Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Ημέρα 242 από 365

Νεεμ 6:1–7:73, Ρωμ 4:1–25, Ιώβ 9:1–10

Παλαιά Διαθήκη

Νεεμ 6:1–7:73

6:1 Καθώς δε ήκουσαν ο Σαναβαλλάτ και ο Τωβίας και ο Γησέμ ο Άραψ και οι λοιποί εκ των εχθρών ημών, ότι εγώ ωκοδόμησα το τείχος και δεν έμεινε πλέον χάλασμα εις αυτό, αν και μέχρις εκείνου του καιρού θύρας δεν έστησα επί των πυλών,

6:2 ο Σαναβαλλάτ και ο Γησέμ απέστειλαν προς εμέ, λέγοντες, Έλθετε, και ας συναχθώμεν ομού εις τινά εκ των κωμών εν τη πεδιάδι Ωνώ. Εβουλεύοντο δε να κάμωσιν εις εμέ κακόν.

6:3 Και απέστειλα μηνυτάς προς αυτούς, λέγων, Έργον μέγα κάμνω και δεν δύναμαι να καταβώ· διά τι να παύση το έργον, όταν εγώ αφήσας αυτό καταβώ προς εσάς;

6:4 Και απέστειλαν προς εμέ τετράκις κατά τον τρόπον τούτον· και εγώ απεκρίθην προς αυτούς κατά τον αυτόν τρόπον.

6:5 Τότε ο Σαναβαλλάτ απέστειλε προς εμέ τον δούλον αυτού κατά τον αυτόν τρόπον, πέμπτην φοράν, με ανοικτήν επιστολήν εις την χείρα αυτού·

6:6 εν ή ήτο γεγραμμένον, Ηκούσθη μεταξύ των εθνών, και ο Γασμού λέγει, ότι συ και οι Ιουδαίοι βουλεύεσθε να επαναστατήσητε· διά τούτο συ οικοδομείς το τείχος, διά να γείνης βασιλεύς αυτών, κατά τους λόγους τούτους·

6:7 έτι διώρισας προφήτας, να κηρύττωσι περί σου εν Ιερουσαλήμ, λέγοντες, Είναι βασιλεύς εν Ιούδα· και τώρα θέλει απαγγελθή προς τον βασιλέα κατά τους λόγους τούτους· ελθέ λοιπόν τώρα, και ας συμβουλευθώμεν ομού.

6:8 Τότε απέστειλα προς αυτόν, λέγων, Δεν είναι τοιαύτα πράγματα καθώς συ λέγεις, αλλά συ πλάττεις αυτά εκ της καρδίας σου.

6:9 Διότι πάντες ούτοι εφοβέριζον ημάς, λέγοντες, Θέλουσιν εξασθενήσει αι χείρες αυτών από του έργου, και δεν θέλει εκτελεσθή. Τώρα λοιπόν, Θεέ, κραταίωσον τας χείρας μου.

6:10 Και εγώ υπήγα εις την οικίαν του Σεμαΐα, υιού του Δαλαΐα, υιού του Μεεταβεήλ, όστις ήτο κεκλεισμένος· και είπεν, Ας συνέλθωμεν ομού εις τον οίκον του Θεού, εντός του ναού, και ας κλείσωμεν τας θύρας του ναού· διότι αυτοί έρχονται να σε φονεύσωσι· ναι, την νύκτα έρχονται να σε φονεύσωσιν.

6:11 Αλλ' εγώ απεκρίθην, Άνθρωπος οποίος εγώ ήθελον φύγει; και τις, οποίος εγώ, ήθελεν εισέλθει εις τον ναόν διά να σώση την ζωήν αυτού; δεν θέλω εισέλθει.

6:12 Και ιδού, εγνώρισα ότι ο Θεός δεν απέστειλεν αυτόν να προφέρη την προφητείαν ταύτην εναντίον μου· αλλ' ότι ο Τωβίας και ο Σαναβαλλάτ εμίσθωσαν αυτόν.

