Η ΒΙΒΛΟΣΈκδοση Βαϊκάλης
EL
Ρυθμίσεις

Ημέρα 335 από 365

Ιεζ 48:1–35, Δαν 1:1–21, Εβρ 9:1–28, Ιώβ 35:1–16

Παλαιά Διαθήκη

Ιεζ 48:1–35

1 Ταύτα δε είναι τα ονόματα των φυλών· από του βορείου άκρου, κατά την οδόν της Εθλών, καθώς υπάγει τις εις Αιμάθ, Ασάρ-ενάν, το όριον της Δαμασκού προς βορράν, κατά το μέρος της Αιμάθ· και ταύτα είναι το ανατολικόν αυτού πλευρόν και το δυτικόν· του Δαν, εν μερίδιον.

2 Και πλησίον του ορίου του Δαν, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Ασήρ, εν.

3 Και πλησίον του ορίου του Ασήρ, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Νεφθαλί, εν.

4 Και πλησίον του ορίου του Νεφθαλί, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Μανασσή, εν.

5 Και πλησίον του ορίου του Μανασσή, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Εφραΐμ, εν.

6 Και πλησίον του ορίου του Εφραΐμ, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Ρουβήν, εν.

7 Και πλησίον του ορίου του Ρουβήν, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Ιούδα, εν.

8 Και πλησίον του ορίου του Ιούδα, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, θέλει είσθαι το μερίδιον, το οποίον θέλετε αφιερώσει από εικοσιπέντε χιλιάδων καλάμων εις πλάτος, κατά δε το μήκος ως εν των άλλων μεριδίων, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού· και το αγιαστήριον θέλει είσθαι εν μέσω αυτού.

9 Η μερίς, την οποίαν θέλετε αφιερώσει εις τον Κύριον, θέλει είσθαι από είκοσιπέντε χιλιάδων κατά μήκος και δέκα χιλιάδων κατά πλάτος.

10 Και δι' αυτούς, διά τους ιερείς, θέλει είσθαι αύτη η αγία μερίς, προς βορράν είκοσιπέντε χιλιάδων κατά μήκος και προς δυσμάς δέκα χιλιάδων κατά πλάτος και προς ανατολάς δέκα χιλιάδων κατά πλάτος και προς νότον είκοσιπέντε χιλιάδων κατά μήκος· και το αγιαστήριον του Κυρίου θέλει είσθαι εν μέσω αυτού.

11 Αύτη θέλει είσθαι διά τους ιερείς τους καθιερωθέντας, εκ των υιών Σαδώκ, τους φυλάξαντας την φυλακήν μου, τους μη αποπλανηθέντας εις την αποπλάνησιν των υιών Ισραήλ, καθώς απεπλανήθησαν οι Λευΐται.

12 Και αύτη η αφιερωθείσα μερίς της γης θέλει είσθαι εις αυτούς αγιωτάτη, πλησίον του ορίου των Λευϊτών.

13 Και πλησίον του ορίου των ιερέων θέλουσιν έχει οι Λευΐται είκοσιπέντε χιλιάδας κατά μήκος και δέκα χιλιάδας κατά πλάτος· όλον το μήκος θέλει είσθαι είκοσιπέντε χιλιάδων και το πλάτος δέκα χιλιάδων.

14 Και δεν θέλουσι πωλήσει εξ αυτού ουδέ θέλουσιν αλλάξει ουδέ θέλουσιν απαλλοτριώσει τα πρωτογεννήματα της γής· διότι είναι άγιον εις τον Κύριον.

15 Αι δε πέντε χιλιάδες αι περισσεύουσαι εις το πλάτος απέναντι των είκοσιπέντε χιλιάδων θέλουσιν είσθαι τόπος βέβηλος διά την πόλιν, προς κατοίκησιν και διά προάστεια· και η πόλις θέλει είσθαι εν μέσω αυτού.

16 Και ταύτα θέλουσιν είσθαι τα μέτρα αυτής· το βόρειον πλευρόν τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσιαι και το μεσημβρινόν πλευρόν τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσιαι και κατά το ανατολικόν πλευρόν τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσιαι και το δυτικόν πλευρόν τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσιαι.

17 Και τα προάστεια της πόλεως θέλουσιν είσθαι προς βορράν διακόσιαι πεντήκοντα και προς νότον διακόσιαι πεντήκοντα και προς ανατολάς διακόσιαι πεντήκοντα και προς δυσμάς διακόσιαι πεντήκοντα.

