
16:4 Και έλαβον την κληρονομίαν αυτών οι υιοί Ιωσήφ, ο Μανασσής και ο Εφραΐμ.
16:5 Και τα όρια των υιών Εφραΐμ κατά τας συγγενείας αυτών ήσαν ταύτα· τα όρια της κληρονομίας αυτών προς το ανατολικόν μέρος ήσαν η Αταρώθ-αδάρ, έως της άνω Βαιθ-ωρών·
16:6 και εξετείνοντο τα όρια προς την θάλασσαν εις Μιχμεθά κατά το βόρειον· και τα όρια έστρεφον κατά το ανατολικόν έως Ταανάθ-σηλώ, και εκείθεν διέβαινον κατά ανατολάς εις Ιανωχά·
16:7 και κατέβαινον από Ιανωχά εις Αταρώθ, και εις Νααράθ, και ήρχοντο εις την Ιεριχώ, και εξήρχοντο εις τον Ιορδάνην·
16:8 τα όρια εξηκολούθησαν από Θαπφουά προς δυσμάς έως του χειμάρρου Κανά, και είχον την διέξοδον αυτών προς την θάλασσαν. Αύτη είναι η κληρονομία της φυλής των υιών Εφραΐμ κατά τας συγγενείας αυτών.
16:9 Ήσαν και πόλεις κεχωρισμέναι διά τους υιούς Εφραΐμ μεταξύ της κληρονομίας των υιών Μανασσή, πάσαι αι πόλεις και αι κώμαι αυτών.
16:10 Και δεν εξεδίωξαν τους Χαναναίους τους κατοικούντας εις Γεζέρ· αλλ' οι Χαναναίοι κατοικούσι μεταξύ των Εφραϊμιτών έως της ημέρας ταύτης, και έγειναν δούλοι υποτελείς.
Καινή Διαθήκη
1 Και εισελθών διήρχετο την Ιεριχώ·
2 και ιδού, άνθρωπος ονομαζόμενος Ζακχαίος, όστις ήτο αρχιτελώνης, και ούτος ήτο πλούσιος,
3 και εζήτει να ίδη τον Ιησούν τις είναι, και δεν ηδύνατο διά τον όχλον, διότι ήτο μικρός το ανάστημα.
4 και δραμών εμπρός ανέβη επί συκομορέαν διά να ίδη αυτόν· επειδή δι' εκείνης της οδού έμελλε να περάση.
5 Και ως ήλθεν εις τον τόπον ο Ιησούς, αναβλέψας είδεν αυτόν και είπε προς αυτόν· Ζακχαίε, κατάβα ταχέως· διότι σήμερον πρέπει να μείνω εν τω οίκω σου.
6 Και κατέβη ταχέως και υπεδέχθη αυτόν μετά χαράς.
7 Και ιδόντες άπαντες εγόγγυζον, λέγοντες ότι εις αμαρτωλόν άνθρωπον εισήλθε να καταλύση.
8 Σταθείς δε ο Ζακχαίος, είπε προς τον Κύριον· Ιδού, τα ημίση των υπαρχόντων μου, Κύριε, δίδω εις τους πτωχούς, και εάν εσυκοφάντησά τινά εις τι, αποδίδω τετραπλούν.
9 Είπε δε προς αυτόν ο Ιησούς ότι, Σήμερον έγεινε σωτηρία εις τον οίκον τούτον, καθότι και αυτός υιός του Αβραάμ είναι.
10 Διότι ο Υιός του ανθρώπου ήλθε να ζητήση και να σώση το απολωλός.
11 Και ενώ αυτοί ήκουον ταύτα, προσθέσας είπε παραβολήν, διότι ήτο πλησίον της Ιερουσαλήμ και αυτοί ενόμιζον ότι η βασιλεία του Θεού έμελλεν ευθύς να φανή·
12 είπε λοιπόν· Άνθρωπος τις ευγενής υπήγεν εις χώραν μακράν διά να λάβη εις εαυτόν βασιλείαν και να υποστρέψη.
13 Και καλέσας δέκα δούλους εαυτού, έδωκεν εις αυτούς δέκα μνας και είπε προς αυτούς· Πραγματευθήτε εωσού έλθω.
14 Οι συμπολίται αυτού όμως εμίσουν αυτόν και απέστειλαν κατόπιν αυτού πρέσβεις, λέγοντες· Δεν θέλομεν τούτον να βασιλεύση εφ' ημάς.
