Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Ημέρα 245 από 365

Νεεμ 10:1–11:36, Ρωμ 7:1–25, Ιώβ 9:24–35

Παλαιά Διαθήκη

Νεεμ 10:1–11:36

10:1 Οι δε επισφραγίσαντες ήσαν Νεεμίας ο Θιρσαθά ο υιός του Αχαλία, και Σεδεκίας,

10:2 Σεραΐας, Αζαρίας, Ιερεμίας,

10:3 Πασχώρ, Αμαρίας, Μαλχίας,

10:4 Χαττούς, Σεβανίας, Μαλλούχ,

10:5 Χαρήμ, Μερημώθ, Οβαδίας,

10:6 Δανιήλ, Γιννεθών, Βαρούχ,

10:7 Μεσσουλλάμ, Αβιά, Μειαμείν,

10:8 Μααζίας, Βιλγαΐ, Σεμαΐας· ούτοι ήσαν οι ιερείς.

10:9 Και οι Λευΐται Ιησούς ο υιός του Αζανία, Βιννουΐ εκ των υιών Ηναδάδ, Καδμιήλ·

10:10 και οι αδελφοί αυτών, Σεβανίας, Ωδίας, Κελιτά, Φελαΐας, Ανάν,

10:11 Μιχά, Ρεώβ, Ασαβίας,

10:12 Ζακχούρ, Σερεβίας, Σεβανίας,

10:13 Ωδίας, Βανί, Βενινού.

10:14 Οι άρχοντες του λαού· Φαρώς, Φαάθ-μωάβ, Ελάμ, Ζατθού, Βανί,

10:15 Βουννί, Αζγάδ, Βηβαΐ,

10:16 Αδωνίας, Βιγουαί, Αδίν,

10:17 Ατήρ, Εζεκίας, Αζούρ,

10:18 Ωδίας, Ασούμ, Βησαί,

10:19 Αρίφ, Αναθώθ, Νεβαΐ,

10:20 Μαγφίας, Μεσουλλάμ, Εζείρ,

10:21 Μεσηζαβεήλ, Σαδώκ, Ιαδδουά,

10:22 Φελατίας, Ανάν, Αναΐας,

10:23 Ωσηέ, Ανανίας, Ασσούβ,

10:24 Αλλωής, Φιλεά, Σωβήκ,

10:25 Ρεούμ, Ασαβνά, Μαασίας,

10:26 και Αχιά, Ανάν, Γανάν,

10:27 Μαλλούχ, Χαρήμ, Βαανά.

10:28 Και το υπόλοιπον του λαού, οι ιερείς, οι Λευΐται, οι πυλωροί, οι ψαλτωδοί, οι Νεθινείμ, και πάντες οι αποχωρισθέντες από των λαών των τόπων προς τον νόμον του Θεού, αι γυναίκες αυτών, οι υιοί αυτών και αι θυγατέρες αυτών, πας εννοών και έχων σύνεσιν,

10:29 ηνώθησαν μετά των αδελφών αυτών, των προκρίτων αυτών, και εισήλθον εις κατάραν και εις όρκον, να περιπατώσιν εις τον νόμον του Θεού, τον δοθέντα διά χειρός Μωϋσέως του δούλου του Θεού, και να φυλάττωσι και να εκτελώσι πάσας τας εντολάς του Κυρίου, του Κυρίου ημών, και τας κρίσεις αυτού και τα διατάγματα αυτού·

10:30 και ότι δεν θέλομεν δώσει τας θυγατέρας ημών εις τους λαούς της γης, και τας θυγατέρας αυτών δεν θέλομεν λάβει εις τους υιούς ημών·

10:31 και, εάν οι λαοί της γης φέρωσιν αγοράσιμα ή οποιασδήποτε τροφάς να πωλήσωσιν εν τη ημέρα του σαββάτου, ότι δεν θέλομεν λάβει ταύτα παρ' αυτών εν σαββάτω και εν ημέρα αγία· και ότι θέλομεν αφήσει το έβδομον έτος και την απαίτησιν παντός χρέους.

10:32 Διετάξαμεν έτι εις εαυτούς να επιφορτισθώμεν να δίδωμεν κατ' έτος εν τρίτον του σίκλου διά την υπηρεσίαν του οίκου του Θεού ημών,

10:33 διά τους άρτους της προθέσεως και διά την παντοτεινήν εξ αλφίτων προσφοράν, και διά την παντοτεινήν ολοκαύτωσιν των σαββάτων, των νεομηνιών, διά τας επισήμους εορτάς και διά τα άγια πράγματα και διά τας περί αμαρτίας προσφοράς, διά να κάμνωμεν εξιλέωσιν υπέρ του Ισραήλ, και διά παν το έργον του οίκου του Θεού ημών.