18 Και το επίλοιπον κατά μήκος το συνεχόμενον μετά της αγίας μερίδος, δέκα χιλιάδες προς ανατολάς και δέκα χιλιάδες προς δυσμάς, και θέλει συνέχεσθαι μετά της αγίας μερίδος, και τα γεννήματα αυτού θέλουσιν είσθαι διά τροφήν των υπηρετούντων την πόλιν.

19 Και οι υπηρετούντες την πόλιν θέλουσιν υπηρετεί αυτήν εκ πασών των φυλών του Ισραήλ.

20 Άπαν το αφιέρωμα θέλει είσθαι εικοσιπέντε χιλιάδων μετά εικοσιπέντε χιλιάδων· τετράγωνον θέλετε αφιερώσει την αγίαν μερίδα, μετά της ιδιοκτησίας της πόλεως.

21 Και το υπόλοιπον θέλει είσθαι διά τον άρχοντα, εντεύθεν και εντεύθεν της αγίας μερίδος, και της ιδιοκτησίας της πόλεως, απέναντι των εικοσιπέντε χιλιάδων του αφιερώματος κατά το ανατολικόν όριον, και προς δυσμάς απέναντι των εικοσιπέντε χιλιάδων κατά το δυτικόν όριον, πλησίον των μερίδων του άρχοντος. Ούτω θέλει είσθαι αγία μερίς· και το αγιαστήριον του οίκου εν μέσω αυτού.

22 Και εκ της ιδιοκτησίας των Λευϊτών και εκ της ιδιοκτησίας της πόλεως, αίτινες είναι εν μέσω του ανήκοντος εις τον άρχοντα, μεταξύ του ορίου του Ιούδα και του ορίου του Βενιαμίν, τούτο θέλει είσθαι του άρχοντος.

23 Περί δε των επιλοίπων φυλών, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Βενιαμίν, εν μερίδιον.

24 Και πλησίον του ορίου του Βενιαμίν, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Συμεών, εν.

25 Και πλησίον του ορίου του Συμεών, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Ισσάχαρ, εν.

26 Και πλησίον του ορίου του Ισσάχαρ, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Ζαβουλών, εν.

27 Και πλησίον του ορίου του Ζαβουλών, από του ανατολικού πλευρού έως του δυτικού πλευρού, του Γαδ, εν.

28 Και πλησίον του ορίου του Γαδ κατά το μεσημβρινόν πλευρόν προς νότον, το όριον θέλει είσθαι από Θαμάρ έως των υδάτων της Μεριβά Κάδης, κατά τον χείμαρρον έως της μεγάλης θαλάσσης.

29 Αύτη είναι η γη, την οποίαν θέλετε κληρώσει εις τας φυλάς του Ισραήλ διά κληρονομίαν, και αύται είναι αι μερίδες αυτών, λέγει Κύριος ο Θεός.

30 Και αύτη είναι η έκτασις της πόλεως η προς βορράν, τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσια μέτρα.

31 Και αι πύλαι της πόλεως θέλουσιν είσθαι κατά τα ονόματα των φυλών Ισραήλ· τρεις πύλαι προς βορράν· η πύλη του Ρουβήν μία, η πύλη του Ιούδα μία, πύλη του Λευΐ μία.

32 Και κατά το ανατολικόν πλευρόν τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσια μέτρα· και τρεις πύλαι· και η πύλη του Ιωσήφ μία, η πύλη του Βενιαμίν μία, η πύλη του Δαν μία.

33 Και κατά το μεσημβρινόν πλευρόν τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσια μέτρα, και τρεις πύλαι· η πύλη του Συμεών μία, η πύλη του Ισσάχαρ μία, η πύλη του Ζαβουλών μία.

34 Κατά το δυτικόν πλευρόν τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσια· αι πύλαι αυτών τρείς· η πύλη του Γαδ μία, η πύλη του Ασήρ μία, η πύλη του Νεφθαλί μία.

35 Η περιφέρεια ήτο δεκαοκτώ χιλιάδων μέτρων. Και το όνομα της πόλεως απ' εκείνης της ημέρας θέλει είσθαι, Ο Κύριος εκεί.

Δαν 1:1–21

1 Εν τω τρίτω έτει της βασιλείας του Ιωακείμ, βασιλέως του Ιούδα, ήλθε Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος εις Ιερουσαλήμ και επολιόρκησεν αυτήν.

2 Και παρέδωκε Κύριος εις την χείρα αυτού τον Ιωακείμ, βασιλέα του Ιούδα, και μέρος των σκευών του οίκου του Θεού· και έφερεν αυτά εις γην Σενναάρ, εις τον οίκον του θεού αυτού· και εισήγαγε τα σκεύη εις το θησαυροφυλάκιον του θεού αυτού.