15 Και αφού υπέστρεψε λαβών την βασιλείαν, είπε να προσκληθώσι προς αυτόν οι δούλοι εκείνοι, εις τους οποίους έδωκε το αργύριον, διά να μάθη τι εκέρδησεν έκαστος.
16 Και ήλθεν ο πρώτος, λέγων· Κύριε, η μνα σου εκέρδησε δέκα μνας.
17 Και είπε προς αυτόν· Εύγε, αγαθέ δούλε· επειδή εις το ελάχιστον εφάνης πιστός, έχε εξουσίαν επάνω δέκα πόλεων.
18 Και ήλθεν ο δεύτερος, λέγων· Κύριε, η μνα σου έκαμε πέντε μνας.
19 Είπε δε και προς τούτον· Και συ γενού εξουσιαστής επάνω πέντε πόλεων.
20 Ήλθε και άλλος, λέγων· Κύριε, ιδού η μνα σου, την οποίαν είχον πεφυλαγμένην εν μανδηλίω.
21 Διότι σε εφοβούμην, επειδή είσαι άνθρωπος αυστηρός· λαμβάνεις ό,τι δεν κατέβαλες, και θερίζεις ό,τι δεν έσπειρας.
22 Και λέγει προς αυτόν· Εκ του στόματός σου θέλω σε κρίνει, πονηρέ δούλε· ήξευρες ότι εγώ είμαι άνθρωπος αυστηρός, λαμβάνων ό,τι δεν κατέβαλον, και θερίζων ό,τι δεν έσπειρα·
23 διά τι λοιπόν δεν έδωκας το αργύριόν μου εις την τράπεζαν, ώστε εγώ ελθών ήθελον συνάξει αυτό μετά του τόκου;
24 Και είπε προς τους παρεστώτας· Αφαιρέσατε απ' αυτού την μναν και δότε εις τον έχοντα τας δέκα μνας.
25 Και είπον προς αυτόν· Κύριε, έχει δέκα μνας.
26 Διότι σας λέγω ότι εις πάντα τον έχοντα θέλει δοθή, από δε του μη έχοντος και ό,τι έχει θέλει αφαιρεθή απ' αυτού.
27 Πλην τους εχθρούς μου εκείνους, οίτινες δεν με ηθέλησαν να βασιλεύσω επ' αυτούς, φέρετε εδώ και κατασφάξατε έμπροσθέν μου.
28 Και ειπών ταύτα, προεχώρει αναβαίνων εις Ιεροσόλυμα.
Σοφία
12 Είδες άνθρωπον νομίζοντα εαυτόν σοφόν; μάλλον ελπίς είναι εκ του άφρονος παρά εξ αυτού.
13 Ο οκνηρός λέγει, Λέων είναι εν τη οδώ, λέων εν ταις πλατείαις.
14 Ως η θύρα περιστρέφεται επί τας στρόφιγγας αυτής, ούτως ο οκνηρός επί την κλίνην αυτού.
15 Ο οκνηρός εμβάπτει την χείρα αυτού εις το τρυβλίον και βαρύνεται να επιστρέψη αυτήν εις το στόμα αυτού.
16 Ο οκνηρός νομίζει εαυτόν σοφώτερον παρά επτά σοφούς γνωμοδότας.
17 Όστις διαβαίνων ανακατόνεται εις έριδα μη ανήκουσαν εις αυτόν, ομοιάζει τον πιάνοντα κύνα από των ωτίων.
18 Ως ο μανιακός όστις ρίπτει φλόγας, βέλη και θάνατον,
19 ούτως είναι ο άνθρωπος, όστις απατά τον πλησίον αυτού και λέγει, δεν έκαμον εγώ παίζων;
20 Όπου δεν είναι ξύλα, το πυρ σβύνεται· και όπου δεν είναι ψιθυριστής, η έρις ησυχάζει.
21 Οι άνθρακες διά την ανθρακιάν και τα ξύλα διά το πυρ, και ο φίλερις άνθρωπος διά να εξάπτη έριδας.
22 Οι λόγοι του ψιθυριστού καταπίνονται ηδέως, και καταβαίνουσιν εις τα ενδόμυχα της κοιλίας.
23 Τα ένθερμα χείλη μετά πονηράς καρδίας είναι ως σκωρία αργύρου επικεχρισμένη επί πήλινον αγγείον.
Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.