6:13 Διά τούτο ήτο μεμισθωμένος, διά να φοβηθώ και να κάμω ούτω και να αμαρτήσω, και να έχωσιν αφορμήν να κακολογήσωσι, διά να με ονειδίσωσι.

6:14 Μνήσθητι, Θεέ μου, του Τωβία και του Σαναβαλλάτ κατά τα έργα αυτών ταύτα, και έτι της προφητίσσης Νωαδίας και των λοιπών προφητών, οίτινες με εφοβέριζον.

6:15 Ούτω συνετελέσθη το τείχος κατά την εικοστήν πέμπτην του μηνός Ελούλ, εν πεντήκοντα δύο ημέραις.

6:16 Και ότε ήκουσαν πάντες οι εχθροί ημών, τότε εφοβήθησαν πάντα τα έθνη τα πέριξ ημών, και εταπεινώθησαν σφόδρα εις τους οφθαλμούς εαυτών· διότι εγνώρισαν ότι παρά του Θεού ημών έγεινε το έργον τούτο.

6:17 Προσέτι εν ταις ημέραις εκείναις οι πρόκριτοι του Ιούδα έπεμπον συνεχώς τας επιστολάς αυτών προς τον Τωβίαν, και αι του Τωβία ήρχοντο προς αυτούς.

6:18 Διότι ήσαν εν τω Ιούδα πολλοί ώρκισμένοι εις αυτόν, επειδή ήτο γαμβρός του Σεχανία, υιού του Αράχ· και Ιωανάν ο υιός αυτού είχε λάβει την θυγατέρα του Μεσουλλάμ, υιού του Βαραχίου.

6:19 Μάλιστα διηγούντο ενώπιόν μου τας αγαθοεργίας αυτού, και ανέφερον προς αυτόν τους λόγους μου. Και ο Τωβίας έστελλεν επιστολάς διά να με φοβερίζη.

7:1 Αφού δε το τείχος εκτίσθη, και έστησα τας θύρας, και διωρίσθησαν οι πυλωροί και οι ψαλτωδοί και οι Λευΐται,

7:2 προσέταξα περί της Ιερουσαλήμ τον αδελφόν μου Ανανί και τον Ανανίαν τον άρχοντα του φρουρίου· διότι ήτο ως άνθρωπος πιστός και φοβούμενος τον Θεόν, υπέρ πολλούς.

7:3 Και είπα προς αυτούς, Ας μη ανοίγωνται αι πύλαι της Ιερουσαλήμ εωσού θερμάνη ο ήλιος· και εκείνων έτι παρόντων, να κλείωνται αι θύραι και να ασφαλίζωνται και φυλακαί να διορίζωνται εκ των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, έκαστος εν τη φυλακή αυτού και έκαστος απέναντι της οικίας αυτού.

7:4 Και η πόλις ήτο ευρύχωρος και μεγάλη, ο δε λαός ολίγος εν αυτή, και οικίαι δεν ήσαν ωκοδομημέναι.

7:5 Και έβαλεν ο Θεός μου εν τη καρδία μου να συνάξω τους προκρίτους και τους προεστώτας και τον λαόν, διά να αριθμηθώσι κατά γενεαλογίαν. Και εύρηκα βιβλίον της γενεαλογίας εκείνων, οίτινες ανέβησαν κατ' αρχάς και εύρηκα γεγραμμένον εν αυτώ.

7:6 Ούτοι είναι οι άνθρωποι της επαρχίας, οι αναβάντες εκ της αιχμαλωσίας, εκ των μετοικισθέντων, τους οποίους μετώκισε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, και επιστρέψαντες εις Ιερουσαλήμ και εις την Ιουδαίαν, έκαστος εις την πόλιν αυτού·

7:7 οι ελθόντες μετά Ζοροβάβελ, Ιησού, Νεεμία, Αζαρία, Ρααμία, Νααμανί, Μαροδοχαίου, Βιλσάν, Μισπερέθ, Βιγουαί, Νεούμ, Βαανά. Αριθμός των ανδρών του λαού Ισραήλ·

7:8 υιοί Φαρώς, δισχίλιοι εκατόν εβδομήκοντα δύο.