3 Και είπεν ο βασιλεύς προς τον Ασφενάζ τον αρχιευνούχον αυτού, να φέρη εκ των υιών Ισραήλ και εκ του σπέρματος του βασιλικού και εκ των αρχόντων

4 νεανίσκους μη έχοντας μηδένα μώμον και ωραίους την όψιν και νοήμονας εν πάση σοφία και ειδήμονας πάσης γνώσεως και έχοντας φρόνησιν και δυναμένους να ίστανται εν τω παλατίω του βασιλέως και να διδάσκη αυτούς τα γράμματα και την γλώσσαν των Χαλδαίων.

5 Και διέταξεν εις αυτούς ο βασιλεύς καθημερινήν μερίδα από των βασιλικών εδεσμάτων και από του οίνου, τον οποίον αυτός έπινε· και αφού ανατραφώσι τρία έτη, να ίστανται μετά ταύτα ενώπιον του βασιλέως.

6 Και μεταξύ τούτων ήσαν, εκ των υιών Ιούδα, Δανιήλ, Ανανίας, Μισαήλ και Αζαρίας·

7 εις τους οποίους ο αρχιευνούχος επέθηκεν ονόματα· και τον μεν Δανιήλ ωνόμασε Βαλτασάσαρ· τον δε Ανανίαν Σεδράχ· τον δε Μισαήλ Μισάχ· και τον Αζαρίαν Αβδέ-νεγώ.

8 Αλλ' ο Δανιήλ έβαλεν εν τη καρδία αυτού να μη μιανθή από των εδεσμάτων του βασιλέως ουδέ από του οίνου τον οποίον εκείνος έπινε· διά τούτο παρεκάλεσε τον αρχιευνούχον να μη μιανθή.

9 Και έκαμεν ο Θεός τον Δανιήλ να εύρη χάριν και έλεος ενώπιον του αρχιευνούχου.

10 Και είπεν ο αρχιευνούχος προς τον Δανιήλ, Εγώ φοβούμαι τον κύριόν μου τον βασιλέα, όστις διέταξε το φαγητόν σας και το ποτόν σας, μήποτε ίδη τα πρόσωπά σας σκυθρωπότερα παρά των νεανίσκων των συνομηλίκων σας, και ενοχοποιήσητε την κεφαλήν μου εις τον βασιλέα.

11 Και είπεν ο Δανιήλ προς τον Αμελσάρ, τον οποίον ο αρχιευνούχος κατέστησεν επί τον Δανιήλ, τον Ανανίαν, τον Μισαήλ και τον Αζαρίαν,

12 Δοκίμασον, παρακαλώ, τους δούλους σου δέκα ημέρας· και ας δοθώσιν εις ημάς όσπρια να τρώγωμεν και ύδωρ να πίνωμεν·

13 έπειτα ας θεωρηθώσι τα πρόσωπα ημών ενώπιόν σου και το πρόσωπον των νεανίσκων, οίτινες τρώγουσιν από των εδεσμάτων του βασιλέως· και όπως ίδης, κάμε με τους δούλους σου.

14 Και εισήκουσεν αυτών εις τούτο το πράγμα και εδοκίμασεν αυτούς δέκα ημέρας.

15 Και μετά το τέλος των δέκα ημερών τα πρόσωπα αυτών εφάνησαν ώραιότερα και παχύτερα εις την σάρκα παρά πάντων των νεανίσκων, οίτινες έτρωγον τα εδέσματα του βασιλέως.

16 Και αφήρει ο Αμελσάρ το φαγητόν αυτών και τον οίνον τον οποίον έπρεπε να πίνωσι και έδιδεν εις αυτούς όσπρια.

17 Και εις τους τέσσαρας τούτους νεανίσκους έδωκεν ο Θεός γνώσιν και σύνεσιν εις πάσαν μάθησιν και σοφίαν, και κατέστησε τον Δανιήλ νοήμονα εις πάσαν όρασιν και ενύπνιον.

18 Και εν τω τέλει των ημερών, ότε ο βασιλεύς είπε να εισάξωσιν αυτούς, ο αρχιευνούχος εισήξεν αυτούς ενώπιον του Ναβουχοδονόσορ.

19 Και ελάλησε μετ' αυτών ο βασιλεύς· και δεν ευρέθη μεταξύ πάντων αυτών όμοιος του Δανιήλ, του Ανανία, του Μισαήλ και του Αζαρία, και ίσταντο ενώπιον του βασιλέως.