10:34 Και ερρίψαμεν κλήρους μεταξύ των ιερέων των Λευϊτών και του λαού περί της προσφοράς των ξύλων, διά να φέρωσιν αυτά εις τον οίκον του Θεού ημών, κατά τους οίκους των πατριών ημών, εν ωρισμένοις καιροίς κατ' έτος, διά να καίωσιν επί του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού ημών, κατά το γεγραμμένον εν τω νόμω·

10:35 και διά να φέρωμεν τα πρωτογεννήματα της γης ημών και τα πρωτογεννήματα των καρπών παντός δένδρου, κατ' έτος, προς τον οίκον του Κυρίου·

10:36 και τα πρωτότοκα των υιών ημών και των κτηνών ημών, κατά το γεγραμμένον εν τω νόμω, και τα πρωτότοκα των βοών ημών και των ποιμνίων ημών, να φέρωμεν αυτά εις τον οίκον του Θεού ημών, προς τους ιερείς τους λειτουργούντας εν τω οίκω του Θεού ημών·

10:37 και να φέρωμεν τας απαρχάς του φυράματος ημών και τας προσφοράς ημών και τους καρπούς παντός δένδρου, οίνου και ελαίου, προς τους ιερείς, εις τα οικήματα του οίκου του Θεού ημών· και τα δέκατα της γης ημών προς τους Λευΐτας, και αυτοί οι Λευΐται να λαμβάνωσι τα δέκατα εν πάσαις ταις πόλεσι της γεωργίας ημών.

10:38 Και ο ιερεύς ο υιός του Ααρών θέλει είσθαι μετά των Λευϊτών, όταν οι Λευΐται λαμβάνωσι τα δέκατα· και οι Λευΐται θέλουσιν αναφέρει το δέκατον των δεκάτων εις τον οίκον του Θεού ημών, εις τα οικήματα του οίκου του θησαυρού.

10:39 Διότι οι υιοί Ισραήλ και οι υιοί Λευΐ θέλουσι φέρει τας προσφοράς του σίτου, του οίνου και του ελαίου εις τα οικήματα, όπου είναι τα σκεύη του αγιαστηρίου, και οι ιερείς οι λειτουργούντες και οι πυλωροί και οι ψαλτωδοί· και δεν θέλομεν εγκαταλείψει τον οίκον του Θεού ημών.

11:1 Και κατώκησαν οι άρχοντες του λαού εν Ιερουσαλήμ· και το υπόλοιπον του λαού έρριψαν κλήρους, διά να φέρωσιν ένα εκ των δέκα να κατοικήση εν Ιερουσαλήμ τη αγία πόλει, τα δε εννέα μέρη εν ταις άλλαις πόλεσι.

11:2 Και ηυλόγησεν ο λαός πάντας τους ανθρώπους, όσοι προσέφεραν αυτοπροαιρέτως εαυτούς να κατοικήσωσιν εν Ιερουσαλήμ.

11:3 Ούτοι δε είναι οι άρχοντες της επαρχίας οι κατοικήσαντες εν Ιερουσαλήμ· εν δε ταις πόλεσι του Ιούδα κατώκησαν έκαστος εν τη ιδιοκτησία αυτού, εν ταις πόλεσιν αυτών, ο Ισραήλ, οι ιερείς και οι Λευΐται και οι Νεθινείμ και οι υιοί των δούλων του Σολομώντος.

11:4 Και εν Ιερουσαλήμ κατώκησάν τινές εκ των υιών Ιούδα και εκ των υιών Βενιαμίν· εκ των υιών Ιούδα, Αθαΐας ο υιός του Οζία, υιού Ζαχαρία, υιού Αμαρία, υιού Σεφατία, υιού Μααλελεήλ, εκ των υιών Φαρές·

11:5 και Μαασίας ο υιός του Βαρούχ, υιού Χολ-οζέ, υιού Αζαΐα, υιού Αδαΐα, υιού Ιωϊαρίβ, υιού Ζαχαρία, υιού του Σηλωνί·

11:6 πάντες οι υιοί Φαρές οι κατοικήσαντες εν Ιερουσαλήμ ήσαν τετρακόσιοι εξήκοντα οκτώ άνδρες δυνάμεως.