7:9 Υιοί Σεφατία, τριακόσιοι εβδομήκοντα δύο.

7:10 Υιοί Αράχ, εξακόσιοι πεντήκοντα δύο.

7:11 Υιοί Φαάθ-μωάβ, εκ των υιών Ιησού και Ιωάβ, δισχίλιοι και οκτακόσιοι δεκαοκτώ.

7:12 Υιοί Ελάμ, χίλιοι διακόσιοι πεντήκοντα τέσσαρες.

7:13 Υιοί Ζατθού, οκτακόσιοι τεσσαράκοντα πέντε.

7:14 Υιοί Ζακχαί, επτακόσιοι εξήκοντα.

7:15 Υιοί Βιννουΐ, εξακόσιοι τεσσαράκοντα οκτώ.

7:16 Υιοί Βηβαΐ, εξακόσιοι εικοσιοκτώ.

7:17 Υιοί Αζγάδ, δισχίλιοι τριακόσιοι εικοσιδύο.

7:18 Υιοί Αδωνικάμ, εξακόσιοι εξήκοντα επτά.

7:19 Υιοί Βιγουαί, δισχίλιοι εξήκοντα επτά.

7:20 Υιοί Αδίν, εξακόσιοι πεντήκοντα πέντε.

7:21 Υιοί Ατήρ εκ του Εζεκίου, ενενήκοντα οκτώ.

7:22 Υιοί Ασούμ, τριακόσιοι εικοσιοκτώ.

7:23 Υιοί Βησαί, τριακόσιοι εικοσιτέσσαρες.

7:24 Υιοί Αρίφ, εκατόν δώδεκα.

7:25 Υιοί Γαβαών, ενενήκοντα πέντε.

7:26 Άνδρες Βηθλεέμ και Νετωφά, εκατόν ογδοήκοντα οκτώ.

7:27 Άνδρες Αναθώθ, εκατόν εικοσιοκτώ.

7:28 Άνδρες Βαιθ-ασμαβέθ, τεσσαράκοντα δύο.

7:29 Άνδρες Κιριάθ-ιαρείμ, Χεφειρά, και Βηρώθ, επτακόσιοι τεσσαράκοντα τρεις.

7:30 Άνδρες Ραμά και Γαβαά, εξακόσιοι είκοσι και εις.

7:31 Άνδρες Μιχμάς, εκατόν εικοσιδύο.

7:32 Άνδρες Βαιθήλ, και Γαί, εκατόν εικοσιτρείς.

7:33 Άνδρες της άλλης Νεβώ, πεντήκοντα δύο.

7:34 Υιοί του άλλου Ελάμ, χίλιοι διακόσιοι πεντήκοντα τέσσαρες.

7:35 Υιοί Χαρήμ, τριακόσιοι είκοσι.

7:36 Υιοί Ιεριχώ, τριακόσιοι τεσσαράκοντα πέντε.

7:37 Υιοί Λωδ, Αδίδ, και Ωνώ, επτακόσιοι είκοσι και εις.

7:38 Υιοί Σεναά, τρισχίλιοι εννεακόσιοι τριάκοντα.

7:39 Οι ιερείς· υιοί Ιεδαΐα, εκ του οίκου Ιησού, εννεακόσιοι εβδομήκοντα τρεις.

7:40 Υιοί Ιμμήρ, χίλιοι πεντήκοντα δύο.

7:41 Υιοί Πασχώρ, χίλιοι διακόσιοι τεσσαράκοντα επτά.

7:42 Υιοί Χαρήμ, χίλιοι δεκαεπτά.