20 Και εν πάση υποθέσει σοφίας και νοήσεως, περί της οποίας ο βασιλεύς ηρώτησεν αυτούς, εύρηκεν αυτούς δεκαπλασίως καλητέρους παρά πάντας τους μάγους και επαοιδούς, όσοι ήσαν εν παντί τω βασιλείω αυτού.

21 Και διέμενεν ο Δανιήλ ούτως έως του πρώτου έτους Κύρου του βασιλέως.

Καινή Διαθήκη

Εβρ 9:1–28

1 Είχε μεν λοιπόν και η πρώτη σκηνή διατάξεις λατρείας και το άγιον το κοσμικόν.

2 Διότι κατεσκευάσθη σκηνή η πρώτη, εις την οποίαν ήτο και η λυχνία και η τράπεζα και η πρόθεσις των άρτων, ήτις λέγεται Άγια.

3 Μετά δε το δεύτερον καταπέτασμα ήτο σκηνή η λεγομένη Άγια αγίων,

4 έχουσα χρυσούν θυμιατήριον και την κιβωτόν της διαθήκης πανταχόθεν περικεκαλυμμένην με χρυσίον, εν ή ήτο στάμνος χρυσή, έχουσα το μάννα, και η ράβδος του Ααρών η βλαστήσασα και αι πλάκες της διαθήκης,

5 υπεράνω δε αυτής ήσαν Χερουβείμ δόξης κατασκιάζοντα το ιλαστήριον· περί των οποίων δεν είναι τώρα χρεία να λέγωμεν κατά μέρος.

6 Όντων δε τούτων ούτω κατεσκευασμένων, εις μεν την πρώτην σκηνήν εισέρχονται διαπαντός οι ιερείς εκτελούντες τας λατρείας,

7 εις δε την δευτέραν άπαξ του ενιαυτού εισέρχεται μόνος ο αρχιερεύς, ουχί χωρίς αίματος, το οποίον προσφέρει υπέρ εαυτού και των εξ αγνοίας αμαρτημάτων του λαού,

8 και τούτο εδηλοποίει το Πνεύμα το Άγιον, ότι δεν ήτο πεφανερωμένη η εις τα άγια οδός, επειδή η πρώτη σκηνή ίστατο έτι·

9 ήτις ήτο τύπος εις τον τότε παρόντα καιρόν, καθ' ον προσεφέροντο δώρα και θυσίαι, αίτινες δεν ηδύναντο να κάμωσι τέλειον κατά την συνείδησιν τον λατρεύοντα,

10 επειδή ήσαν διατεταγμένα μόνον εις βρώματα και πόματα και διαφόρους βαπτισμούς και διατάξεις σαρκικάς, μέχρι καιρού διορθώσεως.

11 Ελθών δε ο Χριστός αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών διά της μεγαλητέρας και τελειοτέρας σκηνής, ουχί χειροποιήτου, τουτέστιν ουχί ταύτης της κατασκευής,

12 ουδέ δι' αίματος τράγων και μόσχων, αλλά διά του ιδίου αυτού αίματος, εισήλθεν άπαξ εις τα άγια, αποκτήσας αιωνίαν λύτρωσιν.

13 Διότι εάν το αίμα των ταύρων και τράγων και η σποδός της δαμάλεως ραντίζουσα τους μεμολυσμένους αγιάζη προς την καθαρότητα της σαρκός,

14 πόσω μάλλον το αίμα του Χριστού, όστις διά του Πνεύματος του αιωνίου προσέφερεν εαυτόν άμωμον εις τον Θεόν, θέλει καθαρίσει την συνείδησίν σας από νεκρών έργων εις το να λατρεύητε τον ζώντα Θεόν;

15 Και διά τούτο είναι μεσίτης διαθήκης καινής, ίνα διά του θανάτου, όστις έγεινε προς απολύτρωσιν των επί της πρώτης διαθήκης παραβάσεων, λάβωσιν οι κεκλημένοι την επαγγελίαν της αιωνίου κληρονομίας.

16 Διότι όπου είναι διαθήκη, ανάγκη να υπάρχη θάνατος εκείνου, όστις έκαμε την διαθήκην·

17 διότι η διαθήκη επί τεθνεώτων είναι βεβαία, επειδή ποτέ δεν ισχύει, ενόσω ζη ο διαθέτης.