11:7 Οι δε υιοί Βενιαμίν είναι ούτοι· Σαλλού ο υιός του Μεσουλλάμ, υιού Ιωάδ, υιού Φεδαΐα, υιού Κωλαΐα, υιού Μαασία, υιού Ιθιήλ, υιού Ιεσαΐα·

11:8 και μετ' αυτών, Γαββαεί, Σαλλαΐ, εννεακόσιοι εικοσιοκτώ·

11:9 και Ιωήλ ο υιός του Ζιχρί ήτο έφορος αυτών· ο δε Ιούδας, ο υιός του Σενουά, δεύτερος επί την πόλιν·

11:10 Εκ των ιερέων, Ιεδαΐας ο υιός του Ιωϊαρίβ, Ιαχείν,

11:11 Σεραΐας ο υιός του Χελκία, υιού Μεσσουλλάμ, υιού Σαδώκ, υιού Μεραϊώθ, υιού Αχιτώβ, ο άρχων του οίκου του Θεού.

11:12 Και οι αδελφοί αυτών οι ποιούντες το έργον του οίκου ήσαν οκτακόσιοι εικοσιδύο· και Αδαΐας ο υιός του Ιεροάμ, υιού Φελαλία, υιού Αμσί, υιού Ζαχαρία, υιού Πασχώρ, υιού Μαλχία,

11:13 και οι αδελφοί αυτού, άρχοντες πατριών, διακόσιοι τεσσαράκοντα δύο· και Αμασσαΐ ο υιός του Αζαρεήλ, υιού Ααζαΐ, υιού Μεσιλλεμώθ, υιού Ιμμήρ,

11:14 και οι αδελφοί αυτών, άνδρες δυνατοί εν ισχύϊ, εκατόν εικοσιοκτώ· έφορος δε αυτών ήτο Ζαβδιήλ, υιός του Γεδωλείμ.

11:15 Και εκ των Λευϊτών, Σεμαΐας ο υιός του Ασσούβ, υιού Αζρικάμ, υιού Ασαβία, υιού Βουννί·

11:16 και Σαββεθαΐ και Ιωζαβάδ, εκ των αρχόντων των Λευϊτών, ήσαν επί των εξωτερικών έργων του οίκου του Θεού.

11:17 Και Ματθανίας ο υιός του Μιχά, υιού Ζαβδί, υιού Ασάφ, ήτο ο εξάρχων της υμνωδίας εν τη προσευχή· και Βακβουκίας ο δεύτερος μεταξύ των αδελφών αυτού, και Αβδά ο υιός του Σαμμουά, υιού Ταλάλ, υιού Ιεδουθούν.

11:18 Πάντες οι Λευΐται εν τη αγία πόλει ήσαν διακόσιοι ογδοήκοντα τέσσαρες.

11:19 Οι δε πυλωροί, Ακκούβ, Ταλμών, και οι αδελφοί αυτών οι φυλάττοντες εν ταις πύλαις, ήσαν εκατόν εβδομήκοντα δύο.

11:20 Και το υπόλοιπον του Ισραήλ, οι ιερείς και Λευΐται, ήσαν εν πάσαις ταις πόλεσιν Ιούδα, έκαστος εν τη κληρονομία αυτού.

11:21 Οι δε Νεθινείμ κατώκησαν εν Οφήλ· και ο Σιχά και ο Γισπά ήσαν επί των Νεθινείμ.

11:22 Και ο έφορος των Λευΐτών εν Ιερουσαλήμ ήτο Οζί, ο υιός του Βανί, υιού Ασαβία, υιού Ματθανία, υιού Μιχά. Εκ των υιών του Ασάφ, οι ψαλτωδοί ήσαν επί του έργου του οίκου του Θεού.

11:23 Διότι ήτο προσταγή του βασιλέως περί αυτών, και διατεταγμένον μερίδιον διά τους ψαλτωδούς κατά πάσαν ημέραν.

11:24 Και Πεθαΐα ο υιός του Μεσηζαβεήλ, εκ των υιών του Ζερά υιού του Ιούδα, ήτο επίτροπος του βασιλέως εν πάση υποθέσει περί του λαού.