7:43 Οι Λευΐται· υιοί Ιησού εκ του Καδμιήλ, εκ των υιών Ωδαυΐα, εβδομήκοντα τέσσαρες.

7:44 Οι ψαλτωδοί· υιοί Ασάφ, εκατόν τεσσαράκοντα οκτώ.

7:45 Οι πυλωροί· υιοί Σαλλούμ, υιοί Ατήρ, υιοί Ταλμών, υιοί Ακκούβ, υιοί Ατιτά, υιοί Σωβαί, εκατόν τριάκοντα οκτώ.

7:46 Οι Νεθινείμ· υιοί Σιχά, υιοί Ασουφά, υιοί Ταββαώθ,

7:47 υιοί Κηρώς, υιοί Σιαά, υιοί Φαδών,

7:48 υιοί Λεβανά, υιοί Αγαβά, υιοί Σαλμαί,

7:49 υιοί Ανάν, υιοί Γιδδήλ, υιοί Γαάρ,

7:50 υιοί Ρεαΐα, υιοί Ρεσίν, υιοί Νεκωδά,

7:51 υιοί Γαζάμ, υιοί Ουζά, υιοί Φασεά,

7:52 υιοί Βησαί, υιοί Μεουνείμ, υιοί Ναφουσεσείμ,

7:53 υιοί Βακβούκ, υιοί Ακουφά, υιοί Αρούρ,

7:54 υιοί Βασλίθ, υιοί Μεϊδά, υιοί Αρσά,

7:55 υιοί Βαρκώς, υιοί Σισάρα, υιοί Θαμά,

7:56 υιοί Νεσιά, υιοί Ατιφά.

7:57 Οι υιοί των δούλων του Σολομώντος· υιοί Σωταΐ, υιοί Σωφερέθ, υιοί Φερειδά,

7:58 υιοί Ιααλά, υιοί Δαρκών, υιοί Γιδδήλ,

7:59 υιοί Σεφατία, υιοί Αττίλ, υιοί Φοχερέθ από Σεβαΐμ, υιοί Αμών.

7:60 Πάντες οι Νεθινείμ, και οι υιοί των δούλων του Σολομώντος, ήσαν τριακόσιοι ενενήκοντα δύο.

7:61 Ούτοι δε ήσαν οι αναβάντες από Θελ-μελάχ, Θελ-αρησά, Χερούβ, Αδδών, και Ιμμήρ· δεν ηδύναντο όμως να δείξωσι τον οίκον της πατριάς αυτών και το σπέρμα αυτών, αν ήσαν εκ του Ισραήλ·

7:62 Υιοί Δαλαΐα, υιοί Τωβία, υιοί Νεκωδά, εξακόσιοι τεσσαράκοντα δύο.

7:63 Και εκ των ιερέων· υιοί Αβαΐα, υιοί Ακκώς, υιοί Βαρζελλαΐ, όστις έλαβε γυναίκα εκ των θυγατέρων Βαρζελλαΐ του Γαλααδίτου και ωνομάσθη κατά το όνομα αυτών.

7:64 Ούτοι εζήτησαν την καταγραφήν αυτών μεταξύ των απαριθμηθέντων κατά γενεαλογίαν, και δεν ευρέθη· όθεν εξεβλήθησαν από της ιερατείας.

7:65 Και είπε προς αυτούς ο Θιρσαθά, να μη φάγωσιν από των αγιωτάτων πραγμάτων, εωσού αναστηθή ιερεύς μετά Ουρίμ και Θουμμίμ.

7:66 Πάσα η σύναξις ομού ήσαν τεσσαράκοντα δύο χιλιάδες τριακόσιοι εξήκοντα,

7:67 εκτός των δούλων αυτών και των θεραπαινίδων αυτών, οίτινες ήσαν επτακισχίλιοι τριακόσιοι τριάκοντα επτά· και πλην τούτων διακόσιοι τεσσαράκοντα πέντε ψαλτωδοί και ψάλτριαι.