18 Όθεν ουδέ η πρώτη δεν ήτο εγκαινιασμένη χωρίς αίματος·

19 διότι αφού πάσα εντολή του νόμου ελαλήθη υπό του Μωϋσέως προς πάντα τον λαόν, λαβών το αίμα των μόσχων και των τράγων με ύδωρ και μαλλίον κόκκινον και ύσσωπον, ερράντισε και αυτό το βιβλίον και πάντα τον λαόν,

20 λέγων· Τούτο είναι το αίμα της διαθήκης, την οποίαν διέταξεν εις εσάς ο Θεός·

21 και την σκηνήν δε και πάντα τα σκεύη της υπηρεσίας με το αίμα ομοίως ερράντισε.

22 Και σχεδόν με αίμα καθαρίζονται πάντα κατά τον νόμον, και χωρίς χύσεως αίματος δεν γίνεται άφεσις.

23 Ανάγκη λοιπόν ήτο οι μεν τύποι των επουρανίων να καθαρίζωνται διά τούτων, αυτά όμως τα επουράνια με θυσίας ανωτέρας παρά ταύτας.

24 Διότι ο Χριστός δεν εισήλθεν εις χειροποίητα άγια, αντίτυπα των αληθινών, αλλ' εις αυτόν τον ουρανόν, διά να εμφανισθή τώρα ενώπιον του Θεού υπέρ ημών·

25 ουδέ διά να προσφέρη πολλάκις εαυτόν, καθώς ο αρχιερεύς εισέρχεται εις τα άγια κατ' ενιαυτόν με ξένον αίμα·

26 διότι έπρεπε τότε πολλάκις να πάθη από καταβολής κόσμου· τώρα δε άπαξ εις το τέλος των αιώνων εφανερώθη, διά να αθετήση την αμαρτίαν διά της θυσίας εαυτού.

27 Και καθώς είναι αποφασισμένον εις τους ανθρώπους άπαξ να αποθάνωσι, μετά δε τούτο είναι κρίσις,

28 ούτω και ο Χριστός, άπαξ προσφερθείς διά να σηκώση τας αμαρτίας πολλών, θέλει φανή εκ δευτέρου χωρίς αμαρτίας εις τους προσμένοντας αυτόν διά σωτηρίαν.

Σοφία

Ιώβ 35:1–16

1 Και επανέλαβεν ο Ελιού και είπε·

2 Στοχάζεσαι ότι είναι ορθόν τούτο, το οποίον είπας, Είμαι δικαιότερος του Θεού;

3 Διότι είπας, Τις ωφέλεια θέλει είσθαι εις σε; Τι κέρδος θέλω λάβει εκ τούτου μάλλον παρά εκ της αμαρτίας μου;

4 Εγώ θέλω αποκριθή προς σε και προς τους φίλους σου μετά σου.

5 Ανάβλεψον εις τους ουρανούς και ιδέ· και θεώρησον τα νέφη, πόσον υψηλότερά σου είναι.

6 Εάν αμαρτάνης, τι πράττεις κατ' αυτού; ή αν αι παραβάσεις σου πολλαπλασιασθώσι, τι κατορθόνεις κατ' αυτού;

7 Εάν ήσαι δίκαιος, τι θέλεις δώσει εις αυτόν; ή τι θέλει λάβει εκ της χειρός σου;

8 Η ασέβειά σου δύναται να βλάψη άνθρωπον ως σέ· και η δικαιοσύνη σου δύναται να ωφελήση υιόν ανθρώπου.

9 Εκ του πλήθους των καταθλιβόντων καταβοώσι· κραυγάζουσιν ένεκεν του βραχίονος των ισχυρών·

10 Αλλ' ουδείς λέγει, που είναι ο Θεός ο Ποιητής μου, όστις δίδει άσματα εις την νύκτα,

11 Όστις συνετίζει ημάς υπέρ τα κτήνη της γης, και σοφίζει ημάς υπέρ τα πετεινά του ουρανού;

12 Εκεί βοώσι διά την υπερηφανίαν των πονηρών, δεν θέλει όμως αποκριθή.

13 Ο Θεός βεβαίως δεν θέλει εισακούσει της ματαιολογίας, ουδέ θέλει επιβλέψει ο Παντοδύναμος εις αυτήν·

14 πόσον ολιγώτερον όταν συ λέγης, ότι δεν θέλεις ιδεί αυτόν· η κρίσις όμως είναι ενώπιον αυτού· όθεν έχε το θάρρος σου επ' αυτόν.

15 Αλλά τώρα, επειδή δεν επεσκέφθη εν τω θυμώ αυτού και δεν παρετήρησε μετά μεγάλης αυστηρότητος,

16 διά τούτο ο Ιώβ ανοίγει το στόμα αυτού ματαίως· επισωρεύει λόγους εν αγνωσία.

Κείμενο: Μετάφραση Νεόφυτου Βάμβα, 1850.