11:25 Περί δε των χωρίων, μετά των αγρών αυτών, τινές εκ των υιών Ιούδα κατώκησαν εν Κιριάθ-αρβά και ταις κώμαις αυτής, και εν Δαιβών και ταις κώμαις αυτής, και εν Ιεκαβσεήλ και τοις χωρίοις αυτής,

11:26 και εν Ιησουά και εν Μωλαδά και εν Βαιθ-φελέτ,

11:27 και εν Ασάρ-σουάλ και εν Βηρ-σαβεέ και ταις κώμαις αυτής,

11:28 και εν Σικλάγ και εν Μεκονά και εν ταις κώμαις αυτής,

11:29 και εν Εν-ριμμών και εν Σαρεά και εν Ιαρμούθ,

11:30 Ζανωά, Οδολλάμ και τοις χωρίοις αυτών, Λαχείς και τοις αγροίς αυτής, Αζηκά και ταις κώμαις αυτής. Και κατώκησαν από Βηρ-σαβεέ έως της φάραγγος Εννόμ.

11:31 Και οι υιοί Βενιαμίν κατώκησαν από Γεβά εν Μιχμάς και Αιϊά και Βαιθήλ και ταις κώμαις αυτής,

11:32 εν Αναθώθ, Νωβ, Ανανία,

11:33 Ασώρ, Ραμά, Γιτθαΐμ,

11:34 Αδίδ, Σεβωείμ, Νεβαλλάτ,

11:35 Λωδ, και Ωνώ, τη φάραγγι των τεκτόνων.

11:36 Και εκ των Λευϊτών κατώκησαν διαιρέσεις εν Ιούδα και Βενιαμίν.

Καινή Διαθήκη

Ρωμ 7:1–25

1 Η αγνοείτε, αδελφοί, διότι λαλώ προς γινώσκοντας τον νόμον, ότι ο νόμος έχει κυριότητα επί του ανθρώπου εφ' όσον χρόνον ζη;

2 Διότι η ύπανδρος γυνή είναι δεδεμένη διά του νόμου με τον άνδρα ζώντα· εάν δε αποθάνη ο ανήρ, απαλλάττεται από του νόμου του ανδρός.

3 Άρα λοιπόν εάν ζώντος του ανδρός συζευχθή με άλλον άνδρα, θέλει είσθαι μοιχαλίς· εάν όμως αποθάνη ο ανήρ, είναι ελευθέρα από του νόμου, ώστε να μη ήναι μοιχαλίς εάν συζευχθή με άλλον άνδρα.

4 Λοιπόν, αδελφοί μου, και σεις εθανατώθητε ως προς τον νόμον διά του σώματος του Χριστού, διά να συζευχθήτε με άλλον, τον αναστάντα εκ νεκρών, διά να καρποφορήσωμεν εις τον Θεόν.

5 Διότι ότε ήμεθα εν τη σαρκί, τα πάθη των αμαρτιών τα διά του νόμου ενηργούντο εν τοις μέλεσιν ημών, διά να καρποφορήσωμεν εις τον θάνατον·

6 τώρα όμως απηλλάχθημεν από του νόμου, αποθανόντος εκείνου, υπό του οποίου εκρατούμεθα, διά να δουλεύωμεν κατά το νέον πνεύμα και ουχί κατά το παλαιόν γράμμα.

7 Τι λοιπόν θέλομεν ειπεί; ο νόμος είναι αμαρτία; Μη γένοιτο. Αλλά την αμαρτίαν δεν εγνώρισα, ειμή διά του νόμου· διότι και την επιθυμίαν δεν ήθελον γνωρίσει, εάν ο νόμος δεν έλεγε· Μη επιθυμήσης.

8 Αφορμήν δε λαβούσα η αμαρτία διά της εντολής, εγέννησεν εν εμοί πάσαν επιθυμίαν· διότι χωρίς του νόμου η αμαρτία είναι νεκρά.

9 Και εγώ έζων ποτέ χωρίς νόμου· αλλ' ότε ήλθεν η εντολή, ανέζησεν αμαρτία, εγώ δε απέθανον·

10 και η εντολή, ήτις εδόθη προς ζωήν, αυτή ευρέθη εν εμοί προς θάνατον.

11 Διότι η αμαρτία, λαβούσα αφορμήν διά της εντολής, με εξηπάτησε και δι' αυτής με εθανάτωσεν.

12 Ώστε ο μεν νόμος είναι άγιος, και η εντολή αγία και δικαία και αγαθή.