7:68 Οι ίπποι αυτών, επτακόσιοι τριάκοντα έξ· αι ημίονοι αυτών, διακόσιαι τεσσαράκοντα πέντε·

7:69 αι κάμηλοι, τετρακόσιαι τριάκοντα πέντε· αι όνοι, εξακισχίλιαι επτακόσιαι είκοσι.

7:70 Και τινές εκ των αρχηγών των πατριών έδωκαν διά το έργον. Ο Θιρσαθά έδωκεν εις το θησαυροφυλάκιον χιλίας δραχμάς χρυσίου, πεντήκοντα φιάλας, πεντακοσίους τριάκοντα ιερατικούς χιτώνας.

7:71 Και τινές εκ των αρχηγών των πατριών έδωκαν εις το θησαυροφυλάκιον του έργου είκοσι χιλιάδας δραχμάς χρυσίου και δύο χιλιάδας διακοσίας μνας αργυρίου.

7:72 Και το δοθέν από του επιλοίπου λαού ήτο είκοσι χιλιάδες δραχμαί χρυσίου, και δισχίλιαι μναι αργυρίου, και εξήκοντα επτά ιερατικοί χιτώνες.

7:73 Ούτως οι ιερείς και οι Λευΐται και οι πυλωροί και οι ψαλτωδοί και μέρος εκ του λαού και οι Νεθινείμ και πας ο Ισραήλ, κατώκησαν εν ταις πόλεσιν αυτών. Και ότε έφθασεν ο έβδομος μην, οι υιοί Ισραήλ ήσαν εν ταις πόλεσιν αυτών.

Καινή Διαθήκη

Ρωμ 4:1–25

1 Τι λοιπόν θέλομεν ειπεί ότι απήλαυσεν Αβραάμ ο πατήρ ημών κατά σάρκα;

2 Διότι εάν ο Αβραάμ εδικαιώθη εκ των έργων, έχει καύχημα, αλλ' ουχί ενώπιον του Θεού.

3 Επειδή τι λέγει η γραφή; Και επίστευσεν Αβραάμ εις τον Θεόν, και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην.

4 Εις δε τον εργαζόμενον ο μισθός δεν λογίζεται ως χάρις, αλλ' ως χρέος·

5 εις τον μη εργαζόμενον όμως, πιστεύοντα δε εις τον δικαιούντα τον ασεβή, η πίστις αυτού λογίζεται εις δικαιοσύνην,

6 καθώς και ο Δαβίδ λέγει τον μακαρισμόν του ανθρώπου, εις τον οποίον ο Θεός λογίζεται δικαιοσύνην, χωρίς έργων·

7 Μακάριοι εκείνοι, των οποίων συνεχωρήθησαν αι ανομίαι και των οποίων εσκεπάσθησαν αι αμαρτίαι·

8 μακάριος ο άνθρωπος, εις τον οποίον ο Κύριος δεν θέλει λογίζεσθαι αμαρτίαν.

9 Ούτος λοιπόν ο μακαρισμός γίνεται διά τους περιτετμημένους ή και διά τους απεριτμήτους; διότι λέγομεν ότι η πίστις ελογίσθη εις τον Αβραάμ εις δικαιοσύνην.

10 Πως λοιπόν ελογίσθη; ότε ήτο εν περιτομή ή εν ακροβυστία; Ουχί εν περιτομή αλλ' εν ακροβυστία·

11 και έλαβε το σημείον της περιτομής, σφραγίδα της δικαιοσύνης της εκ πίστεως της εν τη ακροβυστία, διά να ήναι αυτός πατήρ πάντων των πιστευόντων ενώ υπάρχουσιν εν τη ακροβυστία, διά να λογισθή και εις αυτούς η δικαιοσύνη,

12 και πατήρ της περιτομής, ουχί μόνον εις τους περιτετμημένους, αλλά και εις τους περιπατούντας εις τα ίχνη της πίστεως του πατρός ημών Αβραάμ της εν τη ακροβυστία.