13 το αγαθόν λοιπόν έγεινεν εις εμέ θάνατος; μη γένοιτο. Αλλ' η αμαρτία, διά να φανή αμαρτία, προξενούσα εις εμέ θάνατον διά του αγαθού, ώστε να γείνη καθ' υπερβολήν αμαρτωλός αμαρτία διά της εντολής.

14 Διότι εξεύρομεν ότι ο νόμος είναι πνευματικός· εγώ δε είμαι σαρκικός, πεπωλημένος υπό την αμαρτίαν.

15 Διότι εκείνο, το οποίον πράττω, δεν γνωρίζω· επειδή εκείνο το οποίον θέλω τούτο δεν πράττω, αλλ' εκείνο το οποίον μισώ τούτο πράττω.

16 Εάν δε εκείνο το οποίον δεν θέλω τούτο πράττω, συμφωνώ με τον νόμον, ότι είναι καλός.

17 Τώρα δε δεν πράττω πλέον τούτο εγώ, αλλ' η αμαρτία η κατοικούσα εν εμοί.

18 Διότι εξεύρω ότι δεν κατοικεί εν εμοί, τουτέστιν εν τη σαρκί μου, αγαθόν· επειδή το θέλειν πάρεστιν εις εμέ, το πράττειν όμως το καλόν δεν ευρίσκω·

19 διότι δεν πράττω το αγαθόν, το οποίον θέλω· αλλά το κακόν, το οποίον δεν θέλω, τούτο πράττω.

20 Εάν δε εγώ πράττω εκείνο το οποίον δεν θέλω, δεν εργάζομαι αυτό πλέον εγώ, αλλ' η αμαρτία η κατοικούσα εν εμοί.

21 Ευρίσκω λοιπόν τον νόμον τούτον ότι, ενώ εγώ θέλω να πράττω το καλόν, πάρεστιν εις εμέ το κακόν·

22 διότι ηδύνομαι μεν εις τον νόμον του Θεού κατά τον εσωτερικόν άνθρωπον,

23 βλέπω όμως εν τοις μέλεσί μου άλλον νόμον αντιμαχόμενον εις τον νόμον του νοός μου, και αιχμαλωτίζοντά με εις τον νόμον της αμαρτίας, τον όντα εν τοις μέλεσί μου.

24 Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ· τις θέλει με ελευθερώσει από του σώματος του θανάτου τούτου;

25 Ευχαριστώ εις τον Θεόν διά Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών. Άρα λοιπόν αυτός εγώ με τον νούν μεν δουλεύω εις τον νόμον του Θεού, με την σάρκα δε εις τον νόμον της αμαρτίας.

Σοφία

Ιώβ 9:24–35

24 Η γη παρεδόθη εις τας χείρας του ασεβούς· αυτός σκεπάζει τα πρόσωπα των κριτών αυτής· αν ουχί αυτός, που και τις είναι;

25 Αι δε ημέραι μου είναι ταχυδρόμου ταχύτεραι· φεύγουσι και δεν βλέπουσι καλόν.

26 Παρήλθον ως πλοία σπεύδοντα· ως αετός πετώμενος επί το θήραμα.

27 Εάν είπω, Θέλω λησμονήσει το παράπονόν μου, θέλω παραιτήσει το πένθος μου και παρηγορηθή·

28 τρομάζω διά πάσας τας θλίψεις μου, γνωρίζων ότι δεν θέλεις με αθωώσει.

29 Είμαι ασεβής· διά τι λοιπόν να κοπιάζω εις μάτην;

30 Εάν λουσθώ εν ύδατι χιόνος και επιμελώς αποκαθαρίσω τας χείρας μου·

31 συ όμως θέλεις με βυθίσει εις τον βόρβορον, ώστε και αυτά μου τα ιμάτια θέλουσι με βδελύττεσθαι.

32 Διότι δεν είναι άνθρωπος ως εγώ, διά να αποκριθώ προς αυτόν, και να έλθωμεν εις κρίσιν ομού.

33 Δεν υπάρχει μεσίτης μεταξύ ημών, διά να βάλη την χείρα αυτού επ' αμφοτέρους ημάς.

34 Ας απομακρύνη απ' εμού την ράβδον αυτού, και ο φόβος αυτού ας μη με εκπλήττη·

35 τότε θέλω λαλήσει και δεν θέλω φοβηθή αυτόν· διότι ούτω δεν είμαι εν εμαυτώ.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.