13 Επειδή η επαγγελία προς τον Αβραάμ ή προς το σπέρμα αυτού, ότι έμελλε να ήναι κληρονόμος του κόσμου, δεν έγεινε διά του νόμου, αλλά διά της δικαιοσύνης της εκ πίστεως.

14 Διότι εάν ήναι κληρονόμοι οι εκ του νόμου, η πίστις εματαιώθη και κατηργήθη η επαγγελία·

15 επειδή ο νόμος επιφέρει οργήν· διότι όπου δεν υπάρχει νόμος, ουδέ παράβασις υπάρχει.

16 Διά τούτο εκ πίστεως η κληρονομία, διά να ήναι κατά χάριν, ώστε η επαγγελία να ήναι βεβαία εις άπαν το σπέρμα, ουχί μόνον το εκ του νόμου, αλλά και το εκ της πίστεως του Αβραάμ, όστις είναι πατήρ πάντων ημών,

17 καθώς είναι γεγραμμένον, ότι πατέρα πολλών εθνών σε κατέστησα, ενώπιον του Θεού εις τον οποίον επίστευσε, του ζωοποιούντος τους νεκρούς και καλούντος τα μη όντα ως όντα·

18 όστις καίτοι μη έχων ελπίδα επίστευσεν επ' ελπίδι, ότι έμελλε να γείνη πατήρ πολλών εθνών κατά το λαληθέν· Ούτω θέλει είσθαι το σπέρμα σου·

19 και μη ασθενήσας κατά την πίστιν δεν εσυλλογίσθη το σώμα αυτού ότι ήτο ήδη νενεκρωμένον, εκατονταετής περίπου ων, και την νέκρωσιν της μήτρας της Σάρρας·

20 ουδέ εδίστασεν εις την επαγγελίαν του Θεού διά της απιστίας, αλλ' ενεδυναμώθη εις την πίστιν, δοξάσας τον Θεόν,

21 και πεποιθώς ότι εκείνο, το οποίον υπεσχέθη, είναι δυνατός και να εκτελέση.

22 Διά τούτο και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην.

23 Δεν εγράφη δε δι' αυτόν μόνον, ότι ελογίσθη εις αυτόν,

24 αλλά και δι' ημάς, εις τους οποίους μέλλει να λογισθή, τους πιστεύοντας εις τον αναστήσαντα εκ νεκρών Ιησούν τον Κύριον ημών,

25 όστις παρεδόθη διά τας αμαρτίας ημών και ανέστη διά την δικαίωσιν ημών.

Σοφία

Ιώβ 9:1–10

1 Και απεκρίθη ο Ιώβ και είπεν·

2 Αληθώς εξεύρω ότι ούτως έχει· αλλά πως ο άνθρωπος θέλει δικαιωθή ενώπιον του Θεού;

3 Εάν θελήση να διαδικασθή μετ' αυτού δεν δύναται να αποκριθή προς αυτόν εν εκ χιλίων.

4 Είναι σοφός την καρδίαν και κραταιός την δύναμιν· τις εσκληρύνθη εναντίον αυτού και ευτύχησεν;

5 Αυτός μετακινεί τα όρη, και δεν γνωρίζουσι τις έστρεψεν αυτά εν τη οργή αυτού.

6 Αυτός σείει την γην από του τόπου αυτής, και οι στύλοι αυτής σαλεύονται.

7 Αυτός προστάζει τον ήλιον, και δεν ανατέλλει· και κρύπτει υπό σφραγίδα τα άστρα.

8 Αυτός μόνος εκτείνει τους ουρανούς και πατεί επί τα ύψη της θαλάσσης.

9 Αυτός κάμνει τον Αρκτούρον, τον Ωρίωνα και την Πλειάδα και τα ταμεία του νότου.

10 Αυτός κάμνει μεγαλεία ανεξιχνίαστα και θαυμάσια αναρίθμητα.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.